Λίγα βιβλία με μάγεψαν τόσο όσο οι Αυτόχειρες Παρθένοι και ειδικά το Middlesex. Τα είχα μάλιστα διαβάσει στο πρωτότυπο σε ένα μακρύ ταξίδι στην Ινδία σαν κι αυτό που είχε κάνει στην ίδια περίπου ηλικία ο συγγραφέας. Μαθαίνοντας λοιπόν ότι έρχεται Αθήνα και θα μιλήσει στο ΚΠΙΣΝ, έσπευσα να τον ακούσω με την ψυχολογία ακόμα βαριά εξαιτίας μιας τραγικής ανθρώπινης απώλειας (του Ζακ Κωστόπουλου) που έχει ρίξει τη σκιά της στην πόλη μέρες τώρα και που σχετίζεται εν πολλοίς με τον αγώνα του διαφορετικού να αναδειχθεί και να επιβιώσει, κάτι που απαντά συχνά στο έργο του.


Ενώπιον ενός κοινού που θεωρεί πολύ κοντινό του ένεκα αφενός η καταγωγή, αφετέρου επειδή είναι το μόνο που προφέρει σωστά το επώνυμό του, όπως χαριτολόγησε, ο Τζέφρι εμφανίστηκε πνευματώδης, εξομολογητικός και πρόθυμος συζητητής, με τις συνομιλήτριές του Μικέλα Χαρτουλάρη και Κάλια Παπαδάκη να συμβάλλουν στο ξετύλιγμα μιας ενδιαφέρουσας κουβέντας που «εμπλούτισαν» και αρκετές από τις ερωτήσεις που τέθηκαν ύστερα. Ιδού τι συγκράτησα από όλα αυτά λίγο προτού απορροφηθώ στην ανάγνωση του νέου του βιβλίου Δελτίο Παραπόνων, που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη:

 

Μελετώντας τους Έλληνες της Μικρασίας γνώρισε και κατανόησε, λέει, πολύ καλύτερα τον παππού και τη γιαγιά του από ό,τι τους θυμόταν εν ζωή, διαμόρφωσε δε έτσι τη δική του «προσωπική ελληνική κληρονομιά», καθιστώντας τη συνειδητό μέρος της ταυτότητάς του.

 

Δήλωσε εντυπωσιασμένος από το ΚΠΙΣΝ, λαμπρό δείγμα, καθώς είπε, μιας καινούργιας υπό εξέλιξη Αθήνας που θα άξιζε να γνωρίσουν καλύτερα οι ξένοι επισκέπτες της.


• Με αφορμή το γεγονός ότι σε τρία διηγήματα του νέου του βιβλίου Δελτίο Παραπόνων πρωταγωνιστούν "wannabe" εκατομμυριούχοι, διευκρίνισε ότι δεν είναι μόνο αμερικανική «εμμονή» ο γρήγορος πλουτισμός αλλά μάλλον παγκόσμια, ανέφερε δε τον ίδιο τον «οικοδεσπότη» του Σταύρο Νιάρχο ως πετυχημένο παράδειγμα εκατομμυριούχου σε νεαρή σχετικά ηλικία. Όσο για τον ίδιο, που ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα δουλεύοντας ως σερβιτόρος, δεν το «είχε» λέει ποτέ με τις μπίζνες παρά τη σχετική οικογενειακή παράδοση, ούτε με το Χρηματιστήριο τις «καλές» εκείνες εποχές που όλοι πλούτιζαν «με έναν τρόπο που αδυνατούσα να συλλάβω». Η επιτυχία που γνώρισε μετά τα 30 μέσα από τη συγγραφή ήταν κάτι που απλώς – και μάλλον αναπάντεχα – προέκυψε, νιώθει δε ευτυχής που προνόησε να αγοράσει ένα σπίτι λίγο πριν από το «κραχ» του 2008 αντί να κάνει τα χρήματα εκείνα μετοχές, όπως πολλοί Αμερικανοί τότε.


• Ιστορίες και χαρακτήρες από προηγούμενα βιβλία «επανέρχονται» στο Δελτίο Παραπόνων ως αυτοτελείς ήρωες και διηγήματα, δίνοντάς τους μια καινούργια διάσταση. Αλλά και η συγγραφή μιας συλλογής μικρών διηγημάτων αντί για ένα ακόμα συμπαγές, «μνημειώδες» μυθιστόρημα είναι γι΄αυτόν, είπε, μια καινούργια πρόκληση.

