Όταν είχα πρωτοδεί το Σημασία έχει ν' αγαπάς, κάπου στα τέλη των '70s, οι υπερβολές του Αντρέι Ζουλάφσκι δεν φάνταζαν παράταιρες. Πλέον, μου φαίνεται ένα εντελώς διαφορετικό φιλμ, μακρινό (γιατί δεν τα γυρίζουν έτσι πλέον τα ευροκαλλιτεχνήματα της διανόησης και της προσποίησης...), εξωτικό στο αστικό μπαρόκ του, εξίσου ενδιαφέρον, και τρικυμιώδες αλλιώς, με μοναδική αναλλοίωτη ψυχή τη συνταρακτική Ρόμι Σνάιντερ. Αυτό το ακραίο, μαγκιόρικο και μπουρλέσκ μελόδραμα, φόρος τιμής στον έρωτα, στο θέατρο, στο σινεμά και στην αφοσίωση, είναι συγκρατημένο για τα δεδομένα του φουριόζου κι επίμονου Πολωνού σκηνοθέτη, ο οποίος το γύρισε στη Γαλλία όταν τα βρήκε σκούρα στην πατρίδα του με το Devil, αισθάνθηκε πως τέτοιου είδους σουξέ θα τον παγίδευε σε αναθέσεις και παραγγελιές (το Σημασία έχει ν' αγαπάς ήταν μεταφορά του Νuit Αmericaine), επέστρεψε στην Πολωνία και ξανάφαγε τα μούτρα του με το επιστημονικής φαντασίας Sur le globe d' argent, ώσπου εγκαταστάθηκε για τα καλά στο Παρίσι και έκανε επιτέλους τις ταινίες που ήθελε, όπως η Δαιμονισμένη με την Ιζαμπέλ Ατζανί, όπου φαίνεται καθαρά πως για να ορίσει το συναίσθημα, πρέπει να περάσει από τη φρίκη, ακόμη και από την επιστημονική φαντασία, αν χρειαστεί.

 

Ο Ζουλάφσκι κατάλαβε πως μπορεί να κάνει τα ζουμ του, να σπριντάρει με την κάμερα στο χέρι, να προβοκάρει, για την εποχή, με λίγη παραπάνω σάρκα και μερικά freaks σε δεύτερο πλάνο, αλλά οφείλει να κρατήσει την ανάσα του μπροστά στη Ναντίν της Σνάιντερ

 

Το horror στο Σημασία έχει ν' αγαπάς σηματοδοτεί το ξεκίνημα, όταν η ηρωίδα Ναντίν πασχίζει να βρει την αλήθεια στις γελοίες ατάκες του σεναρίου μιας ημι-πορνό, ημι-τρομακτικής ταινιούλας στην οποία πρωταγωνιστεί. Η απελπισία στο βλέμμα της, ένα κενό όμορο με τον θάνατο, συναντά τη γοητευμένη ματιά του νεαρού φωτογράφου Σερβέ, που τρυπώνει στο πλατό και διαφεύγει κακήν-κακώς, δέρνοντας δυο-τρεις επίσης γελοίους μπράβους. Η Ναντίν τον έχει ήδη διώξει, απαγορεύοντάς του να τη φωτογραφίζει (Αισθάνεται ταπεινωμένη μπροστά στον φακό που πρόδωσε τις φιλοδοξίες της; Νιώθει όντως γυμνή ή το παίζει μπροστά στον άγνωστο άνδρα; Μήπως βρήκε επιτέλους την ευκαιρία της ζωής της;). Στο φινάλε υπονοεί πως μπορεί και να υποκλίνεται θριαμβευτικά σε μια αισθηματική περιπέτεια, σαν b-movie εκδοχή κλασικού ρωσικού μυθιστορήματος. Ωστόσο, ποτέ στην ταινία δεν εννοεί αυτά που λέει: φαίνεται να αντιστέκεται στη μοίρα που δεν ορίζει, αλλά υποκύπτει στον θαυμασμό και περιμένει μόνο αφού έχει δοκιμάσει τις αντοχές, τις δικές της και των άλλων. Ο σύζυγός της είναι ο Ζακ, ένας πρώην θαυμαστής της που μορφάζει χαριτωμένα και υπηρετεί το είδωλό του, ενώ γνωρίζει πως δεν υπάρχει νόημα στις πράξεις του. Είναι αλκοολικός και αυτοκτονικός (ο τραγουδιστής Ζακ Ντυτρόνκ είναι συναρπαστικός στον ρόλο, λες και δεν τον νοιάζει αν θα ξαναπαίξει στο σινεμά), αλλά την αγαπάει, κυρίως από αφοσίωση. Εκείνη τον αγαπάει, κυρίως από υποχρέωση. Και ο Σερβέ; Αυτός κάνει τα πάντα για εκείνην στην ταινία, όπως ο πρωταγωνιστής Φάμπιο Τέστι, που έκανε τον κασκαντέρ στο ξεκίνημα της καριέρας του. Δέρνει, τρώει ξύλο, μπλέκει για να τη βοηθήσει, αναρωτιέται αν έχει δει σωστά την ψυχή της, αλλά δεν αμφιβάλλει πως αξίζει τον κόπο.

