Το μεσημέρι, καθόμουν και χάζευα από τη βεράντα του σπιτιού μου στα βόρεια, τα σύννεφα της βροχής που είχαν μαζευτεί πάνω από το Λεκανοπέδιο. Έκανε ζέστη και ο συνειρμός έκανε γκελ από τα τροπικά κλίματα στον "Τροπικό του Καρκίνου". Για μια άνοιξη, έστω και για μισή, βρε αδελφέ,  θα θελα να ήμουν ήρωας του Χένρυ Μιλλερ και με το κατάλληλο κάστινγκ, θα θελα τα μεσημέρια που οι απουσίες από το γραφείο δικαιολογούνται, να στριμώχνομαι στα κλεφτά, εννοείται, σε μια μικρή σοφίτα για μια-δυο ώρες  και μετά κάνοντας skip την ταπεινωτική τελετουργία των "εξηγήσεων", εγώ θα έδενα τη γραβάτα μου, η "άλλη" θα ίσιωνε με τα χέρια της και την τελευταία υποψία ζάρας από τη φούστα της και θα συνεχίζαμε την ημέρα μας. Σαν να μην είχει συμβεί τίποτα.

Αυτό που θα έκανε την ιστορία σημαντική και ζηλευτή δεν θα ήταν, βέβαια, η μιλλερική συνεύρεση η οποία δεν απαιτεί ιδιαίτερα σκηνικά για να τη ζήσεις, όσο το χρονικό διάστημα που ετοιμάζεσαι σιωπηλός επειδή δεν οφείλεις να δώσεις καμία εξήγηση, ενδύεσαι το εκτός σοφίτας κουστούμι σου, ανοίγεις την πόρτα και αφήνεις πίσω σου όσα διαμείφθηκαν ήρεμος, μέχρι την επόμενη συνάντηση.

Δεν θα ήταν μια σοφίτα της συνενοχής αλλά της απόλυτης ελευθερίας από την υποχρέωση να εξηγείς και να ερμηνεύεις. Προς τον εαυτό σου εννοώ.

Αυτή τη γκρίζα ζώνη μεταξύ συνενοχής και ελευθερίας, άνοιξης και με φόντο το Παρίσι, την έχω συνδυάσει με τα κεράσια. Τ'αγαπώ για είναι από τα υλικά που αντιστέκονται στα ορμητικά χέρια των μαγείρων. Εξόν από ένα-δυο πράγματα δεν μπορείς να κάνεις και πολλά με τα κεράσια, δεν μπορείς να τους κάνεις πολλά, για να είμαι ακριβής και όπως έχω γράψει στο παρελθόν για τις φράουλες, έτσι και τα κεράσια εκτιμώ ιδιαίτερα για το ότι δεν μπορείς να κάνεις μαζί τους ό,τι σου κατεβαίνει από το κεφάλι.  Αντίθετα από τις φράουλες και την παιδική τους αθωότητα, τα κεράσια είναι adult με την εσωστρέφεια και τη μυστικότητα που αναδύουν. Σαν στρίμωγμα, μια άνοιξη σε μια σοφίτα, σαν την κίνηση αμηχανίας που κάνεις να στρώσεις τη γραβάτα σου ή μια ανύπαρκτη ζάρα στη φούστα σου. Κεράσια, τρώνε στις σοφίτες τους οι ήρωες του Χένρυ Μίλλερ.

Μέχρι να διαβάσω τη συνταγή που θα δώσω, δεν έτρωγα, από άποψη, κεράσια μαγειρεμένα. Ούτε ως γλυκά του κουταλιού, ούτε ως μαρμελάδα, ούτε σε τάρτες, μουμιοποιημένα από ποσότητες ζάχαρης και ζύμης. Α πα πα. Μόλις όμως διάβασα την τρυφερή και adult συνταγή του Εβραίου, Παριζιάνου χημικού που έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε τα υπέροχα γαστρονομικά του πονήματα, του μεγάλου Edouard de Pomiane, δεν υπάρχει άνοιξη που να μην τη φτιάχνω. Πανεύκολη, "ανίερη", αλλά τόσο εντός του πνεύματος του φρούτου, η κερασόπιτα του ντε Πομιάν θα ενθουσιάσει περισσότερο τους μυημένους περί τα γαστρονομικά παρά τους αρχάριους. Τη δίνω ακριβώς όπως την περιγράφει στο βιβλίο του, με ζύμη για ψωμί (ναι, καλά διαβάσατε), κεράσια και ζάχαρη άχνη.

