Η τρίτη βόλτα στο Παρίσι του Φρανσουά Τριφό με τον αγαπημένο του κινηματογραφικό χαρακτήρα, τον Αντουάν Ντουανέλ, μοιάζει με άτυπη απάντηση του γαλλικού σινεμά στο φαινόμενο του «Πρωτάρη», έναν χρόνο πριν, στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Οι ομοιότητες είναι αρκετές, από την ηδυπαθή «μνηστή» μέχρι την κυρία Ρόμπινσον (Σεϊρίγκ) και τον σύζυγό της ‒ εξαίσιος ο Μισέλ Λονσντάλ.

 

Ωστόσο, τα «Κλεμμένα Φιλιά» κυκλοφόρησαν στις αίθουσες λίγους μήνες μετά τα γεγονότα του Μάη του '68 και δεν επικεντρώνονται στην ταξική αντιπαράθεση με τη μορφή κάθετης άρνησης στο κατεστημένο ούτε αναλώνονται σε πολιτική ρητορική, που άλλωστε ποτέ δεν ενδιέφερε τον Γάλλο σκηνοθέτη.

 

Εννιά χρόνια μετά το ντεμπούτο του στα «400 Χτυπήματα», ο μικρός που έτρεξε στην παραλία για να σωθεί και να βρει την ελευθερία του στο αξέχαστο φινάλε της ταινίας που ηλέκτρισε τις Κάννες ενηλικιώνεται μέσα στο χάος του έρωτα και της επιβίωσης. Ο τόνος είναι παρατηρητικός, απροσποίητος, χιουμοριστικός.

 

Ο Ντουανέλ, νέος και άτακτος, ερωτεύεται και απογοητεύεται, σαστίζει και περιπλανιέται, τρέχει όποτε ανεβαίνει η προσμονή και η διάθεσή του και μελαγχολεί όταν όλα του πάνε στραβά. Στο περιθώριο μιας ταραγμένης εποχής, η ταινία σπαρταρά ακόμα με λαχτάρα και ενέργεια ‒ έχει, δε, έναν από τους ωραιότερους τίτλους στην ιστορία.