Τα κοιτάω από τις αρχές του Ιουλίου που ξεκινάει η εποχή τους. Τα βλέπω κόκκινα και λαχταριστά, τα χέρια μου μυρμηγκιάζουν από ευχαρίστηση στη θύμηση της υφής του χυμού τους, αυτής της κόκκινης βαφής που αφήνει στα χέρια σημάδι για μέρες, κάνοντας αδύνατο το να κρύψεις το γαστρονομικό όργιο που συνέβη κι όμως μου είναι αδύνατον ν'απλώσω το χέρι και να τα πιάσω. Λες και το ν'αγοράσω βύσσινο για να το κάνω γλυκό ισούται με πράξη απόλυτης δέσμευσης με καταλυτικές συνέπειες για μένα και τους γύρω μου. Οι δικαιολογίες σωρός: δεν έχω χρονο, δεν έχω διάθεση, για βύσσινα είμαστε τώρα;

 

Ήταν όμως το τηλεφώνημα της κυρίας Τσουπάκη, ιδιοκτήτριας του γνωστού μανάβικου στην Αριστογείτονος απέναντι στη Βαρβάκειο, του οποίου είμαι τακτικός πελάτης που μ'εκανε να συνειδητοποιήσω ότι υπάρχει πρόβλημα: "Αθήναιε, δεν ήρθε να πάρεις κυδώνια το Νοέμβριο ούτε κάστανα το Δεκέμβριο ούτε αγριοαγκιαναράκι, φρέσκο σκόρδο, χλωρά κουκιά και μυρώνια την Άνοιξη και δεν θέλω να σκέφτομαι τί παλιο-φράουλες θ'αγόρασες απ'αλλού τον Μάιο. Όμως όταν δεν εμφανίστηκες αρχές του μήνα και για το βύσσινο, σκέφτηκα πως σου έχει συμβεί κάτι κακό. Ζεις;". Ε;

 

Λίγες ημέρες μετά έσκασε και η δεύτερη "βόμβα" όταν ο Μιχάλης μου έφερε από τη Σίφνο γλυκό μανταρίνι και τριαντάφυλλο. Αν και τα γλυκά του κουταλιού μου αρέσει πολύ να τα φτιάχνω και όχι να τα τρώω, δοκίμασα πρώτα το μανταρίνι. Δεν ήταν τόσο η νοστιμιά του όσο το πόσο καλοφτιαγμένο ήταν, σχεδόν μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Σε μια στιγμή "είδα" μπροστά στα μάτια μου τον άνθρωπο που διάλεγε προσεκτικά τα φρούτα, τα έπλενε, τα έκοβε με φροντίδα και μετά πάλευε με τη φωτιά και τους κανόνες της χημείας που απαιτεί το γλυκό του κουταλιού για να πετύχει. Ένιωσα απίστευτη νοσταλγία για τη διαδικασία της παρασκευής του γλυκού, για το αίσθημα που μ'εκανε να μπαίνω κάθε χρόνο στον μπελά του να τα φτιάχνω για να τα χαρίζω μόνο και μόνο για να βλέπω μάτια ν'ανοίγουν διάπλατα από την ικανοποίηση και πρόσωπα και μάτια να φωτίζονται μόλις έβαζαν το κουτάλι στο στόμα. Γιαυτές τις φευγαλέες στιγμές ζει ο μάγειρας εξάλλου· για τη φευγαλέα στιγμή που βλέπεις τα μάτια του άλλου ν'ανάβουν και όχι για τα κομπλιμέντα που ακολουθούν.

 

Ένα χρόνο τώρα προσπαθώ να είμαι ψύχραιμος, να συμπαραστέκομαι σε γνωστούς και αγνώστους που έχουν πληγεί από τη νέα κοινωνική πραγματικότητα, να μην εκτρέπομαι σε ακραία σχόλια, να συνεχίζω σαν να μην συμβαίνει τίποτα, να είμαι "υπεύθυνος πολίτης". Το αποτέλεσμα ήταν να διαταραχθεί η μόνη κανονικότητα στη ζωή μου που μου δίνει πάντα χαρά. "Έλα μωρέ εδώ ο κόσμος καίγεται, εγώ θα ασχοληθώ με το βύσσινο;".  Ο καθένας βιώνει την κρίση διαφορετικά όμως, για μένα το σύμπτωμα της ανωμαλίας είναι η διαταραχή της μαγειρικής κανονικότητας. Οι εποχές που μετρώ με τα φρούτα, τα έθιμα που τα κρατώ για τα τραπέζια και τις μαζώξεις που συνεπάγονται, τις ώρες που για μένα δεν τις μετρά το ρολόι αλλά η κατσαρόλα.

