Πρωτόλεια κουήρ προτού ο όρος καθιερωθεί και γίνει στη συνέχεια κάτι σαν πασπαρτού, ο «Πόθος» αποτέλεσε μία από τις πιο δυνατές ΛΟΑΤΚΙ+ (όπως θα λέγαμε σήμερα) «φωνές» των ’90s, σε μια πόλη που είχε πραγματικά μεγάλη ανάγκη από τέτοια εγχειρήματα και σε μια δεκαετία μεταβατική, με μια ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα πονεμένη, μουδιασμένη και αμήχανη. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου, προτού καλά-καλά μπει στις «ράγες» της απελευθέρωσης και αποκτήσει μια στοιχειώδη συλλογική αυτοσυνείδηση, βρέθηκε να αντιπαλεύει με τον εφιάλτη του HIV/AIDS και το στίγμα που της κληροδότησε ήδη από τα ’80s, με πολλούς να αναζητούν «διέξοδο διαφυγής» είτε σε μια ενοχική, αυτοκαταστροφική ενίοτε ιδιώτευση, είτε στον αμοραλιστικό ατομικισμό της κατανάλωσης δίχως αύριο και της lifestyle φρενίτιδας, κάτι που χαρακτήριζε γενικότερα τη δεκαετία του ’90.
Ο SUBBOY25, κατά κόσμον Άρης Μπατσιούλας, δημιουργός και εκδότης των «Ανοχύρωτων Κώλων», ήταν από τους βασικούς συντελεστές τόσο της Ομάδας Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης (ΟΠΟΘ) όσο και του free press «Ο Πόθος» (1991-2000), σε κάποια τεύχη του οποίου είχα κιόλας συνεργαστεί νεότερος. Ήταν ένα «στρατευμένο» στην υπόθεση της απελευθέρωσης έντυπο που διακρινόταν για τη φρεσκάδα, τον δυναμισμό και τις ψαγμένες θεματικές του. Ο Άρης, που είναι «αλλεργικός» στην πολλή δημοσιότητα, συμμετείχε και σε άλλα εγχειρήματα, όπως τα περιοδικά «Screw» και «Fagazine», επιμελήθηκε με τη συνδρομή και του υποφαινόμενου την επετειακή έκδοση του «Κράξιμο» (εκδ. Γοργώ, 2008), ενός από τα σημεία αναφοράς για τα πιο ανήσυχα «κουήρια» εκείνης της γενιάς. Το 2018, έχοντας ήδη «μαγαρίσει» το ίντερνετ μέσα από την athanatiellinikileventia.gr, κυκλοφορεί το δυσσεβές «Πουστιά, ψυχική ασθένεια και μουσική πανκ – 100% αγνός κουήρ αρνητισμός», μια έκδοση που προανήγγειλε, τρόπον τινά, την παρούσα, εδώ όμως επιστρέφει στις «ρίζες» του και έχει, ως φαίνεται, καλούς λόγους γι’ αυτό.
Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Χαλκιδικής και στην Γ’ Δημοτικού ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Η γειτονιά μου ήταν στο Χαριλάου, δίπλα από το γήπεδο του Άρη. Οι γονείς μου ήταν άκρως συντηρητικοί, θρησκευόμενοι και φοβισμένοι από την πόλη. Όταν διαπίστωσαν ότι έχουν έναν ομοφυλόφιλο γιο που μεγαλώνει στα πόδια τους, έγιναν ακόμα πιο φοβικοί.
