Μετανάστευσα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα το 1998, σε ένα μικρό χωριό στην ελληνική επαρχεία, συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο. Στο δημοτικό ήμουν μόνο εγώ και ο αδελφός μου, τα πρώτα παιδιά από την "εξωτική" Αλβανία με ό,τι συνεπαγόταν αυτό για την τοπική κοινωνία. Στο γυμνάσιο είχα την ατυχία να είμαι καλή μαθήτρια. Γεγονός που δεν λειτούργησε ακριβώς υπέρ μου εκείνη την περίοδο.


Το 2008 βρέθηκα ως φοιτήτρια στην Θεσσαλονίκη, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να βρεθεί ο πρώτος άνθρωπος στην Ελλάδα που με ρώτησε κάτι για την Αλβανία, τη δική μου χώρα. Όπως δεν θα ξεχάσω ποτέ την αντίδραση ενός καθηγητή την πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο. Στο άκουσμα του μη ελληνικού ονόματός μου, με ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον από που είμαι. Μόλις του είπα ότι είμαι από την Αλβανία, βροντοφώναξε με περισσή ευγένεια και ζεστασιά "Καλώς ήρθες στην Ελλάδα". Εννοείται πως δεν πρόλαβα να του πω πως ζούσα στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυτή η αντίδραση του καθηγητή μου τότε είναι ένα δείγμα της κοινωνικής άγνοιας για τη μικρή αυτή κοινωνική ομάδα με τα ξενικά ονόματα που παρουσιάστηκε δειλά στα θρανία και στα αμφιθέατρα.


Με το τέλος των σπουδών μου το 2012 έπρεπε να αντιμετωπίσω το θέμα της διαμονής μου στην Ελλάδα. Έπρεπε να αποδείξω ότι έχω λόγο για να συνεχίσω να παραμένω στην χώρα που είχα μεγαλώσει. Αποφάσισα να φύγω, πριν αρχίσει η μαζική έξοδος των νέων της χώρας λόγω της οικονομικής κρίσης. Πλέον έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε που έφυγα.

 

 

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι οι Αλβανοί και η Αλβανία, αλλά η ανεργία των νέων που είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναποτελεσματικότητα και η διαφθορά στο δημόσιο, ένα σύστημα δημόσιας υγείας που έχει αγγίξει τα όριά του και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που έχει επιτρέψει να παρεισφρήσουν ακραία ναζιστικά στοιχεία στο ελληνικό σχολείο και δηλητηριάζουν την ψυχή του μέλλοντος της χώρας.

 

Μόνο όταν βρέθηκα στις Βρυξέλλες ήρθα αντιμέτωπη με σημαντικά ερωτήματα για τη δική μου ταυτότητα. Στην Ελλάδα δεν είχα καμία αμφιβολία. Ήμουν Αλβανίδα και τέλος. Στις Βρυξέλλες όμως έπρεπε να εξηγώ στους συναδέλφους μου γιατί μιλάω ελληνικά με τον Έλληνα συνάδελφό μου ή γιατί κάνω παρέα κυρίως με Έλληνες. Ομολογώ πως μου ήταν δύσκολο να τους εξηγήσω. Δεν μπορούσαν βλέπετε να κατανοήσουν πως γίνεται να έμενα 14 χρόνια στην Ελλάδα και να μην είχα ελληνικό διαβατήριο.


Πριν λίγα χρόνια, το ελληνικό κράτος έκανε το γενναίο βήμα και έδωσε τη δυνατότητα σε νέους σαν και εμένα να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια.

 

Τους τελευταίους μήνες παρακολουθώ με ιδιαίτερη ανησυχία και λύπη όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Με σόκαρε πραγματικά ένα άρθρο με τίτλο "Πώς σκότωσαν οι Αλβανοί τον Έλληνα". Οι λέξεις έχουν δύναμη και η χρήση των λέξεων συνεπάγεται ευθύνη. Με τέτοιους τίτλους ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν δημιουργήσει ένα εχθρικό κλίμα εναντίον των Αλβανών που διαμένουν στην Ελλάδα. Κάθε Αλβανός πρέπει να εξηγεί στον Έλληνα συμμαθητή, στον Έλληνα συνάδελφο, στον Έλληνα φίλο πως δεν σκότωσε τον Έλληνα, πως δεν προσπαθεί να πάρει τις περιουσίες της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία ή ό,τι άλλο μονοπωλεί το ενδιαφέρον την εκάστοτε περίοδο.