 

Θέλω πίσω τη δική μου κανονικότητα.

 

Με τον πιο ανατρεπτικό τρόπο στη ροή της "αφήγησης του καλοκαιριού", χθες στο σούπερ μάρκετ τα είδα πάλι μπροστά μου. Η εποχή τους θα έπρεπε να έχει τελειώσει εδώ και δέκα ημέρες τουλάχιστον όμως όχι. Ήταν όντως βύσσινα από την Αρκαδία και ήταν δροσερά και μύριζαν πολύ ωραία. Για λίγο, έμεινα να τα κοιτάζω με αμηχανία. Ένιωσα ότι κάποιος μου έδινε μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσω ένα λάθος και μ'ενα ελαφρύ δισταγμό αγόρασα ένα κιλό. Τις δυο-τρεις ώρες που χρειάστηκα το βράδυ για να τα καθαρίσω με το ειδικό εργαλείο που μου είχε χαρίσει η πεθερούλα μου, ήταν κάτι από παλιά. Σηκωνόμουν με τα χέρια να στάζουν βύσσινο, σαν την Πουλουδιά στην περιγραφή της Πηνελόπης Δέλτα στον "Τρελαντώνη", απαντούσα σε εμέηλ από το "λάπτοπ της κουζίνας" (ναι, έχω τέτοιο) που άνοιξε μετά από καιρό, μίλαγα στο τηλέφωνο, ανακάτωσα τα cd μου ψάχνοντας μουσικές, προσπαθούσα να πείσω το γκουρμεδόσκυλο ότι δεν τρώει βύσσινο και θα πρέπει να σταματήσει να το ζητάει υστερικά. Για τρεις ώρες ήμουν ο "παλιός εγώ" που δεν ξέρω αν ήταν καλός, πάντως ήταν κάποιος που κανείς δεν είχε την απορία αν ήταν ζωντανός ή όχι.

 

Παντού γύρω μου βλέπω να έχει διαταραχθεί η κανονικότητα. Το βλέπω στα βλέμματα και το ακούω στη χροιά της φωνής φίλων και γνωστών,  το διακρίνω ανάμεσα στους 130 χαρακτήρες των tweets ανθρώπων που ξέρω ελάχιστα ως καθόλου κι όμως, μοιράζομαι μαζί τους σκέψεις και συναισθήματα. Θέλω πίσω την κανονικότητά μου. Σκέφτομαι πως διακοπές φέτος ίσως είναι και η επιστροφή στη δική μου κανονικότητα, αυτή που μ'εκανε ευτυχισμένο: να μαγειρεύω και να γράφω. Έτσι για αλλαγή, βρε αδελφέ.

 

*Γλυκό Βύσσινο*

Έλα τώρα που θα σας μάθω εγώ να κάνετε γλυκό βύσσινο, κόρες ακαμάτρες!  Γυναίκα που δεν ξέρει να φτιάχνει μπακλαβά, ντολμαδάκια και τουλάχιστον ένα γλυκό του κουταλιού, να μην περιμένει να βρει άντρα της προκοπής. Θα πω μόνον ετούτο. Όπως ξέρουμε όλοι, το θέμα με το γλυκό του κουταλιού είναι να μην μαυρίσει αλλά να ψηθεί αρκετά ώστε να μη ζαχαρώσει σε κανα μήνα. Ειδικά το βύσσινο είναι διάολος, αν παραψηθεί μαυρίζει πάρα πολύ και λιώνει. Αίσχος. Γιαυτό το κόλπο με όλα τα γλυκά του κουταλιού και ειδικά με το βύσσινο είναι να βάζουμε τη μισή ζάχαρη από βραδύς με το φρούτο κατά τη συνταγή για να βγάλει ζουμί και την υπόλοιπη ζάχαρη, μόλις ζεσταθεί η κατσαρόλα κι αφού πρώτα την έχουμε απλώσει σ'ενα ταψί και την έχουμε ζεστάνει καλά στο φούρνο (πριν αρχίσει να λυώνει!) ώστε οταν τη ρίξουμε στην κατσαρόλα να λυώσει αμέσως. Μ'αυτό το κόλπο παίζει να γλυτώνουμε ίσως και μισή ώρα φωτιάς. Ναι, είναι αυτό το φοβερό μισάωρο που το ωραίο γλυκό μπορεί να μετατραπεί από ωραίο βαθυκόκκινο σε μαύρο κι αυτό δεν το θες να σου συμβεί με τίποτα, κόρη ακαμάτρα!