Οι «Ανοχύρωτοι Κώλοι» –τίτλος για βραβείο Booker!–, αμάλγαμα «μανιφέστου», εξομολογητικής αυτοβιογραφίας, ιστορικής αναδρομής, αναστοχασμού, συλλογής κριτικών κειμένων, στίχων και quotes, εμπλουτισμένο με σχέδια, σκίτσα, κόμικς, φωτογραφίες και κολάζ στο πνεύμα της πανκ αισθητικής του DIY, έχουν μπόλικη πραμάτεια: επιλεγμένα δημοσιεύματα από τον «Πόθο» με διάπυρα κείμενα του SUBBOY25, ορισμένα με μια κριτική, εκ των υστέρων, ματιά, μαζί και τη μοναδική του συνέντευξη (στο antifa περιοδικό «0151») καθώς επίσης κείμενα άλλων συνεργατών, μαζί κι ένα μικρό χρονικό «συγγενών» εγχειρημάτων (το ένθετο «Πούστριξ», η μακρόβια εκπομπή της ΟΠΟΘ στο ράδιο Κιβωτός, οι πρώτες απόπειρες για ένα θεσσαλονικιώτικο Pride, αφίσες, μπροσούρες, καλέσματα κ.ά.). Στο επίκεντρο είναι, βεβαίως, η Θεσσαλονίκη, οι ένδοξες βυζαντινές της εμμονές, οι βαθιά συντηρητικές έως φασίζουσες κυρίαρχες πολιτικές της καταβολές, το underground «αντίπαλο δέος», η ερωτική της μυθολογία, τα γκέι στέκια, οι πρώτες ακτιβιστικές αναζητήσεις και δράσεις.
Περιλαμβάνονται επίσης κείμενα για το queer σινεμά, τον πανκ αναρχομηδενισμό και γενικότερα τη δρομίσια κουλτούρα –ήταν πάντα απέναντι στη νόρμα και στον καθωσπρεπισμό–, για τους μετανάστες που τότε προέρχονταν κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα από την Αλβανία, μαζί και το πολιτισμικό, ταξικό και ερωτικό τους «αποτύπωμα». Ακόμα, κείμενα για τον ομόφυλο γάμο, για τον στρατό, για τις μεταλλάξεις της ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητας και του επίδικού της, για τη Μάργκαρετ Θάτσερ αλλά και μια μεγάλη θεματική με κείμενα αντιπροσωπευτικά του δημόσιου λόγου για το HIV/AIDS εκείνους τους ζόρικους καιρούς. Ανάμεσά τους το «Eros ANKT/M-X» του αείμνηστου Αλέξη Μπίστικα από το ένθετο της μουσικής συλλογής-benefit για την Act Up Ελλάδας «Εν Τούτω Νίκα» (FM Records, 1996), αποσπάσματα από βιβλία όπως το «How to survive a plague» του Ντέιβιντ Φρανς, η «Σεξουαλική Οικολογία» του Γκαμπριέλ Ροτέλο και το «Safe Sex» του Χάρβεϊ Φέρστιν, καθώς επίσης ρήσεις «δεξιών», όπως χαρακτηρίζονται –κάποιοι ίσως καθ’ υπερβολή–, Αμερικανών γκέι ακτιβιστών στα ’90s, με «επωδό» το κείμενο-κατάθεση του Γιάννη Ρήγα «Εμείς, οι γενιές “μετά” το AIDS».
Συνεχίζοντας το ξεφύλλισμα, συναντάμε ένα διήγημα του Γιάννη Παλαμιώτη κι ένα ακόμη του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, αναφορές στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, στον Μάνο Χατζιδάκι, στους σκηνοθέτες Μπρους Λα Μπρους και Ρόζα φον Πραουνχάιμ, κείμενα για τα «Ροζ Τρίγωνα» στη ναζιστική Γερμανία και για το «Καλό Fisting» (Γκέιλι Ρούμπιν). Αιχμηρά σχόλια για την ομοφοβία που απαντά, ως γνωστόν, και σε κινηματικούς χώρους και το σίγουρα τολμηρό, με δεδομένο το νεοπουριτανικό (και όχι μόνο εκ δεξιών) revival που επικρατεί πλέον στον δημόσιο λόγο, άρθρο της Σάρα Σούλμαν για τον αντίκτυπο της νουβέλας της «Το Παιδί»· γραμμένη το 1999, αναφέρεται στην ομοερωτική εφηβική σεξουαλικότητα και στις –συναινετικές, εννοείται– σχέσεις νεαρών αγοριών και κοριτσιών με ωριμότερους άνδρες και γυναίκες αντίστοιχα, δηλαδή στην πλέον αρχετυπική μορφή ομοερωτισμού, η οποία πλέον προξενεί «overdose» ηθικού πανικού (το αυτό ισχύει και για αντίστοιχες στρέιτ σχέσεις).
