Δεύτερη έκθεση για την γκαλερί Rodeo του Λονδίνου στην Αθήνα, η οποία θα παρουσιάσει από την Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου έργα της Liliane Lijn υπό τον τίτλο Cosmic Dramas στο παράρτημα που άνοιξε πριν δύο μήνες στον Πειραιά.

 

Η Liliane Lijn γεννήθηκε το 1939 στη Νέα Υόρκη και ως νεαρή καλλιτέχνιδα μπήκε στον ανδροκρατούμενο κόσμο της κινητικής και εννοιολογικής τέχνης. Για τέτοιου είδους έργα έχει γίνει γνωστή, ως αποτέλεσμα της ανοιχτής και συστηματικής επαφής της με καλλιτέχνες που πραγματεύονται το χώρο, το φως και την ύλη -έργα που παραμένουν τολμηρά και φρέσκα ακόμη και σήμερα. Αν και η γλώσσα της ποίησης και των μύθων είναι αυτό που καθοδηγεί τη δουλειά της και τη φιλοσοφία της, αποτελώντας το συνεκτικό ιστό των έργων της.

 

Συγχωνεύοντας την επιστήμη και την τεχνολογία με την ποίηση, τη συγγραφή, την περφόρμανς, τη γλυπτική, το βίντεο και τη ζωγραφική, έχει φτιάξει μέσα στο χρόνο ένα πολύ πυκνό και συνεκτικά διαφοροποιημένο έργο. Υπήρξε πάντα μια «μη φεμινίστρια» φεμινίστρια, δουλεύοντας με θέματα που δεν είναι συνηθισμένα στο φεμινισμό, όπως η επιστήμη και η τεχνολογία.

 

Η καλλιτέχνιδα ξεκίνησε να συνεργάζεται με τη RODEO από πέρυσι. Την περασμένη άνοιξη η γκαλερί παρουσίασε στο Λονδίνο τα πρωτοπόρα έργα που δημιούργησε από τα τέλη της δεκαετίας του '70 έως τις αρχές της δεκαετίας του '90, παρουσιάζοντας τη μεταμόρφωση που συντελέστηκε στην εικαστική γλώσσα της: από το κοσμικό στο σωματικό, από την αφαίρεση σε έναν τύπο παραστατικής απεικόνισης.

 

Έργα με τα οποία αργά αλλά σταθερά ξεκίνησε να ασχολείται με το σώμα και τη θηλυκότητα, δομές και φόρμες που αμφισβητούν παραδείγματα της τέχνης: τα «Torn Heads», γλυπτά από φυσητό γυαλί, τα οποία απεικονίζουν διαφορετικές φάσεις της γυναικείας κατάστασης, καθώς και παχείς πίνακες με παστέλ για θηλυκά αρχέτυπα: τη Γυναίκα, τη Μέδουσα, τη Γυναίκα-Πτηνό, το Σκοτάδι, καθώς και ένα σώμα γλυπτών, τοτεμικών σε πρώτη όψη, που συνδυάζουν βιομηχανικό υλικό με σχεδιασμένες μεταλλικές κατασκευές, ερμαφρόδιτες και θηλυκές.

 

Έχοντας περάσει σχεδόν μια δεκαετία γράφοντας το επικό βιβλίο «Crossing Map», το οποίο αψηφά τα είδη και παραπαίει μεταξύ πρόζας και ποίησης, η Lijn ξεκίνησε να οπτικοποιεί το σώμα με έναν εντελώς καινούριο τρόπο.

 

Η ηρωίδα του βιβλίου ταξιδεύει στο χρόνο και μέσα από τη μνήμη της εισέρχεται σε μια σειρά από γεγονότα, συναντώντας τελικά τον τελευταίο άνδρα (σε εκείνο τον κόσμο). Στη συνάντηση αυτή συνειδητοποιεί και αποδέχεται το τέλος μιας κοινωνίας δημιουργημένης από τον άνδρα και φτάνει στην πλήρη αποδόμησή του.

 

«Το “Crossing Map” εξερευνά την ιδέα ότι το ανθρώπινο μυαλό αποτελείται από μια τεράστια ποσότητα ενέργειας που δεν αξιοποιείται», λέει η Lijn. «Πώς θα ήταν να κατοικούμε σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα είχαν γίνει φως; Το πέρασμα είναι το σημείο όπου γίνεται η συνάντηση. Η συνάντηση οδηγεί στην ανταλλαγή και αυτή είναι η βάση όλων των σχέσεων».

 

Η τολμηρή χορογραφία των έργων Conjunction of the Opposites: The Woman of War (1985) και The Lady of the Wild Things (1983) είναι μια εγκατάσταση που έκανε η Lijn μετά από μια βαθιά και μακροχρόνια προσπάθεια επανανακάλυψης του θηλυκού.

