«Ποιοι είστε, άνθρωποι;», είναι η αξέχαστη, αυθόρμητη, τόσο ανθρώπινη απορία του ταλαιπωρημένου Ρίτσαρντ Ντρέιφους προς τους άτεγκτους εκπροσώπους μιας ακατονόμαστης μυστικής υπηρεσίας που έχουν μαντρώσει αυτόν και μερικούς ακόμη για να μην πλησιάσουν σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο συνάντησης του δικού μας πολιτισμού με τις διάνοιες που διασχίζουν τους αιθέρες και προοιωνίζονται μια κομβικής σημασίας άφιξη – σαν βότσαλα στον ουρανό που μόνο οι εκλεκτοί και οι ευαίσθητοι μπορούν να εντοπίσουν. Ακολουθώντας μικρά σημάδια, φωτεινές εμφανίσεις που οι ειδικοί αποκαλούν στενές επαφές τρίτου τύπου, ούτε κι εκείνοι ξέρουν τι ακριβώς κάνουν, ποιον δρόμο θα τραβήξουν και τι θα προκύψει, αν όντως ισχύει το ραντεβού με την Ιστορία που καμία επίσημη, κρυψίνους εξουσία δεν έχει την πρόθεση να αποκαλύψει. Τη χρονιά που ο Τζορτζ Λούκας θα γράψει ιστορία με τον απερίγραπτα επιτυχημένο Πόλεμο των Άστρων, ο Σπίλμπεργκ θα απαντήσει στην ποπ όπερα του Διαστήματος του καλού του φίλου με τη μεγαλειώδη φαντασίωση ενός αιώνια ονειροπόλου για το άγνωστο. Δεν παραδίδεται ποτέ στην ήττα, την απαισιοδοξία και την ανοίκεια απειλή. Μοιράζεται το θάμβος με τη νεανική ορμή του: κάτι σπουδαιότερο και σοφότερο αξίζει να μάθουμε, αν έχουμε πίστη και άδολη πρόθεση, γι’ αυτό και η κριτικός Πολίν Κέιλ χαρακτήρισε την ταινία «παιδική με την καλύτερη έννοια». Είναι πασιφανές ότι, απ’ όλους τους χαρακτήρες, ο Σπίλμπεργκ ταυτίζεται αβίαστα με τον Μπάρι, τον πιτσιρικά που ανοίγει την πόρτα για να μπει το εκτυφλωτικό φως. Πολύ θα ήθελε να είχε συμβεί στον ίδιο, ενώ η οικογένεια του Ρόι μοιάζει με μια μυθοπλαστική παραλλαγή των πραγματικών του βιωμάτων.

 

Μετά τα αστρονομικά επιτυχημένα Σαγόνια του καρχαρία, μαζεύει τα «παιχνίδια» (προηγούμενο δικό του sci-fi ήταν το Firelight) και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, ζητά από τον Κάρλο Ραμπάλντι να σκαρώσει τους εξωγήινους και από τον Ντάγκλας Τράμπολ (του 2001) να σχεδιάσει τα διαστημόπλοια, από τον Τζον Γουίλιαμς να γράψει τη μουσική και κυρίως τις αξέχαστες πέντε νότες της οπτικοακουστικής επικοινωνίας, από τον Βίλμος Ζίγκμοντ να κάνει τη νύχτα μέρα (πήρε το Όσκαρ Φωτογραφίας, ένα από τα λίγα που έχασε το Star Wars εκείνη τη χρονιά), από τον Φρανσουά Τριφό να παίξει τον Γάλλο επιστήμονα (ένα από τα πιο απρόσμενα και εμπνευσμένα casting coups) και από τον Πολ Σρέιντερ να γράψει ένα σενάριο, που τελικά απέρριψε, γιατί έμοιαζε περισσότερο με περιπέτεια Τζέιμς Μποντ!

 

Ξεκινώντας με νευρώδη, ανησυχητικά σημάδια που δηλώνουν αλλόκοσμες εμφανίσεις και εστιάζοντας σε μια τυπική οικογένεια που διαλύεται από την εμμονή του Ρόι να ακολουθήσει το φως μετά την περίφημη σκηνή στη σιδηροδρομική διασταύρωση (μια από τις καλύτερες που έχουν γυριστεί ποτέ), η επιστημονική φαντασία του Αμερικανού σκηνοθέτη κλιμακώνεται μαεστρικά στο Devil’s Tower, που υποσυνείδητα σχηματίστηκε εκ των προτέρων σε όσους ένιωσαν το κάλεσμα. Ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ αισθάνθηκε δέος και έκσταση όταν, μαζί με τον πατέρα του και άλλους περίοικους, είχε παρακολουθήσει μια βροχή μετεωριτών τη δεκαετία του ’50, όπως ακριβώς κάνουν και στην ταινία του οι συμπολίτες του, σαν να έχουν βγει νυχτερινή βόλτα σε τοπικό drive-in. Γιος μηχανικού και πιανίστριας, συνδύασε την τεχνολογία με τη μουσική στη μαγική σεκάνς της προσγείωσης. Ευτυχώς, το director’s cut των 137 λεπτών διάρκειας που έχει επικρατήσει διατηρεί την αρχική εκδοχή της ταινίας, με εντονότερο το μεσαίο κομμάτι και λίγα φινιρίσματα στους διαλόγους, και αφαιρεί την προσθήκη του εσωτερικού του διαστημόπλοιου, που ο Σπίλμπεργκ αναγκάστηκε να «φορτώσει» με έξτρα γυρίσματα στην επετειακή προβολή του 1980, κάνοντας το χατίρι στην Columbia.