 

Τόσα χρόνια η γενιά των γονιών μας δεν μιλούσε, απλά δούλευε. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει πλέον. Αλβανοί δεν υπάρχουν μόνο στα χωράφια. Αλβανοί και τα παιδιά των Αλβανών υπάρχουν και στα σχολεία και στα Πανεπιστήμια. Δυστυχώς οι περισσότεροι από μας κουβάλαμε τη σιωπή των γονιών μας ή ακόμα χειρότερα μάθαμε να αρνούμαστε τον εαυτό μας και να προσπαθούμε να αποδείξουμε πόσο Έλληνες είμαστε. Υπάρχουν όμως και αυτοί που θέλουν να κάνουν το παράλογο, να αρχίσουν να μιλάνε και να παίρνουν θέση. Είναι το λιγότερο ανησυχητικό σε ένα σύγχρονο κράτος να κυκλοφορούν άρθρα που στοχοποιούν μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα χωρίς καμία νομική συνέπεια. Πλέον το ακραίο έχει κανονικοποιηθεί και μάλιστα έχει αγκαλιαστεί από ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από ορισμένα πολιτικά κόμματα.


Αλβανοί και Έλληνες συνυπάρχουμε πλέον σχεδόν 30 χρόνια. Νομίζω είναι πλέον καιρός να γνωριστούμε, να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον κατάματα. Ονομάζομαι Σονίλα Μετούσι, γεννήθηκα στην Αλβανία, μεγάλωσα στην Ελλάδα και δεν ανέχομαι πλέον την ασχήμια που έχουν δημιουργήσει τα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα. Αυτή η εμμονή με την Αλβανία και τους Αλβανούς το μόνο που κάνει είναι να αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

 

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι οι Αλβανοί και η Αλβανία, αλλά η ανεργία των νέων που είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναποτελεσματικότητα και η διαφθορά στο δημόσιο, ένα σύστημα δημόσιας υγείας που έχει αγγίξει τα όριά του και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που έχει επιτρέψει να παρεισφρήσουν ακραία ναζιστικά στοιχεία στο ελληνικό σχολείο και δηλητηριάζουν την ψυχή του μέλλοντος της χώρας.


Φαντάζομαι κάποιοι θα αναρωτιούνται γιατί μπαίνω στον κόπο να εκθέσω τον εαυτό μου μέσα σε ένα ήδη τεταμένο κλίμα. Η απάντησή μου είναι πως νοιάζομαι γι' αυτή τη χώρα. Πονάει η ψυχή μου να βλέπω ένα τοίχος να χτίζεται κάθε μέρα και πιο ψηλά ανάμεσα στις δύο αγαπημένες μου πατρίδες, την Ελλάδα και την Αλβανία, με τους ακραίους εθνικιστές να στήνουν χορό. Δεν μου επιτρέπει η αλβανική μου συνείδηση και η ελληνική μου παιδεία να μένω αμέτοχη μπροστά σε αυτή την καθημερινότητα που πλέον γίνεται κανονικότητα.

 

Στις 15 Ιανουαρίου 2019 το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής έθεσε σε δημόσια διαβούλευση την Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη εστιάζοντας στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Στα πλαίσια αυτής, το Υπουργείο αναφέρεται και σε μετανάστες και μετανάστριες «δεύτερης γενιάς». Σύμφωνα με το Υπουργείο η ομάδα αυτή είναι νέοι και οι νέες με μεταναστευτικό υπόβαθρο που είναι Έλληνες πολίτες ή νέοι που έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει στη χώρα μας χωρίς ελληνική ιθαγένεια.

 

Είναι το λιγότερο προχειρότητα το να συμπεριλαμβάνονται άτομα ήδη ενταγμένα στην ελληνική κοινωνία σε μία Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη προσφύγων και μεταναστών. Είναι γελοίο να τίθεται θέμα ένταξης για όσους έχουν γεννηθεί και/ή μεγαλώσει στην Ελλάδα. Ο όρος μετανάστες/μετανάστριες «δεύτερης γενιάς» είναι επίσης ατυχέστατος. Όπως αναφέρει το ίδιο το Υπουργείο πολλοί έχουμε ήδη πολιτογραφηθεί, επομένως είμαστε Έλληνες πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Ενώ όσοι δεν έχουμε πολιτογραφεί ακόμα χρειαζόμαστε καθοδήγηση και ενημέρωση για τη διαδικασία απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας κι όχι μέτρα που στοχεύουν στην ένταξή μας.


Πέραν τούτο το Υπουργείο ουσιαστικά μας στιγματίζει εστιάζοντας στο ακόλουθο: "Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν συχνότερα από τους γηγενείς χαμηλότερο εκπαιδευτικό και οικονομικό προφίλ. Ταυτόχρονα, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά σχολικής διαρροής και ανεργίας".

 

Αναρωτιέμαι με βάση ποια στοιχεία προέκυψε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός. Ουσιαστικά το Υπουργείο επιλέγει να αγνοήσει όλους εμάς που παρά τα θεσμικά και κοινωνικά εμπόδια καταφέραμε να σπουδάσουμε, εστιάζοντας στη σχολική διαρροή και το χαμηλό εκπαιδευτικό προφίλ.


Και τελοσπάντων ο γνωστός μπασκετμπολίστας Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι Έλληνας με μεταναστευτικό υπόβαθρο ή μετανάστης «δεύτερης γενιάς»; Αυτόν πως ακριβώς σκοπεύει να τον εντάξει το Υπουργείο;