Ο Ναμπούκκο του Βέρντι δεν είναι από τις πιο αγαπημένες μου όπερες. Το ποιητικό κείμενο του Τεμίστοκλε Σολέρα δεν έχαιρε από την εποχή του ακόμα ιδιαίτερης εκτίμησης. Ο Ιταλός εμπνέεται μεν από την Παλαιά Διαθήκη αλλά «δανείζεται» μέρος της υπόθεσης από θεατρικό έργο των Ωγκύστ Ανισέ – Μπουρζουά και Φρανσίς Κορνύ, που είχε παρουσιαστεί στο Παρίσι το 1836. Το αποτέλεσμα της κλοπής -και της τσαπατσουλιάς θα έλεγα- είναι ένα όχι καλά δουλεμένο κείμενο. Σε κάποια σημεία η πλοκή είναι στον αέρα και μοιάζει αφελής.


Μια πρώτη εύκολη ανάγνωση είναι πως αυτό το έργο είναι μια θρησκευτική προπαγάνδα που στην εποχή μας δεν αφορά και πολύ κόσμο. Είναι όμως όντως έτσι; Ο Βέρντι παίρνει αυτό το μέτριο έργο και το απογειώνει. Εδώ έρχεται και η ιστορία που κρύβεται πίσω από την ιστορία του Ναμπούκκο, που μου αρέσει. Ο Βέρντι εκείνη την εποχή είναι σε βαριά κατάθλιψη. Μέσα σε 3 χρόνια έχει χάσει τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Η πρώτη του όπερα είναι μέτρια και η δεύτερη μια αποτυχία. Ο Βέρντι έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τη σύνθεση.

 

Την ίδια εποχή ο ιμπρεσάριος ο Μπαρτολομέο Μερέλλι για δικούς του λόγους του στέλνει το λιμπρέτο να το μελοποιήσει. Ο Βέρντι το παίρνει πάει σπίτι του το πετάει σε μια γωνιά και δεν ασχολείται μαζί του. Περνάει τους επόμενους μήνες διαβάζοντας φθηνά μυθιστορήματα. Κάποια στιγμή το κείμενο ξαναπέφτει στα χέρια του. Διαβάζει διαγώνια τη σκηνή του θανάτου της Αμπιγκαϊλλε κάθεται μηχανικά στο πιάνο κι αρχίζει να συνθέτει. Το έργο ολοκληρώθηκε σε τρεις μήνες κι έγινε τεράστια επιτυχία.

 

Στο έργο δεν είναι μόνο ο Θεός που δίνει λύσεις. Είναι και η υπέρμετρη ανθρώπινη αλαζονεία που τιμωρεί -λόγω υπερβολής- τον φέροντα. Ο περιφρονημένος για την ταπεινή του καταγωγή άνθρωπος όταν πάρει εξουσία στα χέρια του θα επιδιώξει την πιο σκληρή εκδίκηση.


Ο Λέο Μουσκάτο, στο ανέβασμα του έργου για λογαριασμό της Λυρικής Σκηνής, αποφάσισε να σκηνοθετήσει έτσι την ιστορία των Εβραίων που καταδιώκονται από τους Βαβυλώνιους ώστε να θυμίζει κάπως το Ολοκαύτωμα. Ο συνειρμοί όμως είναι αναπόφευκτοι.

 

Αυτό που συμβαίνει επί σκηνής δεν γίνεται να μη σε βάλει σε σκέψεις, να μη σε οδηγήσει σε συμπεράσματα. Τους Εβραίους που καταδιώκονται από τους Βαβυλώνιους μπορείς να τους αντικαταστήσεις με οποιοδήποτε λαό υπό διωγμό, όταν ακούς το χορωδιακό: «Ω, η χώρα μου, τόσο όμορφη και χαμένη! Ω, ανάμνηση, τόσο αγαπητή και μοιραία!».

 

Μπορεί να το τραγουδούν οι Παλαιστίνιοι, ή οι Σύριοι, ή 14 χρόνια πριν οι Λιβανέζοι. Η Ιστορία μας χλευάζει. Στέκει εκεί για να θυμίσει στο θεατή ότι οι άνθρωποι δεν μαθαίνουμε. Το χθεσινό αρνί, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να μεταμορφωθεί σε άγριο λύκο και να κυνηγήσει με τη σειρά του άλλα αρνιά.


Στο έργο δεν είναι μόνο ο Θεός που δίνει λύσεις. Είναι και η υπέρμετρη ανθρώπινη αλαζονεία που τιμωρεί -λόγω υπερβολής- τον φέροντα. Ο περιφρονημένος για την ταπεινή του καταγωγή άνθρωπος όταν πάρει εξουσία στα χέρια του θα επιδιώξει την πιο σκληρή εκδίκηση.

 

Τα προβλήματα μέσα στην οικογένεια είναι διαχρονικά και παραμένουν ίδια ανά τους αιώνες. Βλέπεις την Αμπιγκαϊλλε λυσσασμένη για εξουσία να διατάζει τη φυλάκιση του πατέρα της και τη θανάτωση της αδερφής της κι αναρωτιέσαι «αυτή η κοπέλα μάνα δεν έχει να την μαζέψει;».

 

 

 

Οι δυο κόρες αγωνίζονται όχι μόνο για την αγάπη του ίδιου άντρα αλλά και για την προσοχή του πατέρα. Το ποια θα τον διαδεχθεί στο θρόνο έχει τελικά να κάνει και με την πολυπόθητη αποδοχή. Την άνευ όρων αγάπη. Ο Βέρντι σκιαγραφεί με τη μουσική του την Αμπιγκαϊλλε σαν μαινάδα πολεμίστρια που αντιπαρατίθεται επί ίσοις όροις με τους άντρες στρατηλάτες.


Στην παράσταση του Ηρωδείου η Κορεάτισα Σάε -Κιουνγκ Ριμ επιβεβαιώνει τον καθηγητή στα Μπολσόι, Dmitri Vdovin, που μου έλεγε πρόσφατα ότι οι καλύτερες φωνές έρχονται πια από την Κορέα, την Κίνα και τη Γεωργία.


Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς με την εξαιρετική άρθρωση μοιάζει σαν να διηγείται την ιστορία του, ως Ναμπούκκο, απευθυνόμενος προσωπικά σε κάθε θεατή.


Η συγκεκριμένη όπερα προκαλεί σκέψεις ακόμα και ως προς την αντικατάσταση που έχει γίνει στη σύγχρονη εποχή του Θεού από τον άνθρωπο. Αλλά αυτό θέλει πολλές σελίδες ανάλυση. Το καλύτερο είναι ότι ξυπνάς την επομένη κι αυτό που είδες συνεχίζει να λειτουργεί μέσα σου. Συνεχίζει να σε απασχολεί και να σε προβληματίζει. Μήπως αυτός δεν είναι ο ρόλος της Τέχνης τελικά;

 

Info:

Τελευταία παράσταση, σήμερα Παρασκευή, 8/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

 

*Η Λίνα Στεφάνου είναι διευθύντρια στο περιοδικό NOMAS.