 

Κι ενώ ο Τέστι, στιβαρός κι ευάλωτος ταυτόχρονα, παίζει σχεδόν σε όλες τις σκηνές, ο Ντυτρόνκ «σαπορτάρει» με γούστο και ο Κλάους Κίνσκι, ως εκκεντρικός σκηνοθέτης του Ριχάρδου Γ', εκστομίζει την ατάκα της ταινίας, απαντώντας στο αν είναι τρελός «Όχι, είμαι πλούσιος», πετώντας μια επιταγή στον πάγκο του μπαρ, όλη η ταινία είναι η Ρόμι Σνάιντερ. Ότι είχε κάνει πριν, την αυτοκράτειρα Σίσι με χασμουρητά, τρεις φορές στην Αυστρία και μία (καλή) με τον Βισκόντι στο Λούντβιχ, τις επιτυχίες με τον Κλοντ Σοτέ, το Choses de la vie με τον Μισέλ Πικολί, ακόμη και την Πισίνα, που έσφυζε από ομορφιά, Ντελόν, παρασκήνιο και τη μουσική γιρλάντα του Μισέλ Λεγκράν, ωχριούν μπροστά στο σπαρακτικό πορτρέτο μιας ηθοποιού που κοιτάζει τους άλλους σαν να είναι οι καθρέφτες της αποδοχής της. Είναι μια γυναίκα ματαιωμένη, αλλά, παραδόξως, όχι εκμηδενισμένη. Την ταρακουνάνε, την ταλαιπωρούν, δεν την καταλαβαίνουν, αλλά είναι φτιαγμένη από σκληρή και όμορφη στόφα. Η ματαιοδοξία της λειτουργεί ακόμη, τη βοηθάει να συνέρχεται από τις ήττες. Είναι λαμπερή, ποθητή, κάτι λαχταράει και δεν το τολμάει, για να μην το χάσει – ίσως γι' αυτό δεν ολοκλήρωσε τίποτε στη ζωή της. Εκεί βρισκόταν η απορία μου όταν το είχα δει παλιά: πώς γίνεται μια τόσο όμορφη γυναίκα, όπως η Ρόμι Σνάιντερ, που δεν είχε κλείσει ακόμη τα 40, να παίζει μια τελείως αποτυχημένη πρώην κάποια που κανείς δεν θυμάται ποια ήταν και να μη φαλτσάρει το κάστινγκ; Ο Ζουλάφσκι κατάλαβε πως μπορεί να κάνει τα ζουμ του, να σπριντάρει με την κάμερα στο χέρι, να προβοκάρει, για την εποχή, με λίγη παραπάνω σάρκα και μερικά freaks σε δεύτερο πλάνο, αλλά οφείλει να κρατήσει την ανάσα του μπροστά στη Ναντίν της Σνάιντερ, να αποθέσει τον δικό του φακό για να της δώσει τον χρόνο να βεβαιωθεί αν πραγματικά την αγαπούν όσοι την κοιτάζουν. Μόνο η μουσική του Ζορζ Ντελρί περισσεύει στον λυρισμό της εγκατάλειψής της στο όνειρο ενός έρωτα. Η Σνάιντερ πάλλεται ακίνητη. Σπουδαία στιγμή, μεγάλος ρόλος, αδάμαστος.