Λαχταριστό διάφραγμα Black Angus.
Λαχταριστό διάφραγμα Black Angus.

 

Ως πανκ παιδί, κάτι που ακόμη κουβαλάω μέσα μου στο κατώφλι της μέσης ηλικίας, ένιωθα πάντα έναν αποτροπιασμό για τα mainstream μαγαζιά. Θα πάω μεν, πλην όμως σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς θα φροντίσω να μην ενθουσιαστώ, να μην αφεθώ, θα φροντίσω να είμαι όσο μπορώ πιο επικριτική και με φρύδι σηκωμένο, λες και προδίδω κάθε φορά την ιδέα, το Κόμμα και τον αόρατο αρχηγό μιας εναλλακτικότητας, μιας διαφορετικότητας που πια δεν ξέρει πού πατάει, πού βρίσκεται και ποιο είναι το όνομά της.

 

Μπορεί να φταίνε τα κατάλοιπα της lifestyle εποχής, τότε που ο κόσμος ήταν μοιρασμένος σε φυλές ‒οι φυλές της Αθήνας, οι φυλές της Ελλάδας, οι φυλές της Κωλοπετεινίτσας‒, τότε που έπρεπε να ανήκεις κάπου και να το γράφεις στο κούτελο, στα ρούχα και στα παπούτσια, τότε που ζούσαμε σαν απάτσι-ερυθρόδερμοι, περιχαρακωμένοι ο καθένας στην-ανώτερη-δική του φυλή, μεταφράζοντας λάθος το «με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις» του Σαββόπουλου.

 

Η κρίση ήταν ο Ισπανός κατακτητής που ήρθε και σάρωσε τις ντόπιες φυλές και όλοι οι ερυθρόδερμοι γίναμε μια χλωμή από τον τρόμο της ράτσα, με χρέη, αναδουλειές και λοιπές απογοητεύσεις. Όχι που γίναμε όλοι ένα Ένα-ενωμένο, αλλά οι διαφορές μαλάκωσαν και δεν είναι πια πρέπον να διαχωρίζουμε φωναχτά και δημόσια τη θέση μας από του πλησίον στους καιρούς της ανάγκης.

 

Πέντε μερόνυχτα να αφιερώσεις στο κυνήγι των θησαυρών του, αποκλείεται το βλέμμα σου να χωρέσει τη λεπτομέρεια, τα χιλιάδες τζάτζαλα-μάτζαλα, τα διακοσμητικά, τα φωτιστικά, τα έπιπλα, τη φορτωμένη πληροφορία που καίει κάθε σκληρό δίσκο.

 

Το ίδιο το «βγαίνω έξω» έχει αλλάξει, θολώνοντας με ένα ασαφές blur το τοπίο. Τα huge mainstream κλαμπ δεν υπάρχουν πια, η παραλιακή έσβησε τις πολλές μαρκίζες της, τα ακριβά εστιατόρια της επίδειξης πέθαναν, τα καφέ καλούνται να εξυπηρετήσουν all-day, το πρωί καπουτσίνο - το βράδυ ξεσάλωμα, οι διαφορές είναι πλέον σιωπηρές και καθορίζονται περισσότερο από τις ηλικίες και το γούστο στη μουσική, καθ' ότι ποτέ δεν θα αδελφωθούν συγκινησιακά στο ίδιο μαγαζί ο λάτρης του Ρέμου και ο new school punk οπαδός.

 

Στον Che δώσαμε ραντεβού, κάτω από τα 14 μέτρα γκράφιτι-πορτρέτο της Φρίντα, στην πλάτη μιας πειραιώτικης πολυκατοικίας, μια κομμώτρια, μια μακιγιέζ, μια δημοσιογράφος, ένα κορίτσι των τηλεοπτικών παραγωγών κι εγώ, δηλαδή όλος ο συνδυασμός που θα σου δώσει το χαστούκι που χρειάζεσαι για να προσγειωθείς άμα αρχίσεις τα παράπονα γιατί δεν παίζει Ίγκι και Violent Femmes.

 

Μπαίνοντας στο Che, έχεις βγάλει διαβατήριο για Σάντα Φε κι έχεις ήδη προσγειωθεί σε ένα ταξίδι που σε διακτινίζει και βαστά τα 10 λεπτά που βαστάει η κάθοδος από τη Συγγρού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μπαίνοντας στο Che, έχεις βγάλει διαβατήριο για Σάντα Φε κι έχεις ήδη προσγειωθεί σε ένα ταξίδι που σε διακτινίζει και βαστά τα 10 λεπτά που βαστάει η κάθοδος από τη Συγγρού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το Che είναι το δεύτερο από τα δύο μαγαζιά σε όλο το Λεκανοπέδιο που δεν τα λες μαγαζιά αλλά έναν ολόκληρο πλανήτη προς εξερεύνηση. Το ένα υπερνότιο, υπερβόρειο το άλλο, το Buba, για το οποίο θα τα πούμε άλλη στιγμή, με ένα ολόκληρο σύμπαν να τα χωρίζει.

