Το έργο αποτελεί μια χορό-ωδή στην καλλιτεχνία του Μιχαήλ Άγγελου, η οποία αποτυπώθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα γλυπτά του. Την Pieta. Η Pieta (1498–1499) απεικονίζει το σώμα του Ιησού στα πόδια της μητέρας του Μαρίας μετά την αποκαθήλωσή του από τον σταυρό του μαρτυρίου.

 

Παρά την ένταση της στιγμής αυτής, ο Μιχαήλ Άγγελος έχει καταφέρει να μεταδώσει επιτυχώς όλες τις εκφάνσεις μιας τόσο περίπλοκης σκηνής, με τρόπο σφαιρικό. Το γλυπτό από μόνο του δημιουργεί διαφορετικές εμπειρικές αισθήσεις. Το νεκρό σώμα του Ιησού στα χέρια της Παρθένου και η αποδοχή του ασύλληπτου θρήνου προσδοκούν σε μια εικόνα θανάτου που όμως μεταδίδει ξεκούραση. Το αναπόφευκτο και το αναγκαίο πένθος. Την απόλυτη αίσθηση αγαλλίασης απέναντι στο άγαλμα παρόλο τον θρήνο.

 

Το σώμα για τον Μιχαήλ Άγγελο αποτελεί στοιχείο κλειδί όσον αφορά την καλλιτεχνία του. Στα έργα του εστίαζε στην ομορφιά και στην μυϊκή υπερδύναμη του σώματος όχι στην ιδεαλιστική του μορφή, αλλά σε ακραία κινητικότητα.


Στο έργο επτά χορευτές καλούνται να μεταφράσουν την προσέγγιση του Μιχαήλ Άγγελου γύρω από το ανθρώπινο σώμα στην κίνησή τους επί σκηνής. Από την ακαμψία στην κίνηση, από την αντίσταση στην παραδοχή: η ακινησία του γλυπτού μετατρέπεται σε αέναη δράση, που διαρκεί 65 λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων οι καλλιτέχνες/ερμηνευτές διερευνούν όλες τις πτυχές του θανάτου που απεικονίζει το γλυπτό.

 

Η χορο-ωδή Pieta II προέκυψε ως έμπνευση από την ιδέα της δημιουργού ότι στο συγκεκριμένο γλυπτό ενυπάρχει μια έντονη προδιάθεση κίνησης. Η φόρμα κίνησης επεκτάθηκε και ολοκληρώθηκε ως χορογραφία και δράση, με βάση την σπουδή ολόκληρου του έργου του Μιχαήλ Άγγελου.


Οι χορευτές αποδίδουν «εικόνες» από όλο το καλλιτεχνικό φάσμα του Μιχαήλ Άγγελου, συνοδευόμενοι από τους ζωντανούς ήχους των συνθέσεων του Σωτήρη Τσόλη και των ηχογραφημένων μουσικών συνθέσεων του Γιώργου Κραββαρίτη.