Ξεκινά από το πρόβλημα unknotting (unknotting problem, λύσιμο κόμπου), ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της μαθηματικής θεωρίας των κόμπων.  Ένας κόμπος είναι μια κλειστή, μονοδιάστατη και συνεχής μη τεμνόμενη καμπύλη στον τρισδιάστατο χώρο - σκεφτείτε ένα σκοινί του οποίου οι άκρες είναι κολλημένες μεταξύ τους. Στο πρόβλημα unknotting, ξεκινάμε από έναν κόμπο και διερευνούμε αν μπορεί, χωρίς να κοπεί, να μετασχηματιστεί ξανά σε έναν απλό κύκλο. ένα πρόβλημα που ζει και διατυπώνεται μέσα στα πλαίσια μιας μαθηματικής θεωρίας, η ερώτηση πολύ γρήγορα ξεφεύγει από τα όρια των μαθηματικών και μετατρέπεται σε έναν τρόπο να σκεφτούμε τις συνήθειες, τις ρουτίνες, τα συστήματα ανατροφοδότησης, τις σύγχρονες τεχνολογίες και, τελικά, τον ίδιο μας τον εαυτό.

 

Στο κέντρο της εγκατάστασης βρίσκεται ένας αιωρούμενος κόμπος κατασκευασμένος από καλώδια ήχου, με το τέλος και την αρχή του να μην είναι ορατά, καλεί το βλέμμα να χαθεί ανάμεσα σε διασταυρώσεις, διαδρομές και αδιέξοδα αλλά και τον θεατή να αναλογιστεί κατά πόσο ο κόμπος που βρίσκεται μπροστά του είναι πραγματικά κόμπος.

 

Τα ίδια καλώδια που αποτελούν το αιωρούμενο σχήμα,  παραμένουν συνδεδεμένα με έναν μείκτη του οποιου ο ρόλος έχει μετατραπεί. Αποσυνδεδεμένος από κάθε εξωτερική πηγή και συνδεδεμένος αποκλειστικά με τον εαυτό του, τροφοδοτεί διαρκώς τις εξόδους του πίσω στις εισόδους του, δημιουργώντας ένα αυτοπαραγόμενο σύστημα ανατροφοδότησης, όπου ο ήχος γεννιέται από το ίδιο το κύκλωμα του μείκτη. Ακόμη και η πιο μικρή μεταβολή αρκεί για να μετασχηματίσει τη συμπεριφορά ολόκληρου του συστήματος, το οποίο ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στη σταθερότητα και την κατάρρευση, στην επανάληψη και τη μεταβολή.

 

Ο γλυπτός κόμπος και ο μείκτης δεν παρουσιάζονται ως δύο ανεξάρτητα έργα, αλλά ως δύο καταστάσεις του ίδιου αναδρομικού συστήματος. Τα καλώδια παύουν να αποτελούν απλώς το αόρατο μέσο μεταφοράς ενός ηλεκτρικού σήματος και μετατρέπονται στο ίδιο το γλυπτικό υλικό, αποκαλύπτοντας τη διαδρομή της ανατροφοδότησης που συνήθως παραμένει κρυφή, αποκτά υλική υπόσταση μέσα από το γλυπτό και εκτυλίσσεται ηχητικά μέσα από τον μείκτης, εμφανιζόμενη ταυτόχρονα ως αντικείμενο στον χώρο και ως διαδικασία που εξελίσσεται στον χρόνο.

 

Η εγκατάσταση Knotted or (K)not δεν προτείνει  λύσεις ούτε καλεί τον θεατή να «λύσει» τον κόμπο ή να διακόψει την ανατροφοδότηση. Αντίθετα, τον προσκαλεί να παραμείνει για λίγο μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα. Αν κάθε κόμπος ενδέχεται να κρύβει έναν απλό κύκλο, τότε ίσως και κάθε φαινομενικά φαύλος κύκλος να εμπεριέχει ακόμη τη δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας· όχι μέσα από τη βία ή τη ρήξη, αλλά μέσα την ικανότητα να αναγνωρίσουμε τη μικρή εκείνη μετατόπιση που αρκεί για να μετασχηματίσει βήμα βήμα ολόκληρο το σύστημα.