Σε μία εποχή που η δημοτικότητα του έχει πέσει, η ύστατη απόπειρά του να επιστρέψει στην όπερα πέφτει στο κενό και οι φήμες ότι θα εγκαταλείψει το Λονδίνο ολοένα και φουντώνουν, ο Τσαρλς Γένενς, Άγγλος ευγενής με φιλολογικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στέλνει στον Τζωρτζ Φρίντερικ Χαίντελ, στενό του συνεργάτη, ένα νέο λιμπρέτο για ορατόριο. Σε μια επιστολή της εποχής γράφει: Ελπίζω να βάλει στο έργο όλη του την Τέχνη και τη μεγαλοφυΐα, ώστε η σύνθεση αυτή να ξεπεράσει κάθε προηγούμενη, γιατί το θέμα της ξεπερνά κάθε άλλο:

Το θέμα είναι «Ο Μεσσίας». Ήδη μέσα σε 24 μέρες, το ορατόριο Μεσσίας είχε ολοκληρωθεί και στις 13 Απριλίου του 1742 παρουσιάστηκε στο New Music Hall του Δουβλίνου σε μια ασφυκτικά γεμάτη Αίθουσα. Για να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι θεατές, η διεύθυνση του θεάτρου ζήτησε από τους άνδρες θεατές να μη φέρουν τα σπαθιά τους και από τις γυναίκες να αποφύγουν να φορέσουν κρινολίνα. Η επιτυχία της πρεμιέρας επαναλήφθηκε στο Covent Garden με την προσθήκη δύο επιπλέον σόλο και το έργο εξασφάλισε μία θέση στα κλασικά αριστουργήματα καθιστώντας το ίσως το δημοφιλέστερο χορωδιακό έργο όλων των εποχών.

«Ο Μεσσίας» είναι βασισμένος στη γέννηση και στα Πάθη του Χριστού και διαρθρώνεται σε τρία μέρη: την προφητεία της έλευσης του Μεσσία και την εκπλήρωση της προφητείας, τα Πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου ακούγεται το περίφημο χορωδιακό "Hallelujah" και στο ρόλο του Μεσσία στη μετά θάνατον ζωή. Ένα αξιόλογο καστ καλλιτεχνών πλαισιώνει τη γιορτινή συναυλία: η σοπράνο Φανή Αντωνέλου, η μέτζο Μαίρη Ελεν Νέζη, ο τενόρος Τζέισον Νταρνέλ και ο μπάσος Χριστόφορος Σταμπόγλης.

Ιδανική ερμηνεύτρια της μπαρόκ μουσικής, η Καμεράτα– Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής υπό τη μουσική διεύθυνση του Νίκου Τσούχλου και η Χορωδία Δήμου Αθηναίων υπό τον μαέστρο Σταύρο Μπερή αποτελούν εγγύηση για έναν «απογειωτικό» Μεσσία .

 

*****