 

Οι δύο πανύψηλες μορφές ήταν πολύ μπροστά για την εποχή τους, καθώς ελέγχονται από υπολογιστή, έχουν φώτα LED, καθώς και λέιζερ, καπνό και ένα συνδυασμό από ακριβά και «φτωχά» υλικά, όπως τρίχες από βούρτσα. Η σύνδεση μεταξύ ιερής και μοντέρνας βιομηχανίας δεν είναι τυχαία: η Lijn παρατηρεί ότι πολλά από τα ιερά αντικείμενα που αφιερώνονταν στη Μεγάλη Θεά στα αρχαία χρόνια, πλέον έχουν μετατραπεί σε διυλιστήρια και ενεργειακούς σταθμούς και με αυτόν τον τρόπο διερωτάται για το τι αρχέτυπα μπορεί να κρύβονται στα «σπλάχνα των χαλυβουργείων και στα εντόσθια των διυλιστηρίων».

 

Οι δύο γιγαντιαίες κόρες δημιουργήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές φάσεις και έπειτα συνδυάστηκαν: μαζί δημιουργούν ένα γοητευτικό και αισθησιακό δράμα ανταλλαγής στίχων και φωτός σε ένα σύννεφο τεχνητού καπνού.

 

Η Lady of the Wild Things (1983), μια θεά με τη μορφή πτηνού, αντιπροσωπεύει το σεληνιακό αρχέτυπο και ως μηχανή, παίρνει μπρος με τον ήχο. Το κεφάλι της είναι δημιουργημένο από μια δεξαμενή και τα κόκκινα και πράσινα φτερά της φέρουν 250 φώτα LED: «αντιπροσωπεύει τη ζωή στο θάνατο και το θάνατο στη ζωή».

 

Όταν η Lijn έκανε μερικά χρόνια αργότερα το Woman of War (1986), μια θεά που τραγουδά ένα θυμωμένο, τολμηρό και θρασύ τραγούδι, την δημιούργησε επίσης ως αρχέτυπο. Η Lijn αισθανόταν ότι το τραγούδι αυτό ήρθε κατευθείαν από τη γη στο στόμα της και ξεκίνησε να το τραγουδά: αισθανόταν ότι η Γη τραγουδούσε μέσω αυτής. Τότε κατάλαβε ότι ήταν «ένα» -μία ακτίνα λέιζερ τις συνδέει ως μια κόκκινη ακτίνα φωτός ανάμεσα στα κεφάλια τους.

 

Τα δύο γλυπτά επικοινωνούν το ένα με το άλλο σε ένα συμβολικό επίπεδο, με αναφορές σε θηλυκά αρχέτυπα και μυθολογικά όντα, συσσωματωμένες σε στοιχεία βίας, αποπλάνησης, ισχύος και πνευματικότητας. Αντιμέτωπα το ένα με το άλλο, επανεφευρίσκουν εντελώς δυαδικά ζητήματα φύλου, καθιερώνοντας τη θηλυκότητα ως ένα ρευστό κοσμικό γεγονός, το οποίο επιτρέπει την ενσωμάτωση και την εναλλαξιμότητα των αντιθέτων σε ένα φυσικό όσο και ψυχολογικό επίπεδο.

 

Η Lijn είχε την ιδέα για αυτό το έργο ήδη από το 1959, όταν η Lijn ζούσε στο Παρίσι και είδε τα σύννεφα να σχηματίζουν τη μορφή της θεάς. Αυτή η θεϊκή μορφή παρέμεινε έκτοτε κεντρική στο έργο της Lijn και η προσπάθειά της να αποδομήσει και να αναδομήσει αυτό το όραμα βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής της.

 

Μια επιλογή από σχέδια επεξηγεί περαιτέρω το συμβολικό και μεταφορικό διάλογο που γίνεται στο Conjunction of the Opposites: αυτά τα έργα σε χαρτί που δημιουργήθηκαν μεταξύ των αρχών της δεκαετίας του '80 και των αρχών της δεκαετίας του '90, ενισχύουν το οπτικό λεξιλόγιο συμβολικών και φορμαλιστικών αναφορών που συνέταξε η καλλιτέχνιδα και αποκαλύπτουν το βάθος της δια βίου δέσμευσής της να επιδιώξει μια ριζοσπαστική αντίληψη της θηλυκότητας σε ένα ψυχολογικό, πνευματικό και ταυτόχρονα καλλιτεχνικό επίπεδο.

 

Στα εγκαίνια της έκθεσης την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου, στις 7 μ.μ., η καλλιτέχνιδα θα συζητήσει με τον επιμελητή και θεωρητικό της τέχνης Χριστόφορο Μαρίνο.