Δόξα στον Τοντ Χέινς. Είχα βαρεθεί σε σημείο τέλειας απογοήτευσης με τα biopic. Τα ίδια και τα ίδια, μεγάλοι βίοι, πολυκύμαντες πολιτείες. Σοκαριστικές μαρτυρίες, αφόρητος ακαδημαϊσμός, πολλαπλά πισωγυρίσματα στο χρόνο, επανάληψη του έργου, ad nauseam. Ώσπου έρχεται ο επισκέπτης από το διάστημα, ο Ζίγκι του σινεμά, τόσο πειθαρχημένος και ταυτόχρονα ένας διαβασμένος εικονοκλάστης, ο Τοντ Χέινς, παρέα με τον ιδιοφυή οπερατέρ του, τον Εντ Λάκμαν, και αποδομούν το είδος της βιογραφίας, τεμαχίζουν τον Ντίλαν σε φάσεις, πειραματίζονται με διαφορετικούς ηθοποιούς στον ίδιο χαρακτήρα, και μέχρι το, υπέροχο, τέλος δεν μαθαίνουμε τίποτε παραπάνω από αυτά που νομίζουμε πως ξέρουμε για τον Ντίλαν, τον καλλιτέχνη που διακρίθηκε για τις αέναες συμπλοκές με το εγώ του. Δηλαδή, βασικά τίποτε, εκτός από κάποια σπαράγματα, κάποια γεγονότα, κάποιες συνεντεύξεις αφαιρετικές, σαν το πέρασμά του από τη μια εποχή στην επόμενη, με το χρόνο και τις μόδες να τον ακολουθούν ασθμαίνοντας.

Βαφτίζει λοιπόν έξι ηθοποιούς με διαφορετικές περσόνες: το μικρό μαυράκι, ο Γούντι, φόρος τιμής στις μπλουζ ρίζες και τον Γούντι Γκάθρι. Ο δανδής Άρθουρ, πνευματικός συγγενής του ποιητή Ρεμπό. Ο προφήτης Τζακ/πάστορας Τζον, μαρτυρία της φολκ ειδωλοποίησης και της μετέπειτα χριστιανικής του αναγέννησης. Ο ηθοποιός Billy the Kid, γουέστερν φαντασίωση, ταινία μέσα στην ταινία, το κινηματογραφικό του alter ego. Ο ηλεκτρικός τραγουδιστής Ρόμπι, στην αποσύνθεση του γάμου του, ροκ και πελαγωμένος μέσα στη φήμη του. Και ο Τζουντ, Ιούδας της φολκ, χαμένος στα ναρκωτικά, απροσδιόριστου φύλου, αποδιοπομπαίος τράγος για τους πρώην οπαδούς του, διανύοντας την αμφισβήτηση που συνοδεύει κάθε προδότη σε δραματική μετάβαση. Αυτό το άβολο, επικίνδυνο, ρευστό πορτρέτο επωμίζεται γενναία και μεταφυσικά η μεγάλη Κέιτ Μπλάνσετ. Συναντά τον Γκίνσμπεργκ, τον Εσταυρωμένο, τους εχθρικούς οπαδούς, τους δημόσιους επικριτές, την εποχή των Beatles σε ένα αστείο ιντερλούδιο που θυμίζει Ρίτσαρντ Λέστερ, το παρελθόν και το μέλλον του. Ορίζει τη μοίρα του χωρίς να το συνειδητοποιεί.

Το επεισόδιο με την Μπλάνσετ, πέρα από τη θεϊκή της ερμηνεία, είναι η καρδιά της ταινίας, ο λόγος που ονομάζεται έτσι και η μέση της ζωής του, ανάμεσα στο σταθερό ξεκίνημα και τις απανωτές επανεφευρέσεις. Μερικά εδάφια είναι πιο «παρακολουθήσιμα» από άλλα, κάποια κάνουν κοιλιά, σαν την άμπωτη και την πλημμυρίδα στη δισκογραφία του Ντίλαν - είναι και θέμα γούστου, αφού τα υφάσματα του I'm not There αλλάζουν υφή πολλές φορές για χάρη της ίδιας της προσπάθειας.

Αν δούμε ψυχρά την ταινία, διαπιστώνουμε πως πρόκειται για διαφορετικές μικρού μήκους ενωμένες, με έναν μυστηριώδη κοινό άξονα. Ο Χέινς δεν σταματάει ούτε λεπτό το ψάξιμο και την αιτιολογία της απόφασής του να κάνει ένα κολάζ αντί για έναν ψευτο-γραμμικό απολογισμό. Ανεξάρτητα από την αποτίμηση του καθενός για το πρόσωπο και την προσφορά του Μπομπ Ντίλαν στη σύγχρονη μουσική, η προσωπικότητά του, αινιγματική και ανθρώπινα τρωτή σε βαθμό αντιπάθειας, ακουμπάει στην παραδοχή εκ μέρους του πως μέσα του ενυπάρχει ένα μωσαϊκό από κουλτούρες και προθέσεις, ακούσματα και βιώματα.

Το I'm not There είναι ένα πρωτότυπο βέτο στην τυποποίηση, και στο τίμημα που πληρώνει ο καλλιτέχνης που αντιλαμβάνεται και αρνείται τη φυλακή που επιφυλάσσει για τον ίδιο και τη δουλειά του. Στην περίπτωση του Ντίλαν, η κεντρική ιδέα είναι πως όλο του το έργο μπορεί και να είναι το προϊόν ενός ηθοποιού που υποδύεται τον εαυτό του. Η παρουσία του Αμερικανού καλλιτέχνη σε ένα πλάνο στο τέλος φαντάζει σαν έναν ακόμη χαρακτήρα που έχει αποφασίσει να μην είναι εκεί.