Δύο κείμενα του «Πόθου» που αναδημοσιεύτηκαν στον «Ιό» της «Ελευθεροτυπίας» [«Τα Βαλκάνια των στρέιτ» και «Ο Ντούσαν (σ.σ. ένας Σέρβος γκέι ακτιβιστής την εποχή του Μιλόσεβιτς) απαντά στον Χριστόδουλο»], ένα επιθετικό άρθρο για τον λαογράφο Ηλία Πετρόπουλο, συγγραφέα των «Καλιαρντών», για τη στάση του απέναντι στους ομοφυλόφιλους – πιστεύω τον αδικεί λίγο αλλά τις αφορμές του τις έχει, και τρία ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέροντα –και πολύ επίκαιρα– κεφάλαια κλείνουν την καλοδουλεμένη αυτή έκδοση. Το πρώτο, δημοσιευμένο παλιότερα στον «Πόθο» και εν μέρει αναθεωρημένο, αφορά τη στοχοποίηση των ΛΟΑΤΚΙ+ από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, το δεύτερο με τίτλο «Μελαμψοί και έκφυλοι» είναι μια σύνθεση-περίληψη συνέντευξης του Τζόζεφ Mασάντ, καθηγητή στο τμήμα Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στο γκέι περιοδικό «The Guide», μαζί με αναφορές στην έξοχη ομοερωτική ποίηση του Αμπού Νουβάς (Χαλιφάτο Αββασιδών, 7ος αι.) και στο κουήρ μπλογκ «A of Arabia», ενώ στο τρίτο, που τιτλοφορείται «Επιθυμώντας Άραβες», ο Mασάντ δίνει μια ενδιαφέρουσα θεώρηση της σεξουαλικότητας και ιδίως του ομοερωτισμού στον αραβικό κόσμο και της «παραδοσιακής» πρόσληψής του αφενός, της Δυτικής προσέγγισης σε αυτόν αφετέρου.
Στίχοι κομματιών από Τρύπες, Ναυτία, Λένα Πλάτωνος, Στέρεο Νόβα, Εκτός Ελέγχου, Deus Ex Machina, The Clash, Electro Hippies, Pansy Division, Bronski Beat, Limp Whist «ντύνουν» μουσικά αυτή την προσωπική και ταυτόχρονα συλλογική αφήγηση που δίνει αρκετή τροφή για σκέψη –άσχετα με το πόσο θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει κανείς– αναφορικά με τη σύγχρονη ΛΟΑΤΚΙ+/κουήρ ταυτότητα και κουλτούρα.
Ο SUBBOY25 με δικά του λόγια:
«Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Χαλκιδικής και στην Γ’ Δημοτικού ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Η γειτονιά μου ήταν στο Χαριλάου, δίπλα από το γήπεδο του Άρη. Οι γονείς μου ήταν άκρως συντηρητικοί, θρησκευόμενοι και φοβισμένοι από την πόλη. Όταν διαπίστωσαν ότι έχουν έναν ομοφυλόφιλο γιο που μεγαλώνει στα πόδια τους, έγιναν ακόμα πιο φοβικοί: μεγάλωσα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εγκλεισμού, φυλακισμένος κυριολεκτικά στο σπίτι (μην ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν κινητά ή ίντερνετ), σε μια γειτονιά που δεν γνώρισα και δεν αγάπησα ποτέ» (από τη συνέντευξη του SUBBOY25 στο antifa περιοδικό «0151»).
«Η δική μου ερώτηση εδώ είναι, με ποια ιστορική φόρτιση, με ποια γνώση και εμπειρία από το παρελθόν, βασισμένοι σε ποιους κινηματικούς, ακτιβιστικούς, ακαδημαϊκούς λόγους, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, ζητώντας (αν πρέπει να ζητάμε) αυτά που ζητάμε, συγκινούμενοι από αυτά που όντως αξίζει κανείς να συγκινηθεί, νιώθοντας συλλογικά αυτό που είναι αρμόζον να συναισθανθεί κανείς, έχοντες μια νεοπαγή ταυτότητα άγνωστης αρχαιολογίας, προέλευσης και μνήμης…» (από την ίδια συνέντευξη).