 

Ο παππούς του Τζέφυ Ευγενίδη, Ευγένιος, εικονίζεται δεξιά με τον Παπάγο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μνημειώθηκε με το ακριβές του όνομα στην «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ: «Μέσα στην φαιά καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού / ο Σμυρνιός έμπορος, κύριος Ευγενίδης./ Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες./ Τσιφ Λόντον: φορτωτικές εν όψει,/ με κάλεσε με τα φτωχά του γαλλικά / για πρόγευμα στο Κάννον Στριτ Οτέλ / κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ»... Μετφρ. Γιώργος Σεφέρης
Ο παππούς του Τζέφυ Ευγενίδη, Ευγένιος, εικονίζεται δεξιά με τον Παπάγο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μνημειώθηκε με το ακριβές του όνομα στην «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ: «Μέσα στην φαιά καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού / ο Σμυρνιός έμπορος, κύριος Ευγενίδης./ Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες./ Τσιφ Λόντον: φορτωτικές εν όψει,/ με κάλεσε με τα φτωχά του γαλλικά / για πρόγευμα στο Κάννον Στριτ Οτέλ / κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ»... Μετφρ. Γιώργος Σεφέρης


• Αναφέρθηκε επί μακρόν στο οικογενειακό του ιστορικό που εμπνέει πολλές από τις ιστορίες του. Στον Μικρασιάτη παππού, καθηγητή Πανεπιστημίου που φτάνοντας στην Αμερική μετά την καταστροφή της Σμύρνης άνοιξε ένα μικρό μοτέλ, έπειτα ένα μπαρ και τέλος ένα εστιατόριο. Στον πατέρα που είχε πάθος με το επιχειρείν, που κατάφερε να αποκτήσει μεγάλη περιουσία, έχασε όμως τα περισσότερα όταν, παρά την αντίθεση της μητέρας, επιχείρησε μια τελευταία «καλή» μπαίνοντας στην αγορά ακινήτων λίγο προτού σκάσει η «φούσκα». Του καταλόγιζε «ύβρι» γι΄αυτό με την αρχαιοελληνική έννοια, ταυτόχρονα όμως αναγνώριζε τη «μεγαλοπρέπεια» ενός ανθρώπου που αντί να γίνει ένας ακόμα βαρετός συνταξιούχος, κυνήγησε το ρίσκο μέχρι τέλους.


• Έκανε ξεχωριστή μνεία στη μητέρα του που ούσα φανατική βιβλιοφάγος, «κληρονόμησε» και στον ίδιο την αγάπη για τα βιβλία. Η μεγάλη της δε στενοχώρια όταν γερνώντας έπαθε άνοια, ήταν ότι δεν μπορούσε πια να διαβάζει. Ανακάλυψε δε ότι επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες αντάλλασσαν ταχυδρομικώς βιβλία με παιδική της φίλη επίσης βιβλιόφιλη. Μια δραστηριότητα που αγνοούσε η υπόλοιπη οικογένεια, αφού προτιμούσε να την κρατά «μυστική»!


• Μίλησε αρκετά για το Ντιτρόιτ, την πόλη που μεγάλωσε και που αποτελεί αγαπημένο του λογοτεχνικό «σκηνικό» (πλέον ζει στο Σικάγο). Το πόσο θορυβώδη και γεμάτη ζωή τη θυμόταν πιτσιρικάς, όταν ήταν η 4η πλουσιότερη και πολυπληθέστερη πόλη στις ΗΠΑ, το πώς έπειτα την είδε να παρακμάζει ραγδαία, να φτωχαίνει, να χάνει τους μόνιμους κατοίκους της και να μετατρέπεται σε «άντρο» συμμοριών, ενώ στα πλαίσια μια επιχειρούμενης ανάπλασης κατεδαφίστηκαν πολλές ιστορικές γειτονιές και κτίρια.


• Αναλύοντας τον τρόπο δουλειάς του, είπε ότι σπάνια γνωρίζει από πριν το τέλος ενός βιβλίου, εξελίσσει στην πορεία χαρακτήρες και υπόθεση: «Γράφω συνέχεια κι ας μη δημοσιεύω συχνά... δε βιάζομαι να τελειώσω κάτι, αναθεωρώ, επανέρχομαι... δεν είναι ό,τι πιο παραγωγικό αλλά αυτός είμαι!». Είπε επίσης ότι τόσο για το Middlesex όσο και για άλλα βιβλία του χρειάστηκαν χρόνια ενδελεχούς έρευνας (κάτι που γενικά συνηθίζουν οι Αμερικανοί συγγραφείς). Ανέτρεξε σε αρχεία και βιβλιοθήκες, μελέτησε ιστορία, βιολογία, σεξουαλικότητα, ανατομία κ.λπ.: Καθόλου κακή δουλειά αν σκεφτείς ότι το Middlesex είναι σήμερα σημείο αναφοράς ακόμα και σε πανεπιστημιακό επίπεδο! Συνηθίζει, συμπλήρωσε, να ξεκινά 2-3 πρότζεκτ μαζί προτού καταλήξει, «ζηλεύει» δε αγαπημένους του συγγραφείς όπως ο Τσέχοφ και η Καναδέζα Μέρι Άλις Μονρό επειδή καταφέρνουν να ξετυλίγουν το κουβάρι μιας ολόκληρης ζωής σε λίγες μόλις σελίδες.