 

Μπαίνοντας στο Che, έχεις βγάλει διαβατήριο για Σάντα Φε κι έχεις ήδη προσγειωθεί σε ένα ταξίδι που σε διακτινίζει και βαστά τα 10 λεπτά που βαστάει η κάθοδος από τη Συγγρού.

 

Το Che είναι ένα υπέροχο διατηρητέο του 1920 με τις αλάνες-αυλές του, το Che είναι εκατοντάδες τετραγωνικά, το Che αλλού καπνίζει, αλλού είναι άκαπνο, αλλού χωμένο σε μια απόλυτη εσωστρέφεια, αλλού κοιτά κατάματα τον ήλιο, αλλού ισόγειο, αλλού στον όροφο, αλλού μπαρ, αλλού καφέ και παντού εστιατόριο, αλλού «α, να κι άλλο ένα μπαρ!», αλλού βαβούρα, αλλού εκείνη η γαλήνη που νιώθεις όταν μπαίνεις σε ένα βιβλίο που σε παθιάζει, αλλού ερωτικό, αλλού της παρέας.

 

Το Che είναι ο χώρος που μεταφράζεται σαν όνειρο, μπαίνεις στην αρχιτεκτονική, στη λογική του ονείρου, όπου όλα, ακόμη και τα πιο αλλοπρόσαλλα, συνυπάρχουν, όπου καταργούνται οι δομές και μπλέκονται οι ιστορίες σε ένα ενιαίο παραμύθι. Το εύκολο είναι να το παρομοιάσεις με χασιέντα. Αυτή, όμως, έχει τη λογική και το χρώμα της. Εδώ, η χασιέντα γίνεται η χασιέντα όπως την είδε μια νύχτα στον ύπνο του ένα κορίτσι από το Βιετνάμ, η Τουμ Τραν.


Σαν καλειδοσκόπιο, σαν τη χώρα των θαυμάτων όπου κάθε τοίχος από πάνω ως κάτω γεμίζει με φλοράλ ταπετσαρίες, πολύχρωμες στόφες, ζαλιστικά χρώματα, χρυσές κορνίζες με τη Φρίντα σε σουρεάλ πόζες, εξωτικά φυτά και μπόλικο τιρκουάζ στους τόνους όλων των εξωτικών θαλασσών, Εσμεράλντες και κάκτους, φλαμίνγκο και φλαμένκο, αθάνατους κι εκείνο το μεξικάνικο κόκκινο του ηλιοβασιλέματος, μπαμπού και αντίκες, Μαντόνες και ταυρομάχους.

 

Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Πέντε μερόνυχτα να αφιερώσεις στο κυνήγι των θησαυρών του, αποκλείεται το βλέμμα σου να χωρέσει τη λεπτομέρεια, τα χιλιάδες τζάτζαλα-μάτζαλα, τα διακοσμητικά, τα φωτιστικά, τα έπιπλα, τη φορτωμένη πληροφορία που καίει κάθε σκληρό δίσκο.


Το ερωτευμένο ζευγάρι, η οικογένεια στο πριβέ δείπνο, η παρέα που τσιρίζει, οι φιλενάδες, ο μοναχικός τύπος στα μετόπισθεν κι ένα γλυκό φως που όλα τα δείχνει και όλα τα κρύβει μέχρι να γίνουν ασαφή, να λουστούν στο χρώμα.


Μια βόλτα φέρνει στον εγκέφαλο το εφέ από δύο μαζί παραισθησιογόνα τριπάκια, τόσο που λες τι να το πιω τώρα το καπνιστό μεσκάλ που μου προτείνει ο Γιάννης, ο μάστερ των ποτών, και με έναν χυμό ανανά το ίδιο καλά θα περάσω.

 

Συμβιβάζεσαι με μια rioja, σε πιάνει και μια ανησυχία για τη μουσική, μήπως με τόσο λατινο-σουρεάλ στο ντεκόρ παίζει τίποτα εκνευριστικές καρναβαλίστικες σάμπες, αλλά ο DJ σε λυπάται και παίζει τα πάντα όλα. Και φάνκι και ρομαντικά και πιο ροκ και Μανού Τσάο στα παλιά, τα καλά.


Αν έχεις πάει για εξομολογήσεις και καθίσεις στην πρώτη αίθουσα, έχεις χάσει, πρέπει να το αναβάλεις ή να περάσεις στο κτίριο Νο 2. Κι εμείς θα περάσουμε στο ψητό του μενού, που, όπως αντιλαμβάνεσαι, μιλά λατινοαμερικάνικα.

