Η Τζαμάϊκα, εξωτικός προορισμός και μακρινός στόχος δύο παιδιών που ανέμελα κάνουν τα μπάνια τους σε μια τυπική ελληνική ακτή, φέρνει κοντά δύο ψυχραμένα αδέλφια, τον Άκη, έναν οδηγό ταξί, και τον Τίμο, έναν τηλεπαρουσιαστή, με αφορμή τον θάνατο της μητέρας τους. Χωρίς να πρωτοτυπεί, η δραματική κομεντί του Αντρέα Μορφονιού πάνω σε μια ιδέα του Φάνη Μουρατίδη κρατά σωστά τις ισορροπίες ανάμεσα στη συγκίνηση και στις αστείες καταστάσεις, έναν λαμπερό ηδονιστή και έναν σβησμένο μεροκαματιάρη.

 

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος αξιοποιεί πλήρως το ταλέντο του στην οικονομία λόγου και κινήσεων σε ένα πορτρέτο, επιτέλους, μοντέρνου λαϊκού Έλληνα 

 

Ακόμη κι όταν «τσιμπάει» τις σκηνές για να δώσει έμφαση στην αντίθεση (υπερβολική η σκιαγράφηση της υπολογίστριας συζύγου και της αφόρητης πεθεράς του Άκη), γνωρίζει πώς να μην υποκύπτει στον εύκολο συναισθηματισμό ‒ αυτό φαίνεται όταν ο Μουρατίδης, άφοβος και τολμηρός στη ζωή του, ακούει τα άσχημα μαντάτα για την υγεία του και περνάει αμέσως, παίζοντας ανάμεσα στον παγιωμένο του κυνισμό και την ανθρώπινη ανησυχία, στο επόμενο βήμα, που δεν είναι άλλο από το να αναθερμάνει τις κακές σχέσεις με τον αδελφό του. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος αξιοποιεί πλήρως το ταλέντο του στην οικονομία λόγου και κινήσεων σε ένα πορτρέτο, επιτέλους, μοντέρνου λαϊκού Έλληνα και όχι σε αναχρονιστικό αναμάσημα του κλασικού καλού παιδιού. Η σκηνή με την επίσκεψη των φίλων στο δωμάτιο του νοσοκομείου, που τραγουδάνε συντροφικά και αυθεντικά, με τον Χρήστο Νικολόπουλο να δίνει τον ρυθμό με το μπουζούκι του, είναι αιφνιδιαστικά διακριτική, εντυπωσιακά απλή και πολύ αποτελεσματική. Το τραγούδι των τίτλων τέλους με τίτλο «Ικανοί για όλα ερμηνεύει ο Χρήστος Μάστορας.