• Παρότι είπε διέθετε παλιότερα ένα ωραίο στούντιο συγγραφής με κήπο, θέα και γυάλινες προσόψεις στις αποχρώσεις του γαλάζιου, πλέον προτιμά να εργάζεται σε ένα μικρό ανήλιαγο δωμάτιο ώστε να παραμένει συγκεντρωμένος και απερίσπαστος.


• Συμβούλευσε τους νέους συγγραφείς να διαβάζουν πολύ προτού ξεκινήσουν, να κατανοήσουν γιατί ακριβώς εκτιμούν τους δικούς τους αγαπημένους συγγραφείς αλλά και να μπορέσουν έπειτα να τους αποδομήσουν.


• Μελετώντας τους Έλληνες της Μικρασίας γνώρισε και κατανόησε, λέει, πολύ καλύτερα τον παππού και τη γιαγιά του από ό,τι τους θυμόταν εν ζωή, διαμόρφωσε δε έτσι τη δική του «προσωπική ελληνική κληρονομιά», καθιστώντας τη συνειδητό μέρος της ταυτότητάς του.


• Αναφερόμενος στις σπουδές του, έκανε χιούμορ με το «αφιόνι» των καθηγητών του στο Πανεπιστήμιο για τους μοντέρνους Γάλλους φιλοσόφους που έπρεπε κάθε καλός φοιτητής να «αναμασά», είτε τους καταλάβαινε είτε όχι! Απέτισε, εντούτοις, φόρο τιμής στον Ρολάν Μπαρτ επειδή τα γραπτά του, παρότι «αντιερωτικά», του είχαν λέει προκαλέσει μια έντονη ανάγκη να ερωτευθεί και ν' αγαπηθεί, του ενέπνευσαν δε το Σενάριο Γάμου.


• Μίλησε για τα μεγάλα ταξίδια της νιότης του στην Ανατολή, τις έντονες πνευματικές αναζητήσεις που είχε τότε, για μια χρονιά στην Ινδία που αρρώστησε βαριά κι επεχείρησε να αυτοθεραπευθεί μέσω αυστηρής νηστείας, χωρίς φάρμακα, γλιτώνοντας εντέλει από τύχη τα χειρότερα! Για το αίσθημα απόλυτης ελευθερίας και ανεξαρτησίας που μπορούσε να έχει ένας ταξιδιώτης τις εποχές που μπορούσες ακόμα να «χαθείς από προσώπου Γης», που δεν υπήρχαν κινητά και Ίντερνετ. Οι δικοί του, θυμάται, μάθαιναν επί μήνες νέα του μόνο από αραιά τηλεφωνήματα ή μέσω επιστολών, τις οποίες μάλιστα συνέγραφε σαν μικρά λογοτεχνικά κείμενα-ανταποκρίσεις αλλά που δεν θέλει καν να τις θυμάται πια!


• «Αποκάλυψε» πως μικρότερος ήθελε να γίνει ηθοποιός αλλά τον ενοχλούσαν οι περιορισμοί που έθεταν τα φυσικά του χαρακτηριστικά στην ανάθεση ρόλων, κάτι που δεν συμβαίνει με τη συγγραφή γι΄αυτό και την προτίμησε. Όσο για τη μεταφορά βιβλίων στον κινηματογράφο, φάνηκε διχασμένος καθώς «η ταινία είναι το όνειρο ενός βιβλίου» και σπάνια μένει πιστό στο πνεύμα του, κάτι που πάντως κατάφερε αρκετά καλά η Σοφία Κόπολα με τις Αυτόχειρες Παρθένους.


• Μια άλλη αποκάλυψη ήταν πως το στόρι του επόμενου βιβλίου του θα εκτυλίσσεται στο Βερολίνο όπου είχε ζήσει μια πενταετία, θα είναι δε τόσο «γερμανικό» όσο «ελληνικό» ήταν το Middlesex.


• Σημείωσε ότι το μεγάλο πρόβλημα της Αμερικής είναι ότι ενώ ξεκίνησε ως μια Πολιτεία ίσων σε γενικές γραμμές ανθρώπων (έστω και μόνο λευκών) σε οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο, οι διαφορές αυτές είναι πλέον χαώδεις.


• Μια βασική διαφορά των Αμερικανών με τους Ευρωπαίους είναι, είπε, το γεγονός ότι οι δεύτεροι κάνουν ευκολότερα φιλίες και ξοδεύουν πολύ περισσότερο χρόνο γι΄αυτές.


• «Αντίθετα με την επικρατούσα άποψη, όσο ωριμάζουμε γινόμαστε λιγότερο σοφιστικέ και πιο αθώοι», δήλωσε, μνημονεύοντας τον Ντίλαν που είχε πει «ήμουν γηραιότερος κάποτε, νεότερος τώρα». Μνημόνευσε επίσης συχνά τον Τζέιμς Τζόις, με τη διαπίστωση του οποίου ότι «ξεκινώντας να γράφεις κάτι, ξαφνικά όλα όσα παρατηρείς ή συμβαίνουν γύρω σου σχετίζονται με αυτό» συμφώνησε απόλυτα.