Γεννήθηκα σε μαχαλά. Ανάμικτος πληθυσμός, Μικρασιάτες, Αρμένιοι, Τούρκοι και Έλληνες. Στην Αθήνα. Δες το «Συνοικία το 'Όνειρο», θα καταλάβεις.
Δρόμοι χωρίς άσφαλτο, χώμα, σκόνη, η βροχή κάθε απόγευμα ακόμα και το καλοκαίρι, σύντομη, ανακουφιστική, παιχνίδι. Η μυρωδιά της χαρακτηριστική (μετά μάθαμε ότι ήταν Ο3).
Το σπίτι μικρό 50 τετραγωνικά, 2άρι, για 4 άτομα (Μαμά, Μπαμπάς, Αδελφή και η αφεντιά μου). Η Κουζίνα και το μπάνιο στενά, πέρναγες μόνο με το πλάι, το άνοιγμα της πόρτας ήταν 50 εκατοστά.
Μωσαϊκό στο πάτωμα, ασβεστωμένοι οι τοίχοι. Ψυγείο με πάγο, σήτα για τα φρούτα, γκαζιέρα για μαγείρεμα και ζεστό νερό, πλυντήριο στη σκάφη στην ταράτσα, στεγνωτήριο ο ήλιος και ο αέρας, θέρμανση ηλεκτρική σόμπα και μαγκάλι. Μικρή βεράντα για χάζι στο δρόμο. Με γλάστρες όμως, γαρύφαλλα, γαρδένιες και γεράνια.
Μπάνιο κάθε Σάββατο, στη σκάφη. Με κουβαδάκι και πράσινο σαπούνι. Εφημερίδα αντί για χαρτί τουαλέτας (υγείας !!!).


Οδοντόκρεμα πάντως είχαμε...
Και ραδιόφωνο είχαμε (όχι από την αρχή, αλλά πάντως είχαμε). Ακούγαμε το Θέατρο στο μικρόφωνο, την Θεία Λένα τον Τζον Γκρηκ.
Παιχνίδι στο δρόμο, ποδόσφαιρο όταν δεν ήταν σκασμένη η μπάλα, τοιχάκι, καπάκια, αμάδες, τσιλίκι, κρυφτό, στακαμάν (που να σου λέω τώρα) !!!
Κρέας μια φορά την εβδομάδα, για ψήσιμο στο φούρνο της γειτονιάς, όσπρια συχνά αλλά με συμπλήρωμα σαλάμι αέρος, ρέγκα, σαρδέλες, μακαρονάδα, πατάτες. 'Όλα με βερεσέ από τον μπακάλη και τον χασάπη της γειτονιάς, χύμα φυσικά.


Είχαμε και κινηματογράφο. Βέβαια, Ταρζάν και Χοντρό – Λιγνό . Κάθε 15 μέρες το καλοκαίρι όταν ο καιρός το επέτρεπε. Μαζευόταν όλες οι πολυκατοικίες και ο καθένας έφερνε το καρεκλάκι του, για το ωριαίο υπερθέαμα.
Σε λίγο προστέθηκαν και τα γαστριμαργικά αντικείμενα της προσμονής μας, η σοκολάτα των δρχ. 0,50 που έφερνε ο Πατέρας το βράδυ όταν γύριζε από την δουλειά, το παγωτό χωνάκι χύμα από την ΕΒΓΑ (δρχ. 0,50 και αυτό, βάλε λίγο ακόμα από πάνω καλέ) και το σουβλάκι της 1 δραχμής με την κόκκινη σάλτσα και το μπόλικο κρεμμύδι. Ένα σουβλάκι μόνο κάθε φορά. Και μια φορά την εβδομάδα.


Όλη η γειτονιά μια μεγάλη οικογένεια. Μοιραζόμαστε τις έννοιες όπως μοιραζόμαστε και το φαγητό. Και τη ζωντανή μουσική που έπαιζε τα βράδια ο Πατέρας του Θόδωρου με το μπουζουκάκι του (όταν αφηνόταν στο χασίς και τις αναμνήσεις από την Πόλη).
Και έτσι κύλισε η προσχολική ηλικία και ήρθε το Δημοτικό με τις ποδιές, το κοντοκουρεμένο με φούντα μπροστά μαλλί και τις ελβιέλες στα πόδια, που δεν έβγαζαν ποτέ τη χρονιά.


Είχαμε και κοσμικές εξόδους. Θυμάμαι ότι στα 10 μου, πήγαμε σαν οικογένεια στην Τριάνα του Χειλά, διάσημη ταβέρνα με μουσική της εποχής, όπου ανακάλυψα ότι υπάρχει και σουβλάκι που σερβίρεται στο πιάτο, με μαϊντανό, ντομάτα και κρεμμύδι ξεχωριστά (πώς γίνεται να θυμάσαι την μυρωδιά, όχι τη τη γεύση τους μετά από τόσα χρόνια;). Μια και μοναδική οικογενειακή έξοδος σε 10 χρόνια !!!


