Υπάρχει οπωσδήποτε μια έξαψη όταν διαβάζεις τις επιστολές που έχουν ανταλλάξει δύο προσωπικότητες, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για τους Φρόυντ και Γιούνγκ. Η έξαψη αυτή δικαιώνεται εν μέρει στην ανάγνωση του βιβλίου Φρόυντ Γιούνγκ, Η αλληλογραφία, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός. Και αυτό το «εν μέρει» έχει σχέση με το γεγονός ότι οι masters της ψυχιατρικής δεν αναλώνονται σε εξομολογήσεις βαθιά προσωπικές που θα μπορούσαν να δώσουν στο βιβλίο και μια διάσταση ευπώλητης ανάτασης. Οι αναφορές στις οικογένειες δεν λείπουν, όμως αυτό που πρωτίστως απολαμβάνει ο αναγνώστης από τις επιστολές είναι ο αδρός και απροκάλυπτος τρόπος που οι δυο άντρες προσέγγισαν την επιστήμη τους. Αμφιβολίες, υποψίες, δυσπιστίες και ανασφάλειες διαφαίνονται ξεκάθαρα, κυρίως καθώς προχωράμε από τις πρώτες επιστολές του 1906 προς τις δεκάδες που ακολούθησαν μέχρι το 1914.

Έχει ενδιαφέρον να ανιχνεύσει κανείς τι ακριβώς ζητά ο 50χρονος τότε Φρόυντ -που ήταν ακόμη μια σχετικά ανώνυμη φιγούρα στην ψυχιατρική κοινότητα- από τον 30χρονο αλλά ήδη αναγνωρίσιμο Γιούνγκ (και vice versa). Aκόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει η αντιπαράθεση αυτών των δύο ανδρών που αντιπροσώπευαν και δυο γενιές της ψυχιατρικής: Από τη μια ο μάλλον τολμηρός Φρόυντ που απέδιδε σε σεξουαλικά αίτια νευρώσεις και ψυχικές ασθένειες, και από την άλλη ο γιος πάστορα Γιουνγκ που, αν και νεαρός, ήταν αρκετά συντηρητικός και αμφέβαλλε για τη σεξουαλική αιτιολογία των νευρώσεων. Ήταν όμως ο Γιούνγκ αυτός που επεδίωξε την επαφή, στέλνοντας στον Φρόυντ το αντίγραφο ενός βιβλίου με τις ψυχολογικές έρευνες που είχε επιβλέψει. Ήδη, από τα πρώτα γράμματα φαίνεται η αμηχανία μεταξύ των δυο, με προσφωνήσεις όπως «αγαπητέ συνάδελφε» ή «αγαπητέ καθηγητά Φρόυντ», για να εξελιχθούν σε «αγαπητέ φίλε», ενώ δεν λείπουν και οι επιστολές που απέστειλε στον Φρόυντ η σύζυγος του Γιούνγκ Έμμα σε μια προσπάθεια να βελτιώσει το κλίμα στις σχέσεις τους, που κλονίστηκαν εξαιτίας της αμφισβήτησης κάποιων επιστημονικών συμπερασμάτων.

Ο Φρόυντ αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά πως υπήρξε εργατικός, παθιασμένος επιστολογράφος που επιστρατεύει όλα τα εργαλεία της γραφής για να τελειοποιήσει αυτήν τη διαδικασία: «Αγαπητέ συνάδελφε, διάλεξα διαφορετικό χαρτί, διότι δεν θέλω να αισθάνομαι σφιγμένος μιλώντας σας». Αντίθετα ο Γιούνγκ αποδεικνύεται νωθρός και παραδέχεται: «Είμαι ένας τεμπέλης αλληλογράφος...» και συχνά αναφέρει «πρέπει και πάλι να επανορθώσω για μια εφάμαρτη παράλειψη: για άλλη μια φορά δεν είχατε νέα μου επί μακρόν.». Δεν διστάζει να ζητάει τη γνώμη του Φρόυντ για περιστατικά που τον απασχολούν, ήδη από τις πρώτες επιστολές, όπου οι αναλυτικές απαντήσεις του σχηματίζουν και το προφίλ του ιδανικού ασθενή: «Χαίρομαι που μαθαίνω ότι η Ρωσίδα σας είναι φοιτήτρια. Τα αμόρφωτα άτομα είναι προς το παρόν υπερβολικά απροσπέλαστα για τους στόχους μας».

Η ενασχόληση του Γιούνγκ με την αστρολογία και τον αποκρυφισμό είναι επίσης μια ενδιαφέρουσα διάσταση: «Τα βράδια μου καταλαμβάνονται κατά μεγάλο μέρος από την αστρολογία. Έκανα ωροσκοπικούς υπολογισμούς προκειμένου να βρω στοιχεία για τον πυρήνα της ψυχολογικής μου αλήθειας. Προέκυψαν αξιοσημείωτα πράγματα, τα οποία θα σας φανούν απίστευτα... Για παράδειγμα φαίνεται πως τα ζώδια είναι εικόνες χαρακτήρων, με άλλα λόγια σύμβολα της λίμπιντο, που απεικονίζουν τυπικές ιδιότητες της λίμπιντο σε δεδομένη στιγμή.».

H ρήξη στη σχέση τους προέκυψε το φθινόπωρο του 1912, με την επιστροφή του Γιούνγκ από την Αμερική και μια μάλλον πικαρισμένη επιστολή του προς τον Φρόυντ, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Δεν σας ταυτίζω με το δόγμα. Πάντα προσπαθούσα να παίζω τίμια μαζί σας και θα συνεχίσω να το κάνω ανεξαρτήτως του πως θα εξελιχθούν οι προσωπικές μας σχέσεις». Ακολούθησε η συνάντησή τους στο Μόναχο, στο πλαίσιο ενός συνεδρίου, όπου ο Φρόυντ είχε ένα λιποθυμικό επεισόδιο, για το οποίο σχεδόν απολογείται σε μια επόμενη επιστολή του « μια μικρή νεύρωση με την οποία πρέπει πράγματι να ασχοληθώ...». Το τέλος της επιστολογραφίας τους γράφεται λίγο αργότερα, με την παρότρυνση του Φρόυντ και την ουσιαστική υπογραφή της από τον Γιούνγκ, «συμμορφώνομαι με την επιθυμία σας να εγκαταλείψουμε τις προσωπικές μας σχέσεις, διότι δεν πιέζω ποτέ κανένας με τη φιλία μου. Εσείς ο ίδιος είστε ο καλύτερος κριτής για το τι σημαίνει αυτή τη στιγμή για σας. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»...». Το βιβλίο κυκλοφορεί με πρόλογο του Ματθαίου Γιωσαφάτ και σε μετάφραση του Γιώργου Τέντε.