Να στεκεσαι μεσημέρι στη βεράντα μασουλώντας τη σκληρή κρούστα της κερασόπιτας, να βλέπεις τα βαριά σύννεφα της βροχής, να θυμάσαι το τροπικό κλίμα και να σκέφτεσαι την Άνοιξη, έστω και μισή, βρε αδελφέ που θέλεις να περάσεις ως ήρωας του Χένρυ Μίλλερ, αν υποθέσουμε ότι έχεις καταλήξει στο κάστινγκ.

 

*Κερασόπιτα*

Συνταγή Edouard de Pomiane.

 

Λοιπόν, αυτή η συνταγή είναι από αυτές που μισούν οι αρχάριοι μάγειρες κι έχουν μαζί τους όλα τα δίκια του κόσμου. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να επιμείνω ότι είναι πραγματικά εύκολη, αν αφήσουμε κατά μέρος τα perception μας για τη "σωστή" τάρτα. Για τη σοφίτα της αμαρτίας είναι εξάλλου. :-)

Χρειαζόμαστε μια βαθειά ταρτιέρα. Έχω μία πυρίμαχη, διαμέτρου 22cm, ό,τι πρέπει γιαυτή τη δουλειά. Τη στρώνω με απλή ζύμη για ψωμί που δεν έχει φουσκώσει. Προσοχή σ'αυτό. Η ταρτιέρα απαιτεί ζύμη από ένα κιλό αλεύρι. Στρώνουμε τη ζύμη στην ταρτιέρα με επιμέλεια και ιδιαίτερα στο χείλος της ταρτιέρας ώστε όταν ψηθει να γίνει ένα γερό κέλυφος. Καλύπτουμε με αλουμινόχαρτο, βαρίδια ή φασόλια και ψήνουμε σε ζεστό φούρνο για κανα εικοσάλεπτο. Πάντα ψήνω τα κελύφη για τις τάρτες κι ας λένε οι υπόλοιποι. Δεν υπάρχει χειρότερο από το άψητο ζυμάρι, σκέτη θλίψη. Στη συνέχεια γεμίζουμε το κέλυφος με κεράσια από τα οποία έχουμε αφαιρέσει το κουκούτσι. Τα κεράσια πρέπει να είναι πολλά και να στριμώχονται στη σοφιτ.. στο κέλυφος της ζύμης, θέλω να πω. Φυσικά και θα τα τοποθετήσουμε με το χεράκι μας χωρίς να βαριόμαστε γιατί αλλιώς η τάρτα θα είναι ά-σχημη. Μόλις στρώσουμε τα κεράσια πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη. Ένα φλυτζάνι, will do. Καλύπτουμε με αλουμινόχαρτο και βάζουμε την τάρτα σε καλά ζεσταμένο φούρνο. Ψήνουμε για 15 λεπτά με το αλουμινόχαρτο, το οποίο στη συνέχεια το αφαιρούμε, κλείνουμε το φούρνο και αφήνουμε την τάρτα μέσα σ'αυτόν για άλλα πέντε με δέκα λεπτά. Αφαιρούμε με προσοχή. Αφενός γιατί καίει τρελά, αφετέρου γιατί θα υπάρχει πολύ... ζουμί. Τροπικός του Καρκίνου και Χένρυ Μίλλερ είναι αυτός, τί νομίζετε;  Πασπαλίζουμε ξανά με ζάχαρη. Δυο φλυτζάνια. Δεν είναι πολύ, μην μασήσετε. Μεταφερουμε την τάρτα στο τραπέζι και κόβουμε. Το κέλυφος πρέπει να σπάει και να ξεχύνονται κερασοχυμοί και μετά κυνηγητό του γλυκού χυμού με το κουτάλι κι all that jazz. Enjoy!

Τη φωτογραφία την αλίευσα από το τουίτερ και είναι του @geobourazanas