Αγώνας Ουτοπίας

Αγώνας Ουτοπίας Facebook Twitter
0

Ανέβαινα άλλη μια φορά την ανηφόρα από τη στάση του μετρό στο Πανεπιστήμιο μέχρι το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στην οδό Σίνα, από παλιά μέχρι και σήμερα με άλλη ιδιότητα κάθε φορά. Μαθήτρια, φοιτήτρια, καθηγήτρια. Συνήθεια κάθε βόλτα στο κέντρο της Αθήνας να συνδυάζεται πάντοτε με αυτή την στάση. Κομβικό σημείο, έτσι όπως επιστρέφει κανείς στη γειτονιά μιας παλιάς αγαπημένης, με εκείνη την ανομολόγητη νοσταλγία.

Βγαίνοντας από την Εθνική Βιβλιοθήκη, πριν αυτή αλλάξει έδρα, ανέβαινα και χάζευα το κηπάκι στο πλάι, απ' όπου έμπαιναν στη Βιβλιοθήκη με τα αμαξίδιά τους οι επισκέπτες – αναγνώστες με κινητικά προβλήματα. Εκεί λίγο πιο πριν, στα σκαλιά, υπήρχαν πάντα κάποιοι, που κένταγαν με δηλητήρια το κορμί τους. Και τώρα εκεί είναι. Όχι οι ίδιοι. Κάποιοι άλλοι, γιατί μερικοί απ' αυτούς μπορεί και να μη ζουν πια. Την αφήνουμε, τη δυστυχία, εκεί στη γωνία της Εθνικής Βιβλιοθήκης, να διεκδικεί την ουτοπία μαζί με τους συγγραφείς. Μετά ανηφορίζουμε για το Κολωνάκι.

Τρόμαξα πολύ, ωστόσο, άρχισα να ανηφορίζω, ώσπου κάποια στιγμή είδα αυτήν την κοπέλα, ιέρεια τραγικού χορού. Μακριά μαύρα μαλλιά, λεπτή, σκελετική, σαν σκοτεινή Ερινύα με μακρύ μαύρο φόρεμα, κινούνταν με αργά βήματα, κρατώντας ένα σημειωματάριο, ένα μικρό βιβλίο.


Και πώς δεν την έχω ζήσει αυτή την πόλη! Να βγαίνω εκεί με βροχές, με κρύο πολύ, με χιόνια, με επεισόδια στους δρόμους, διαδηλώσεις, καμένους ή αναποδογυρισμένους κάδους σκουπιδιών... Και η Βιβλιοθήκη με το Πανεπιστήμιο και τ' αγάλματα πάντα εκεί, μόνιμοι, αμίλητοι, απαθείς παρατηρητές όλων των τεκταινόμενων.


Στο σημείο αυτό, στα σκαλάκια της Βιβλιοθήκης, εκεί, θα ΄λεγες με μια διεστραμμένη περιέργεια, έψαχνα πάντα – και ακόμα το κάνω – να δω με κλεφτές ματιές τους αφανείς, «σκοτεινούς» θαμώνες της Βιβλιοθήκης. Ποτέ δε μπόρεσα να δω τα πρόσωπά τους μέσα στα χρόνια, μέχρι που εκείνη τη μέρα, μια μορφή είχε ξεχωρίσει μέσα στις φυλλωσιές, μέσα στον αγώνα για μια ουτοπική κοινωνία, ένα ταξίδι στα Κύθηρα.


Ήταν μέρα ταραχών, πάνε κάμποσα χρόνια. Η Αθήνα, μπαρουτοκαπνισμένη για άλλη μια φορά. Βγαίνοντας από το σταθμό, δεν υπήρχε ψυχή ζώσα γύρω μου. Τρόμαξα πολύ, ωστόσο, άρχισα να ανηφορίζω, ώσπου κάποια στιγμή είδα αυτήν την κοπέλα, ιέρεια τραγικού χορού. Μακριά μαύρα μαλλιά, λεπτή, σκελετική, σαν σκοτεινή Ερινύα με μακρύ μαύρο φόρεμα, κινούνταν με αργά βήματα, κρατώντας ένα σημειωματάριο, ένα μικρό βιβλίο. Όσοι γράφουν πάντα τραβούν την προσοχή μου. Ωστόσο εδώ δε μπορούσα να διακρίνω το σύγγραμμα. Δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτη. Την είδα να κάθεται πιο πέρα και να σημειώνει σκεπτική.


Εν πάση περιπτώσει, εγώ ανέβηκα στο Ινστιτούτο για μια διάλεξη για το Νοβαρινά. Το πλήθος πλησίαζε, μ' ένα φοβισμένο σκυλί, ταγό, σαν τα εξαπτέρυγα του Επιταφίου. Ένιωθα το μένος. Δεν κοίταζα από φόβο.

Μουρμούρισα πονώντας : Καθένας την αντίστασή του!

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