Δεν το περιμένει κανείς, κι όμως η Ιστορία της τρέλας του Φουκώ, έστω κάποιες βασικές ιδέες της, υπάρχουν ήδη σ' αυτήν τη θαυμάσια νουβέλα του Άντον Τσέχοφ, Ο Θάλαμος αρ. 6 που παρουσιάζει η Γιολάντα Μαρκοπούλου. Ο Τσέχοφ την έγραψε στα 1891-2, περίοδο μεγάλης σιτοδείας. Ως γιατρός πρόσφερε αφιλοκερδώς τις γνώσεις και τη φροντίδα του στους κατοίκους 26 χωριών γύρω από το Μελίχοβο, 80 χλμ. από τη Μόσχα, όπου είχε αγοράσει ένα κτήμα.


Είχε προηγηθεί το εξάμηνο (Μάιος-Οκτώβριος 1890) που πέρασε στη Σαχαλίνη, το νησί-κάτεργο στον Βόρειο Ειρηνικό, παρότι ήδη φυματικός. Θέλησε να γνωρίσει από κοντά τις συνθήκες ζωής των καταδίκων – και να συντελέσει, με το βιβλίο που έγραψε, στη γνωστοποίηση του αίσχους και στη βελτίωση της απάνθρωπης κατάστασης. Γι' αυτό ο Τσέχοφ έγραψε όπως κανένας άλλος. Δεν ήταν συγγραφέας γραφείου αλλά ένας βαθιά δοκιμασμένος άνθρωπος (ήδη από τα παιδικά του χρόνια), που εκτέθηκε στον κόσμο αλλά δεν σκλήρυνε, που νοιάστηκε και πρόσφερε εμπράκτως σε όσους είχαν ανάγκη, προτού γράψει τα θεατρικά αριστουργήματά του.

 

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου, στην καλύτερη στιγμή της, δουλεύοντας με τέσσερις πολύ καλούς ηθοποιούς, τον Νίκο Γιαλελή, τον Νίκο Κυριακίδη, τον Μιχάλη Μουλακάκη και τον Παναγιώτη Παναγόπουλο (που πραγματικά «κεντάει»), στήνει μια παράσταση μελετημένη, με ρυθμό και θεατρικότητα και άψογο δέσιμο των ερμηνευτών.


Η Έλσα Ανδριανού, που υπογράφει τη διασκευή και τη δραματουργική επεξεργασία, αποδεικνύει μια ακόμη φορά το ταλέντο της να αναδεικνύει την εγγενή θεατρικότητα σημαντικών λογοτεχνικών κειμένων. Το σκηνικό κείμενο εστιάζει σε έναν μόνο από τους πέντε έγκλειστους ψυχασθενείς του θαλάμου 6, στο δημοτικό νοσοκομείο μιας επαρχιακής πόλης. Η παρακμή της σχεδόν ακίνητης κοινωνίας έχει ρουφήξει τον επί εικοσαετία γιατρό του. Μοναχικός, βρίσκει έναν απροσδόκητα ενδιαφέροντα συνομιλητή στο πρόσωπο ενός από τους «τρελούς», ενός άνδρα που έπασχε από μανία καταδιώξεως. Η σχέση τους τον αφυπνίζει και την ίδια στιγμή τον οδηγεί στην πλήρη παραίτηση – και τελικά στον Θάλαμο 6. Με έξοχο τρόπο (και πέρα από την ερμηνεία που παραλληλίζει την κατάσταση του νοσοκομείου μ' αυτήν της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αι.) ο Τσέχοφ δείχνει έξοχα τα ασαφή όρια της ψυχασθένειας, αντιπαραθέτοντάς την με τις άρρωστες συμπεριφορές των υγιών. [Η σκέψη πάει αυθορμήτως σε δύο ιδιοφυείς ανθρώπους, πρωταγωνιστές του δομικού μαρξισμού, τον Λουί Αλτουσέρ (1918-1990) και τον Νίκο Πουλαντζά (1936-1979). Και δη σ' εκείνες τις γραμμές του Αλτουσέρ από την αυτοβιογραφία του: «Δεν μπορώ να μην αναφέρω τον ηρωισμό του αγαπημένου μας Νίκου Πουλαντζά που, ενώ ένιωθε τρομερό πανικό για κάθε ψυχιατρείο, ερχόταν πάντοτε να μ' επισκεφθεί, κάθε φορά που έμπαινα μέσα». Ο Πουλαντζάς έπασχε από «φοβερή κρίση καταδίωξης» και, μετά από μια πρώτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, έβαλε τελικά τέλος στη ζωή του στα 43 χρόνια του. Έναν χρόνο μετά, το 1980, ο Αλτουσέρ στραγγαλίζει τη γυναίκα του. Ζει άλλα 10 χρόνια, κατά μεγάλα διαστήματα σε ψυχιατρικές κλινικές].


Η Γιολάντα Μαρκοπούλου, στην καλύτερη στιγμή της, δουλεύοντας με τέσσερις πολύ καλούς ηθοποιούς, τον Νίκο Γιαλελή, τον Νίκο Κυριακίδη, τον Μιχάλη Μουλακάκη και τον Παναγιώτη Παναγόπουλο (που πραγματικά «κεντάει»), στήνει μια παράσταση μελετημένη, με ρυθμό και θεατρικότητα και άψογο δέσιμο των ερμηνευτών. Άρτια συγκερασμένη, έχει τη σωστή δόση «ελαφρότητας» και ευαισθησίας, που φωτίζει σωστά (με θεατρικούς όρους) την καυστική σάτιρα της νουβέλας. Το λειτουργικό σκηνικό (Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος) «συμμετέχει» δημιουργικά στη δραματουργία, ενώ στο καλό αποτέλεσμα συμβάλλουν η μουσική του Λάμπρου Πηγούνη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.