O ενθουσιασμός του κοινού στο τέλος των τριών παραστάσεων που έδωσε η Ιλιάδα του Στάθη Λιβαθινού στη Μαδρίτη (καλεσμένη από το Centro Dramatico Nacional στις 17, 18 και 19 Οκτωβρίου) δεν κρυβόταν. Όρθιοι οι θεατές φώναζαν μπράβο, χειροκροτώντας θερμά τον πολυμελή θίασο, τον σκηνοθέτη (στις παραστάσεις της Παρασκευής και του Σαββάτου, και τον Δημήτρη Μαρωνίτη). Φαινόταν, άλλωστε, ότι η σκηνική πράξη είχε συνεπάρει το κοινό κατά τη διάρκεια της τετράωρης παράστασης από το πόσο ήσυχοι και συγκεντρωμένοι παρακολουθούσαν οι θεατές. Επηρεασμένη από τον πλούτο των μεταφορών του ομηρικού κειμένου και τις υπέροχες παρομοιώσεις του, θα έλεγα πως οι άνθρωποι στη σκηνή και στην πλατεία θύμιζαν καράβι που ταξιδεύει με ούριο άνεμο, δύο σύνολα σ' έναν ασυνήθιστης αρμονίας συγχρωτισμό.

 

Η σκληρή δουλειά σκηνοθέτη-ηθοποιών πάνω στην ερμηνεία του λόγου έχει να κάνει και με κάτι εξίσου σημαντικό: τη «σωματοποίησή» του.

 

Πώς επιτεύχθηκε αυτό; Ξένη ανάμεσα σε ξένους, παρακολουθώντας μια ελληνική παράσταση σ' έναν ανοίκειο τόπο, μπόρεσα να την «παρατηρήσω» με την απόσταση που η συνθήκη επέβαλε. Και, ναι, είναι μια παράσταση στην οποία όλα έχουν βρει τη σωστή τους θέση - μια εμπνευσμένη δουλειά συνόλου. O σκηνοθέτης (με τη βοήθεια της Έλσας Αδριανού) έχει καταλήξει στην ιδανική σύνθεση ως προς το σκηνικό κείμενο (η δράση ρέει και τίποτα δεν περισσεύει) και, το κυριότερο, βρήκε τρόπο να μεταφέρει στην σκηνή την Ιλιάδα όχι κόντρα στη φύση και στο ήθος της πρωτότυπης αφήγησης, αλλά αναδεικνύοντας τα χαρακτηριστικά της. Γιατί η Ιλιάδα εμπεριέχει στον αφηγηματικό ιστό της δραματικές σκηνές και διαλόγους. Ο Λιβαθινός βάζει τους ηθοποιούς να ερμηνεύουν τα δραματικά μέρη και μία στιγμή μετά να βγαίνουν από τον ρόλο τους, κλείνοντας το επεισόδιο ή/και προχωρώντας στο επόμενο με αφηγηματικό τρόπο.


Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, που αγαπάει το θέατρο (στο masterclass που έδωσαν σκηνοθέτης και μεταφραστής ομολόγησε την «παθολογική, ενδεχομένως ύποπτη, αγάπη για το θέαμα και ειδικά για το θέατρο» ήδη από τα εφηβικά του χρόνια) και ξέρει την Ιλιάδα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον (αφού αφιέρωσε στη μετάφρασή της οκτώ ολόκληρα χρόνια), είπε ότι δεν μπορεί να φανταστεί καλύτερη ανταπόκριση των δομικών στοιχείων της Ιλιάδας σε μια θεατρική μεταφορά. Και εξήγησε ότι εκτός από τη σκηνοθετική πονηριά, εντός της ίδιας σκηνής να συνυπάρχουν μέρη δραματικά και αφηγηματικά ερμηνευμένα από τους ίδιους ηθοποιούς, η σκηνοθεσία ανέδειξε το ακροαματικό στοιχείο του έπους. «Το έπος είναι γραμμένο για να ακούγεται, είναι ένας λόγος που στρέφεται προς τα έξω, προς το κοινό που ακούει» είπε και συμπλήρωσε: «Οι ηθοποιοί υπερασπίζονται την εξωστρέφεια του λόγου και η ακεραιότητα με την οποία ακούγεται στην παράσταση ο λόγος της Ιλιάδας είναι υποδειγματική. Πρόκειται για έναν τρόπο ερμηνείας αντι-εγωιστικό, οι ηθοποιοί ερμηνεύουν για τους ακούσουν οι άλλοι, όχι για να ακούσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Επιπλέον, δεν υπάρχει ούτε ένας ηθοποιός από το σύνολο που να κάνει υποκριτική επίδειξη και να επιδιώκει να ξεχωρίσει από τους άλλους. Αυτή η παράσταση ως συλλογική εργασία είναι αντι-ιδιοκτητική: καταργεί το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που μπορεί να νιώθει ο μεταφραστής, ο σκηνοθέτης ή ο ηθοποιός για τη δουλειά του. Αυτή η Ιλιάδα χαρίζεται στο κοινό της».

