Προσπαθώντας να νικήσει τον φόβο της για το σκοτάδι, η καλλιτέχνης ξεκινάει μία φωτογραφική περιπλάνηση (η οποία διήρκεσε περίπου 1,5 χρόνο) μέσα σε δάση και άλση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης είναι ένα ευρύτερο σώμα εικόνων στις οποίες κυριαρχεί το έντονο φως πάνω σε δέντρα, κλαδιά και βράχια που ξεπροβάλουν επιθετικά μπροστά στον θεατή.

 

Ο κριτικός τέχνης Barry Schwabsky σε ένα κείμενο του για την “νυχτερινή” Γερμανίδα φωτογράφο Rut Blees Luxemburg περιγράφει πώς η σαφήνεια της μορφής στο έργο της “κατακλύζεται από αποχρώσεις και μερικές φορές ακόμη και από την απόλυτη ασάφεια των Μεγάλων Ζωγράφων”.

 

Έτσι ακριβώς και η Χαλιορή στη σειρά Into The Dark καταφέρνει να μετουσιώσει την ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση αυτής της περιπέτειας σε εικόνες που σκεπάζουν τη συγκίνηση της ίδιας και χαρακτηρίζονται από φορμαλιστική αρτιότητα, ηρεμία και ένα έντονα δραματικό chiaroscuro.

 

H Χαλιορή χρησιμοποιεί το φακό ή το φλας όχι μόνο σαν πηγή αλλά και σαν αφαίρεση. Κάτι που αποκαλύπτει αλλά και που διαθλά. Κι ενώ το φως μπορεί να παίζει κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία της εικόνας, στο έργο τελικά είναι σημαντικό και εκείνο που δεν βλέπουμε, δηλαδή το σκοτάδι. Κι έτσι “η κάμερα επιτρέπει … έναν μετασχηματισμό. Κάτι άλλο από αυτό που βλέπουμε στην καθημερινή μας εμπειρία … Κάτι που υπάρχει, αλλά ίσως το αισθανόμαστε καλύτερα από ό,τι μπορούμε να το δούμε.”

 

“Αναζητώ μια Ιστορία τoυ Βλέμματος” είχε γράψει ο Ρολάντ Μπαρτ το 1980 στο βιβλίο του Camera Lucida. “Γιατί η φωτογραφία είναι η έλευση του εαυτού μου ως άλλος: μια πονηρή διάσπαση της συνείδησης από την ταυτότητα.” Με την έγχυση του φωτός μέσα από τις σκιές του σκοταδιού, η καλλιτέχνης μετουσιώνεται και εκείνη ως άλλη.

 

Η πραγματικότητα μετασχηματίζεται γεννώντας απροσδόκητες ψευδαισθήσεις που αμφισβητούν τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Το φως αποκαλύπτει και ταυτόχρονα δημιουργεί νέο περιεχόμενο.