Και μετά το γυμνάσιο. Είχαμε εν των μεταξύ φύγει από τον μαχαλά. Πήγαμε σε εργατική συνοικία σε μεγαλύτερο σπίτι. Ο καθένας στο δωμάτιο του !!! Όχι για πολύ, γιατί φιλοξενούσαμε συχνά πυκνά την κατάκοιτη γιαγιά και μετά τον παππού.


Δημόσιο γυμνάσιο φυσικά. Πηγαίναμε με τα πόδια 2 χιλιόμετρα κάθε μέρα με τη σάκα μας, το κολατσιό και τις προσδοκίες μας. Παιχνίδι στο διάλειμμα. Σκληρές φιλίες. Τα πρώτα ανήσυχα αισθήματα για το αντίθετο φύλο.
Ξενύχτι με φίλους και συμμαθητές με κουβέντες, προβληματισμούς για το τι θα κάνουμε μετά το Γυμνάσιο, που θα βρούμε και τι δουλειά, αν θα μπορέσουμε να περάσουμε στις Πανελλήνιες ή όχι. Φροντιστήριο στο κέντρο, όχι ιδιαίτερο, σαν σχολείο και αυτό, αλλά πιο ουσιαστικό από το μάθημα που έκανα οι βαριεστημένοι καθηγητές του Δημοσίου.


Και μετά το Πανεπιστήμιο (χωρίς ατυχία...) στην Αθήνα. Χωρίς να επιβαρύνουμε την οικογένεια αφού κάναμε μαθήματα σε παιδιά του Δημοτικού και Γυμνασίου για να βγάζουμε το χαρτζιλίκι μας.
Ωραία φοιτητικά χρόνια που δεν αναλωνόταν σε κομματικές αμπελοφιλοσοφίες γιατί είχε στο μεταξύ φροντίσει η εσκήψασα εν μια νυχτί χούντα να μας γυψώσει στη πεζή και στεγνή πραγματικότητά της.
Δεν θα αναφερθώ σε αντιστασιακά κατορθώματα, υπάρχουν άλλοι πιο σεμνοί που τα έχουν εξαργυρώσει με περισσή φροντίδα και μεθοδικότητα.


Στρατός μετά, 30 μήνες, μακριά από το σπίτι, με το βάρος της Πατρικής αριστεροσύνης που επέβαλε την τοποθέτηση μου σε κατηγορία Χ. Ο μηνιαίος μισθός δρχ. 50, δηλαδή τα τσιγάρα μιας εβδομάδας (πώς να μην μάθεις το καταφύγιο του καπνίσματος, μέσα στην καλή χαρά που ήσουν;).


Ε, κάποτε τελείωσε και αυτή η γόνιμη περίοδος της ζωής και άρχισε η αγωνία για να βρεις δουλειά. Αν νομίζετε ότι τότε δεν χρειαζόταν μέσο, αν νομίζετε ότι δεν υπήρχε ανεργία και ειδικά στους νέους, αν νομίζετε ότι τα μεροκάματα ήταν ψηλά, κάνετε τόσο, μα τόσο λάθος.


Τελικά και δουλειά, χωρίς μέσον βρέθηκε, και οικογένεια ξεκίνησε και αυτοκίνητο πήραμε (μεταχειρισμένο σκαραβαίο) και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στα σκαλοπάτια της κοινωνικής τάξης.
Χωρίς όμως να μας χαρίζει κανείς τίποτα, χωρίς να εξαργυρώνουμε το ένδοξο παρελθόν μας, χωρίς ανεξήγητα άλματα. Βήματα μικρά, προσεκτικά, πάντα όπως μας έμαθαν οι γονείς μας, να απλωνόμαστε μέχρι τα όρια του παπλώματος μας.


Μάθαμε και το τι γίνεται στον έξω κόσμο, τηλεόραση γαρ, ασπρόμαυρη στα 28, ταξίδι στο εξωτερικό μετά τα 30, καλύτερο αυτοκίνητο (1,400 cc) τότε επίσης, χρήματα στην Τράπεζα μετά τα 45, εξοχικό στα 58.
Υποχρεώσεις πάντα πληρωμένες στην ώρα τους, χρέη μηδέν, προοπτικές επίσης μηδέν. Μόνο προσδοκίες να μην κατρακυλήσουν τα πράγματα και άλλο.


Αν κάποιος άνθρωπος που πρωτοδούλεψε σαν παιδί για θελήματα στα 12 του, δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει (όχι 7ωρο και ούτε στο Δημόσιο), δεν σπατάλησε το ότι οι γονείς του άφησαν, δεν δανείστηκε, δεν οπορτουνοκερδοσκόπησε, αν λέω (γράφω) αυτός ο άνθρωπος δεν δικαιούται να έχει σήμερα μια αξιοπρεπή σύνταξη και ζωή , και αν αυτός ο άνθρωπος που προσπάθησε και προσπαθεί να κληροδοτήσει στους νεώτερους, ότι και αυτός πήρε από τους γονείς του, πρέπει να χαρακτηρίζεται σαν περίπου δολοφόνος των ονείρων των νεοτέρων και καταστροφέας του μέλλοντος τους, τότε εγώ είμαι ο άνθρωπος αυτός.
Λυπάμαι, απέτυχα.... και δεν ζητώ συγγνώμη.