 

Ήταν πολλοί οι λόγοι που αυτές οι τρεις μέρες στη Μαδρίτη μου προκάλεσαν επανειλημμένως συγκίνηση κι ένα αίσθημα υπερηφάνειας γι' αυτό τον κατασυκοφαντημένο τόπο και τους ανθρώπους του. Και την τέχνη που παράγει.



Έχει δίκιο ο σοφός δάσκαλος. Ο Δημήτρης Ήμελλος, η Μαρία Σαββίδη, ο Βασίλης Ανδρέου, ο Άρης Τρουπάκης, ο Νίκος Καρδώνης, ο Γεράσιμος Μιχελής, ο Χρήστος Σουγάρης, ο Γιώργος Χριστοδούλου, ο Διονύσης Μπουλάς, ο Λευτέρης Αγγελάκης, ο Γιώργος Τσιαντούλας, ο Γιάννης Παναγόπουλος και τα τρία κορίτσια, η Αμαλία Τσεκούρα, η Αργυρώ Ανανιάδου και η Νεφέλη Κουρή, είναι εξαιρετικοί και στους συγκεκριμένους ρόλους που έχουν αναλάβει αλλά και στον τρόπο που συνεργάζονται στις πολλές συλλογικές σκηνές. Είδα 2,5 φορές την παράσταση και ειλικρινά δεν μπορούσα να απομονώσω αυτόν που ήταν καλύτερος – ωστόσο, μια που η Ιλιάδα είναι ηρωικό έπος, είναι φυσικό οι ανδρικοί ρόλοι να είναι ανώτεροι σε ποιότητα και βάθος.


Η σκληρή δουλειά σκηνοθέτη-ηθοποιών πάνω στην ερμηνεία του λόγου έχει να κάνει και με κάτι εξίσου σημαντικό: τη «σωματοποίησή» του. Δεν πρόκειται για μια φιλολογική σκηνική προσέγγιση. Οι ηθοποιοί παίζουν με το σώμα τους, μάχονται κανονικά (με έξοχα χορογραφημένες κινήσεις, σύμφωνα με τους κώδικες των σινο-ιαπωνικών πολεμικών τεχνών), ακολουθούν τον ρυθμό του λόγου με την κίνησή τους. Η τετράμηνη δουλειά με τον μοναχό Σαολίν Shi Miao Jie είναι εμφανής – και αξιοθαύμαστη, γιατί υπακούει απόλυτα και εξυπηρετεί ιδανικά τις απαιτήσεις της σκηνικής μεταφοράς του κειμένου.


Ο λόγος στον Στάθη Λιβαθινό: «Ο Όμηρος έμαθε τους ανθρώπους να "ακούν", αλλά, όπως έλεγε ένας Ρώσος δάσκαλός μου, "με λέξεις δεν τρυπάς το δέρμα του σημερινού ανθρώπου". Για να μπορέσει αυτός ο λόγος να φτάσει στο κοινό, και να το συνεπάρει, έπρεπε να υπάρξει μια τεράστια πνευματική, ψυχολογική, σωματική προετοιμασία. Πρόκειται για "απόλυτο" θέατρο, που απαιτεί από τον ηθοποιό να είναι απόλυτα παρών καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.


