Το έργο διηγείται την ιστορία του Αράμ και της Σέτα στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν των Η.Π.Α. ανάμεσα στο 1921 και το 1933. Ο Αράμ είναι ο μόνος επιζών της οικογένειάς του από τη γενοκτονία στην Αρμενία. Διέφυγε στις Η.Π.Α. και δουλεύει ως φωτογράφος.

 

Παντρεύεται δια αλληλογραφίας τη Σέτα, η οποία στα 15 της φτάνει κι αυτή στις ΗΠΑ για μια νέα ζωή, αφήνοντας πίσω της το ορφανοτροφείο στην Κωνσταντινούπολη. Το πρόσωπό της προστίθεται δίπλα σε αυτό του Αράμ σε μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία που εκείνος έχει φέρει μαζί του από την πατρίδα έχοντας κόψει τα κεφάλια των νεκρών συγγενών του.

 

Τη θέση των γονιών του στην φωτογραφία έχει πάρει τώρα το νιόπαντρο ζευγάρι. Και με τη νεαρή του σύζυγο ο Αράμ ανυπομονεί να δημιουργήσει τη νέα οικογένεια Τομασιάν.

 

Ωστόσο τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν όπως τα έχει σχεδιάσει ο Αράμ. Η Σέτα δεν είναι ικανή να τεκνοποιήσει. Οι ισορροπίες στην οικία Τομασιάν θα ανατραπούν με την είσοδο του Βίνσεντ, ενός άστεγου αγοριού. Μετά από χρόνια σιωπής η Σέτα κατορθώνει να πείσει τον Αράμ να πάψει τα «μνημόσυνα» για τη χαμένη του οικογένεια απομακρύνοντας τη φωτογραφία με τα κομμένα κεφάλια και αποδεχόμενος τον μικρό Βίνσεντ ως το νέο μέλος της οικογένειας Τομασιάν.

 

Πολλά χρόνια αργότερα ένας ηλικιωμένος ευγενής Κύριος αφηγείται αυτή τη συγκλονιστική ιστορία αφήνοντας την να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας...

 

Το μέλλον πάνω στα συντρίμμια του παρελθόντος, σε μνήμες που έχουμε ήδη απολέσει. Υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες οι δύο κεντρικοί ήρωες παλεύουν να κάνουν μία νέα αρχή. Ο Βίνσεντ, είναι ο απόγονος αυτής της προσπάθειας που στέφθηκε με επιτυχία. Είναι η συνείδηση όλων μας που μας υπενθυμίζει από την μία πόσο τρομακτική είναι η φύση του ανθρώπου και από την άλλη πόσο ικανοί είμαστε να παλέψουμε ενάντια στην φύση μας αυτή, κόντρα σε όλα τα «κτήνη στο φεγγάρι», για να διασώσουμε κάθε εναπομένουσα ελπίδα.