Γέλια, χαρές, κλάματα και όνειρα μπούκαραν ξαφνικά σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό, στο κέντρο της Αθήνας. Μένω απέναντι και από τότε βλέπω διάφορα. Βγαίνω για να χαζέψω, τώρα που κάνει καλό καιρό, και βλέπω συχνά τρία μικρά κορίτσια που ονειρεύονται ότι είναι πριγκίπισσες κατεβαίνοντας με πνιχτά γέλια την φθαρμένη ξύλινη σκάλα του. Γελούν και παίζουν τις ωραίες κυρίες, που περιμένουν τον πρίγκιπα που θα της πάρει από το χέρι, θα τις φιλήσει και θα τις κάνει βασίλισσες. Ναι τέτοιες χαζομάρες κάνουν. Ένα βράδυ με πανσέληνο, είδα τρεις έφηβες που φόρεσαν τα καλά τους και βγήκαν στο βεραντάκι να τα πουν και να χαζέψουν την πλατεία και το φεγγάρι. Μίλαγαν ώρες πολλές. Και μετά πήγαν μέσα, μάλλον κοιμήθηκαν αμέσως.

 

Στην ταράτσα της εγκαταλελειμμένης αυτής τριώροφης κατοικίας βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ και έναν πατέρα με το βρέφος του στην αγκαλιά. Του δείχνει απέναντι τον Λυκαβηττό, τη βαβούρα της πλατείας, τον ουρανό με το στρογγυλό φεγγάρι και του ψιθυρίζει τρυφερά νανουρίσματα στ αυτί. Απέκτησε ζωή και φως αυτό το νεοκλασικό. Μένουν αρκετοί. Ένας μπόμπιρας με πορτοκαλί μαλλί μου θυμίζει τον εαυτό μου παιδί, που χάζευα από το παράθυρο και όταν βαριόμουν έκανα σκανδαλιές. Ο μπόμπιρας, συχνά φωνάζει για να τον προσέξουν. Φοράει συνέχεια ένα κοντό μπλε παντελονάκι και είναι πάντα χαμογελαστός.Με βλέπει που κάθομαι απέναντι και ντρέπεται λίγο. Κι εγώ ντρέπομαι, δεν ξέρω τι να κάνω όταν με κοιτάει στα μάτια.Τον παρατηρώ μόνο όταν δεν κοιτάει προς τη μεριά μου. Έχει πλάκα αυτός ο μικρούλης. Οι γυναίκες κάνουν κουμάντο εκεί μέσα. Φαίνεται από χιλιόμετρα ποιος έχει το πάνω χέρι. Οι άντρες τους, τα αδέρφια τους, οι γονείς τους,οι φίλοι τους, όλοι μαζί βοηθούν στην καθαριότητα και στο μαγείρεμα. Γελάνε συχνά εκεί μέσα. Οι γυναίκες κάθε πρωί περιποιούνται την εμφάνιση τους.Το νεοκλασικό έχει χαλασμένα παντζούρια και βάζουν χαρτόνια για να μην φαίνονται. Της είχα δει όμως που έπαιρναν ένα μικρό καθρεφτάκι,έβγαζαν τα φρύδια τους και που και που έβαζαν και ένα απαλό κραγιόν. Το νεοκλασικό δεν είναι πια εγκαταλελειμμένο. Έχει ζωή. Δίνει ζωή και στους απέναντι.

 

Έλειψα πέντε ολόκληρες μέρες. Μπήκα στο διαμέρισμα μου κουρασμένος από το ταξίδι.Τακτοποίησα τα ρούχα μου στην ντουλάπα και έκανα κάποιες μικροδουλειές. Πέρασαν πέντε μέρες σαν νερό. Άναψα τσιγάρο και βγήκα στη βεράντα να το απολαύσω. Πέρασαν μόνο πέντε μέρες και το εγκαταλελειμμένο απέναντι νεοκλασικό, ήταν πάλι σκοτεινό. Ήταν πάλι νεκρό. Έμαθα πως η αστυνομία έπρεπε να διώξει τους πρόσφυγες από διάφορα σημεία της πόλης. Να τους μαζέψει, αλλού. Δεν ξέρω αν είναι για το καλό τους.Θα μου λείψουν και εύχομαι να είναι καλά και να συνεχίσουν να ονειρεύονται.