Εγώ δουλεύω σωματικά, με κριτήριο ότι η ζωή είναι ένα ψυχοσωματικό φαινόμενο. Επιπλέον, πώς να προσεγγίσεις σκηνικά ένα κείμενο που μεγάλο μέρος του αφορά μάχες και μονομαχίες, αν δεν συμμετέχει το σώμα των ηθοποιών; Αντιμετωπίζουμε τον πόλεμο ως ένα καλλιτεχνικό γεγονός και οι πολεμικές τέχνες που μας δίδαξε ο μοναχός Σαολίν είναι άσκηση, χορογραφία και πόλεμος μαζί».


Η κινητική παρτιτούρα της παράστασης απογειώνεται και για έναν επιπλέον λόγο, την ποιητική χρήση μιας σειράς ανυπόληπτων αντικειμένων. Καρέκλες, σκοινιά, γραβάτες, αμπέχονα, ραβδιά, λάστιχα κ.ά. γίνονται φονικά όπλα. Πώς; Επειδή οι ηθοποιοί τα αντιμετωπίζουν ως τέτοια και με (προφανώς) σκληρή αυτοσχεδιαστική δουλειά μας πείθουν ότι κρατούν σπαθιά και δόρατα.


Αφανής στη γωνία της σκηνής, πίσω από τα ντραμς, ο Μανούσος Κλαπάκης συμβάλλει καίρια στην επιτυχία της παράστασης, αφού παρακολουθεί με τα κρουστά του τον λόγο στίχο-στίχο, άλλοτε δίνοντας ρυθμό στην παράλληλη ερμηνεία λόγου-κίνησης, άλλοτε δημιουργώντας τις κατάλληλες ηχητικές ατμόσφαιρες. Και, βέβαια, η δουλειά του Λάμπρου Πηγούνη, με την αξιοποίηση στοιχείων από τον πλούτο της μουσικής μας παράδοσης σ' ένα απολύτως σύγχρονο μουσικό context και την προσεκτική ενορχήστρωσή της μουσικής ώστε να υπηρετεί τη δραματουργία, αποτελεί μάθημα για την οργανική σχέση μουσικής και σκηνικής δράσης.


Ο σκηνοθέτης λέει ότι αυτή η παράσταση είναι μια άσκηση θάρρους, γιατί γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να αποδώσεις όλα αυτά που είναι η Ιλιάδα, και ένα εν εξελίξει πείραμα, γιατί ξέρεις ότι με τέτοια κείμενα δεν τελειώνεις ποτέ: «Δεν ξέρω πώς θα ένιωθα αν έκανα την Ιλιάδα ταινία – δηλαδή όχι κάτι που εξελίσσεται στον χρόνο, όπως αυτή η παράσταση, αλλά μια οριστική, τετελεσμένη μορφή». Κι αν ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα, που δεν έχει από πίσω του την (υλικοτεχνική) υποστήριξη ενός μεγάλου θεάτρου –ειδικά σε περίοδο κρίσης μόνο εύκολο δεν είναι–, τι να γίνει; «Η ζωή δεν αξίζει αλλιώς» λέει ο Στάθης Λιβαθινός.


Ο σκηνοθέτης οδηγήθηκε στην Ιλιάδα από την αγάπη του για το αφηγηματικό θέατρο και τα μεγάλα λογοτεχνικά κείμενα (σε αντιπαράθεση με τη «μικρή», στις περισσότερες περιπτώσεις, σύγχρονη θεατρική γραφή). Τον προκαλούσε η ιδέα ότι οι αρχαίοι ραψωδοί ήταν κάτι σαν τους σημερινούς περφόρμερ, αφηγούνταν κι έπαιζαν μια ιστορία, ασκημένοι μοναδικά στις τεχνικές που κρατούν την προσοχή του κοινού τους ενεργή επί πολλή ώρα. Αυτές οι τεχνικές έχουν περάσει στο ομηρικό κείμενο. «Ο ποιητής των ομηρικών επών –όποιος κι αν ήταν– γνώριζε καλά το παιχνίδι της προσοχής» λέει ο σκηνοθέτης, συμπληρώνοντας τη σκέψη του ως εξής: «Yπάρχουν άνθρωποι που είναι στην άκρη και τραβούν την προσοχή κι άλλοι που είναι στο κέντρο και είναι απολύτως αδιάφοροι».