 

Αν προτιμήσεις το κοκτέιλ με κάτι ψιλοτσιμπητό, υπάρχουν πλήθος τα bocadillos ή τάπας ή μεζεδάκια όπως οι τηγανητές ψαροκροκέτες με τσιπς από άγρια μπανάνα και μαγιονέζα πικάντικη με εστραγκόν. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Αν προτιμήσεις το κοκτέιλ με κάτι ψιλοτσιμπητό, υπάρχουν πλήθος τα bocadillos ή τάπας ή μεζεδάκια όπως οι τηγανητές ψαροκροκέτες με τσιπς από άγρια μπανάνα και μαγιονέζα πικάντικη με εστραγκόν. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Αλλά μην πάει ο νους σου στο κλασικό μέξικαν μπουρίτος-τάκος. Ο σεφ Δημήτρης Φέτσης έζησε 10 χρόνια στον Παναμά, όπου δεν ξέρω να σου πω ακριβώς τι τρώνε, αλλά η κουζίνα του Δημήτρη έχει μέσα της πολλή τεχνική από τις μοντέρνες.

 

Μ' αυτό δεν σκοπεύω να σε τρομάξω και να νομίσεις ότι θα φας κάτι κουτσουλιές μέσα σε ένα τεράστιο πιάτο. Το εντελώς αντίθετο: στη μαγειρική του ο Δημήτρης δεν ξέρω πόσο λάτιν είναι, σίγουρα όμως είναι πολύ Βορειοελλαδίτης Βεροιώτης, αφού η πληθωρικότητα της καταγωγής του ετοιμάζει πιάτα γενναιόδωρα, ψηλά σαν τον Όλυμπο, ικανά να χορτάσουν δέκα νοματαίους.

 

Αν προτιμήσεις το «κάτι ελαφρύ», θα πάρεις μια causa limena με μοβ πατάτα, καβούρι, αβοκάντο και κινόα ή ένα σεβίτσε θαλασσινών με τον κόλιανδρο, το γάλα καρύδας και το λάιμ του ή, οριακά, τα άγρια μανιτάρια πάνω σε πουρέ μοβ πατάτας και καμένο τυρί ταλέτζιο.


Αν προτιμάς να πέσεις στα χορταστικά, να δοκιμάσεις τα χοιρινά μάγουλα με παπαρδέλες και σάλτσα κακάο, την chimichanga με βελούδινο μοσχαράκι πάνω σε μαύρα φασόλια, μοβ λάχανο και τηγανητή κινόα.


Αν προτιμήσεις το κοκτέιλ με κάτι ψιλοτσιμπητό, υπάρχουν πλήθος τα bocadillos ή τάπας ή μεζεδάκια όπως οι τηγανητές ψαροκροκέτες με τσιπς από άγρια μπανάνα και μαγιονέζα πικάντικη με εστραγκόν.

 

 Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Αν έρθεις πρωί, θα δοκιμάσεις ένα brunch με μπόλικες λατίνο νότες, εκεί όπου ένα μπέργκερ συναντά τα jalapenos, την τηγανητή γιούκα, την καπνιστή ντομάτα και τη μαγιονέζα μαύρου σκόρδου.


Και κάπως έτσι περάσαμε μια mainstream βραδιά κεφιού. Αλλά σε ένα mainstream που έχει βάλει νερό στο κρασί του, φρέσκο, της εποχής, που δανείζεται το πιο εναλλακτικό ντεκόρ με χαρακτήρα, αντί να φτιάξει άλλο ένα μαύρο μίνιμαλ μαγαζί με μια ταπετσαρία λαχούρι σε έναν τοίχο, έτσι για το κοντράστ.


Στη μουσική όλοι κάπου βρήκαμε το κομμάτι μας, εκτός ίσως απ' όσους λαχτάρησαν κάτι σε Θεοδωρίδου ή Μητροπάνο: και οι κύριοι ασφαλιστές της διπλανής παρέας και τα χιπστεροαγόρια στο μπαρ και οι μακρυμαλλούσες ξανθιές με τα φούξια εξτένσιον και ένα ζευγαράκι συνταξιούχων στα πιο κόζι μετόπισθεν.

 

Τέλος, τριγύρω μου οσμίστηκα μια αύρα φλερτ, κάτι που αποκλείεται στα μπαράκια της Αγίας Ειρήνης, αλλά, από ό,τι πληροφορήθηκα, κυκλοφορεί ευρέως, με ενθουσιασμό και αντρίκια χάρη, στην Τρούμπα και τα νότια, γενικότερα.

 

Che, Καραΐσκου 151, Πειραιάς, 210 4296660