O Ανδρέας Μελάς παρουσιάζει στο Παλαιοπωλείο Μαρτίνος, με συνδιοργανωτή τον Dan Nadel, την έκθεση του Karl Wirsum με σχέδια που έκανε σε περισσότερο από πενήντα χρόνια.

 

Ο τρόπος με τον οποίο ο Wirsum σκιαγραφεί τις μορφές άλλαξε μέσα στα χρόνια, αλλά η βασική γραμμή του είναι άμεσα αναγνωρίσιμη - με στοιχεία από πινακίδες ζωγραφισμένες στο χέρι, από τον Miro, τον Dick Tracy και τα κεραμικάNazca.

 

Είναι ιδιοφυία στο να επινοεί και να σκιαγραφεί τις εσώτερες διεργασίες μιας φιγούρας, για τις οποίες αντλεί από πολλαπλές πηγές όπως τα ραδιοφωνικά κύματα, τα γεωλογικά μοτίβα, τα έντομα και η εξερεύνηση του διαστήματος. Όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκουν ολοκλήρωση μέσα στα περιγράμματά του, τα οποία εμπεριέχουν και αναδεικνύουν τους εσωτερικούς όγκους.

 

Για τον Wirsum, η δεκαετία του 1960 ήταν η περίοδος της καλλιτεχνικής του διαμόρφωσης. Αποφοίτησε από το Art Institute of Chicago το 1961, ενώ άρχισε να εκθέτει τη δουλειά του λίγο αργότερα. Με τον Jim Nutt, την Gladys Nilsson, τη Suellen Rocca, τους Art Green και Jim Falconer, ο Wirsum ήταν μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας Hairy Who, όπως αυτοαποκαλούνταν, η οποία έκανε έξι εκθέσεις μεταξύ 1966 και 1969 και άσκησε σημαντική επιρροή στη συνέχεια.

 

Εκείνη η περίοδος, περιλάμβανε εικόνες που αποσπούσε από φωτογραφίες, άλλες που είχαν επίκεντρο την εμμονή του με τους χαρταετούς, μία που αναπαριστά τη φανταστική μασκότ των Hairy Who, ενώ αρκετές διερευνούν τη στιλπνότητα των μαλλιών και των μετάλλων.

 

Και αργότερα, τη δεκαετία του 1970, μετά τις εκθέσεις των Hairy Who και αφού εγκαταστάθηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Sacramento, άλλαξε επίσης την οπτική του γλώσσα με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τις καμπυλόγραμμες φόρμες και τα απαλά χρώματα για να εγκαινιάσει μια αυστηρή γεωμετρική γλώσσα με λιγότερα χρώματα που επικεντρώνεται στις δυνατότητες που σου παρέχονται όταν εργάζεσαι πάνω στην ανθρώπινη μορφή συνολικά, ιδιαίτερα στις φιγούρες που θυμίζουν μαριονέτες (που οδήγησαν σε μια σειρά από ξύλινες χειροποίητες μαριονέτες ζωγραφισμένες στο χέρι, τις οποίες φανταζόταν ως επιτελεστές στη δική του θεατρική ομάδα), με τερατώδη πρόσωπα που μοιάζουν φτιαγμένα από κολοκύθα.

 

Αυτός ο πολύ απλός τρόπος επέτρεψε στον Wirsum να διερευνήσει λεπτομερώς φόρμες με έντονες αντιθέσεις που έδειχναν την αγάπη του για τα ασπρόμαυρα κόμικ των καθημερινών εφημερίδων και τη σταθερή προτίμησή του στα διακοσμητικά μοτίβα της Κεντρικής Αμερικής.

 

Τη δεκαετία του1980, ο Wirsum άλλαξε πάλι. Παθιάστηκε με τις ακρότητες στις οποίες μπορεί να οδηγηθεί το ανθρώπινο σώμα - από την αθλητική προπόνηση μέχρι τις γενετικές τροποποιήσεις. Στο τέλος, άρχισε να αποδίδει φιγούρες, οι οποίες δεν έχουν κανένα πραγματικό ανθρώπινο γνώρισμα, αλλόκοτα όντα τα οποία ούτε μοιάζουν ούτε συμπεριφέρονται σύμφωνα με κάποιο χαρακτηριστικό φαινόμενο.

 

Τις επόμενες δεκαετίες ο Wirsum εξέλιξε αυτή την προσέγγιση και προώθησε ακόμα πιο δραστικά σενάρια στις φιγούρες του. Αυτά τα σχέδια περιλαμβάνουν τις πιο λεπτομερείς, γραπτές και σχεδιαστικές, σημειώσεις του, οι οποίες ουσιαστικά χαρτογραφούν το οπτικό και λεκτικό πεδίο του εγκεφάλου του.

 

Μία σελίδα χαρτί μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, αρκετές εναλλακτικές εκδοχές ενός χεριού που αφήνει τα ίχνη του γύρω από μια φιγούρα, καθώς και τα κείμενα του Wirsum, που περιλαμβάνουν ονόματα, παραπομπές και βασικές αρχές σχετικά με το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει ένα πλάσμα. Σ’ αυτά τα έργα, οι φιγούρες του συστρέφονται και χοροπηδούν σε κάθε είδους άβολη κατάσταση κάτι που διασκεδάζει τον Karl Wirsum, τον καλοπροαίρετο και μυστηριώδη αφηγητή μας.