«Πολλά ερωτηματικά μαζεμένα, τόσα που θα έλεγα ότι τα ’90s ήταν η εποχή γεμάτη από πικρά ερωτήματα που μετουσιώνουμε σιγά σιγά μέσα από τη δράση μας στο περιοδικό “Ο Πόθος” σε μια πιο συνειδητοποιημένη γκέι ταυτότητα. Κι όμως, θλίβομαι, 30 χρόνια μετά, που τα ερωτηματικά έχουν φθίνει και αντικατασταθεί με βεβαιότητες, με συνοπτικές λέξεις που όμως φέρουν τεράστιο βάρος ώστε δύσκολα μπορεί κανείς να δει μέσα από αυτές: η επιζώσα, η κακοποιημένη, ο βιασμένος, η ομοφοβία, το “εγώ, αδελφή μου, σε πιστεύω” κ.λπ. Συμμετείχαμε κι εμείς στη διάδοση τέτοιων όρων, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας το δίνω στην κουήρ-φεμινιστική θεωρία μέχρι πρόσφατα. Όροι που εν τέλει, μετά από αγώνες για την καθιέρωσή τους (φανταστείτε, 30 χρόνια πριν δεν υπήρχε η λέξη ομοφοβία), με οδηγούν στη σιωπηλή, προσεκτική και με φροντίδα –αλλά και μεγάλη περιέργεια–αποδόμησή τους» (από το κείμενο «Ο δικός μας καθημερινός πόλεμος»).
«Τι ήταν αυτό που παλιότεροι γκέι, συγνώμη, “αδερφές”, γνώριζαν καλύτερα από εμένα; Άκουγα προσεκτικά τις ιστορίες τους, τις αφηγήσεις, τα κατορθώματά τους και κοκκίνιζα από γκάβλα μέχρι τα αυτιά. Πολύ σύντομα άρχισα να διαπιστώνω ότι αυτή η νέα γκέι ταυτότητα ήταν τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει ποτέ όλη την γκέι επιθυμία… Θα έλεγα ότι ο νέος ακτιβισμός, από το 2005 και μετά, με τα ίντερνετ, τις οθόνες και τη δικτύωση, έφερε αμάσητα στην Ελλάδα όχι μόνον την “ορατότητα” (η ορατότητα είναι έλεγχος, είχε πει κάποιος) αλλά και τις ΛΟΑΤ ταυτότητες, το πράηντ, έναν νέο κουήρ φεμινισμό, το coming out, την γκέι περηφάνια και, εν πάση περιπτώσει, τον ίδιο τον σύγχρονο γκέι… Τι απέγινα όμως κι εγώ μετά από όλα αυτά; Σίγουρα δεν με εκφράζει το φεστιβάλ “αξιοπρέπειας”, όπως αποκαλούν ορισμένοι το πράηντ. Μένω στη σκιά, όπως τότε που καραδοκούσα στα πάρκα της παραλίας. Μένω εκτός, κάνοντας περήφανη την Gayle Rubin που λέει ότι η πηγή του πόθου μεταξύ των δύο μπορεί να είναι και μια ακραία διαφορά ηλικίας. Δεν υποκύπτω σε μια μονογαμική, αγαπητική, με συμβατές ηλικίες, αμοιβαία, ασφαλή σχέση… Διαβάζω το βιβλίο του Γιαννακόπουλου (σ.σ. «Ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα», εκδ. Ψηφίδες 2024) ενθυμούμενος, μαθαίνοντας και προσαρμοζόμενος σε ένα νεόφερτο είδος ανθρώπου που δεν θέλει να ενταχθεί, που δεν πιστεύει στον δικαιωματισμό, αλλά αδημονεί να επιτεθεί και να καταστρέψει με την ανωμαλία του. Ίσως έτσι κλείνει κάποιος κύκλος. Μας λέγανε “ανώμαλους”, μα τώρα το φέρουμε στο μπράτσο σαν παράσημο. Μερικοί το λένε και κουήρ» (από το κείμενο «Το φάντασμα της αδερφής»).