Στο κοινό του masterclass είπε ότι ανήκει στους σκηνοθέτες που με τις παραστάσεις απευθύνονται καταρχάς στο ελληνικό κοινό. «Πιστεύω ότι το θέατρο είναι πρώτα απ' όλα εθνικό προϊόν – μόνο εφόσον πετύχει να μιλήσει στη γλώσσα του μπορεί να αγγίξει και το κοινό άλλων τόπων. Ειδικά η Ιλιάδα, όπως κάθε μεγάλο έργο (όπως οι μουσικές του Μπαχ και ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες), περιέχει μια πυκνότητα πνευματική που δεν είναι μόνο ελληνική. Οφείλει την ύπαρξή της στην ελληνική γλώσσα, στο DNA της ελληνικής φυλής, αλλά αφορά κάτι μεγαλύτερο, που αφορά όλον τον κόσμο».


Στο κοινό του περασμένου Σαββάτου, που παρέμεινε στο θέατρο μετά το τέλος της παράστασης για τη συζήτηση με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς, ο Λιβαθινός είπε ότι αγαπά το θέατρο γιατί προσπαθεί να δώσει στον κόσμο νόημα. «Στη χώρα μου, η ζωή έχασε το νόημά της σε πολλά επίπεδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ζωή μας έχασε την αξία της αλλά ότι πρέπει να ξαναβρούμε το νόημά της».


Όσο για τον Δημήτρη Μαρωνίτη, στην προσπάθειά του να απαντήσει στο ψευδοδίλημμα «ποίηση ή τέχνη (καλλιτεχνική πράξη)» είπε ότι, μετά την Ιλιάδα, προσπαθεί να μειώνει την (οριζόντια) απόσταση μεταξύ των αντίπαλων πλευρών. «Η τέχνη αφορά την προσπάθεια να καταλάβουμε τη φύση. Δεν θέλω να δεχθώ διαχωρισμούς ούτε καν μεταξύ καλλιτεχνών και μη-καλλιτεχνών. Ας μειώσουμε την απόσταση τέχνης και φύσης. Το στενό βάθος ανάμεσά τους έχει σημασία. Ζήτω η τέχνη υπέρ της φύσης» κατέληξε.


Ήταν πολλοί οι λόγοι που αυτές οι τρεις μέρες στη Μαδρίτη μου προκάλεσαν επανειλημμένως συγκίνηση κι ένα αίσθημα υπερηφάνειας γι' αυτό τον κατασυκοφαντημένο τόπο και τους ανθρώπους του. Και την τέχνη που παράγει.

 

Το πρόγραμμα «Una mirada al mundo» («Ένα βλέμμα στον κόσμο», 11 Σεπτεμβρίου-2 Νοεμβρίου) του Centro Dramatico Nacional έφερε ή θα φέρει στη Μαδρίτη, εκτός από την Ιλιάδα του Λιβαθινού, τις εξής παραστάσεις: Gasoline Bill από το Kammerspiele του Μονάχου σε κείμενο και σκηνοθεσία René Pollesch, το σαιξπηρικό Με το ίδιο μέτρο, μια συμπαραγωγή του Cheek by Jowl και του θεάτρου Puschkin της Μόσχας σε σκηνοθεσία Declan Donellan, La Sangre de Antigona του José Bergamín από το Εθνικό Θέατρο του Μεξικού σε σκηνοθεσία Ignacio Garcia και το Testamento της Vickie Gendreau από το Théâtre de Quat'Sous σε σκηνοθεσία Eric Jean.