Αν το ανάστημα μιας ταινίας υπολογίζεται από τον κοινωνικό της αντίκτυπο, τότε το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» πιάνει κορυφή στην κλίμακα. Η ιστορία ενός Αμερικανού φοιτητή που συλλαμβάνεται στην Κωνσταντινούπολη για διακίνηση ναρκωτικών, γίνεται εξιλαστήριο θύμα μιας πολιτικής διελκυστίνδας, βασανίζεται σε σημείο να χάσει το μυαλό του στα απάνθρωπα μπουντρούμια και βρίσκει τρόπο να επιβιώσει, άλλαξε τον τρόπο που έβλεπε η Δύση την Τουρκία, τουλάχιστον για πολλά χρόνια μετά την πρώτη προβολή το 1978 – όσο και τα «Σαγόνια του Καρχαρία» πονήρεψαν τον μέσο θεατή σε σχέση με την υδάτινη αθωότητα. Σκηνοθετήθηκε από τον Άλαν Πάρκερ λίγο καιρό προτού επηρεάσει σημαδιακά τον Κρίστοφερ Νόλαν με τη δραματοποίηση του «The Wall» των Pink Floyd, με ένα άμεσο, ντοκιμαντερίστικο ύφος στη φλέβα της exploitation τραχύτητας του «Εξορκιστή» (δεν είναι σπουδαία ταινία, αλλά κάνει τη δουλειά της με τέτοια ένταση που δεν μπορείς να αντισταθείς και να ταυτιστείς, ειδικά σε τρεις-τέσσερις σκηνές ανθολογίας), και βραβεύτηκε με Όσκαρ για το αποτελεσματικά μανιχαϊστικό σενάριο του Όλιβερ Στόουν και για την αξέχαστη μουσική του Τζόρτζιο Μορόντερ. Ο Μπραντ Ντέιβις είναι ο Μπίλι Χέιζ που πρωταγωνιστεί πάσχοντας, αλλά την παράσταση κλέβουν ο Τζον Χερτ, η καρδιά της ταινίας, και Αμερικανο-ισραηλινός Πολ Σμιθ, ο μοχθηρός δεσμοφύλακας Χαμιντού, που προκαλούσε έκρηξη χειροκροτημάτων στο φινάλε, όταν παιζόταν η ταινία.