«Φεύγω. Όλα είναι πιθανά. Ο άνθρωπος. Όλα είναι πιθανά. Έχουμε ωραίο καιρό, κύριε Λοχαγέ. Κοιτάξτε τι όμορφος πηχτός, γκρίζος ουρανός, σου ‘ρχεται να του καρφώσεις ένα μπαστούνι και να κρεμαστείς από ‘κει πάνω, μόνο και μόνο επειδή υπάρχει η παύλα ανάμεσα στο ναι και ξανά πάλι ναι – και όχι, κύριε Λοχαγέ, ναι και όχι; Φταίει το όχι για το ναι ή το ναι για το όχι; Πρέπει να το σκεφτώ»

Georg Büchner, «Βόυτσεκ»

 

Μακρύς ξύλινος διάδρομος, ένα μαχαίρι δεμένο σε σχοινί – θηλιά, μια πέτρα, ένα παράξενο μουσικό όργανο, τέσσερα φλεγόμενα πρόσωπα.

 

Στον «Βόυτσεκ», το ημιτελές, ωστόσο πλήρες σε ό,τι αφορά τη χαρτογράφηση των σκοταδιών της ανθρώπινης ψυχής, οτιδήποτε περισσότερο θα ήταν πλεονασμός και φθορά. Ασέβεια, σχεδόν.

 

Η ευφυής και ταυτόχρονα ευαίσθητη σκηνοθετική αποκωδικοποίηση του Σάββα Στρούμπου και της θεατρικής ομάδας «Σημείο Μηδέν» δεν επιτρέπει τέτοια λάθη.

 

Μπαίνει κατ’ ευθείαν στο παραληρηματικό σύμπαν του κακόμοιρου στρατιώτη Βόυτσεκ – με όχημα τη σαρωτική ερμηνεία του Μελέτη Ηλία – και αφηγείται μία σκληρή, επίκαιρη ιστορία, γραμμένη το 1837: το πώς αποθηριώνεται ο άνθρωπος, όταν ζει σε καθεστώς βίας, σωματικής και ψυχολογικής, όταν η αδικία οδηγεί στην παραφροσύνη, όταν ο κόσμος αρχίζει να μοιάζει με στρατόπεδο συγκέντρωσης, όταν το κακό ενδύεται τον μανδύα της ηθικής, ξεριζώνοντας κάθε ελπίδα αλλαγής.

 

Και μετά, το δωρικό σκηνικό θυμίζει όλο και περισσότερο το σήμερα, οι αναγωγές «φωνάζουν», τα πρόσωπα εξηγούν σε διπλό πίνακα ανάγνωσης ό,τι συμβαίνει στο μυαλό του Βόυτσεκ και στον κοινωνικό ιστό.

 

Ο μεφιστοφελικός Λοχαγός (Δαυίδ Μαλτέζε) είναι μεταμορφωμένη η ζωώδης τυραννία που τρώει την αξιοπρέπεια, τη γυναίκα, την ανθρώπινη υπόσταση και στο τέλος τα λογικά του στρατιώτη – πειραματόζωου.

 

 

Το γεωμετρικό οικοδόμημα της παραίσθησης που λαμβάνει χώρα κατά μήκος της σκηνής - και εκπέμπει αδρεναλίνη και πυρετό – συμπληρώνει η γκροτέσκα φυσιογνωμία του γιατρού (Δέσποινα Χατζηπαυλίδου) και «κλειδώνει» η Ελεάνα Γεωργούλη, ως Μαρία, άπιστη σύντροφος του Βόυτσεκ, αιτία της ψυχωσικής έξαρσης και εν τέλει θύμα του παραφρονημένου παρία.

 

Η αίσθηση που κάνει τον θεατή μέρος του παραληρήματος του Βόυτσεκ εντείνεται από τη στακάτη, καθαρή μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη – αποκλειστικά για το συγκεκριμένο εγχείρημα – κι από τη σκηνοθετική προσέγγιση του Στρούμπου που ειδικά την εφιαλτική συνύπαρξη «Μαρίας – Βόυτσεκ – Λοχαγού», την αποδίδει με όρους αρχαίας τραγωδίας.

 

Εντυπώσεις από την πρόβα; Αν το ζητούμενο είναι θέατρο κινηματογραφικών προδιαγραφών, αποχωρείς με την καρδιά στα δόντια, ελαφρύ λαχάνιασμα και αποστομωτικές απαντήσεις (δοσμένες πριν από 178 χρόνια), για όσα συμβαίνουν σήμερα, για τις σκιές που παραληρούν δίπλα σου στον δρόμο.

 

Αν πάλι το ζητούμενο είναι η εναργέστερη, η πιο πιστή απόδοση, αυτού που αποσπασματικά πρόλαβε να χαρτογραφήσει ο πρόδρομος του ρεαλισμού, με ευθείες αναφορές στο σήμερα, τότε μιλάμε για την πιο ολοκληρωμένη θεατρική προσέγγιση απ’ όσες έχουν ανέβει σε αθηναϊκή σκηνή μέχρι τώρα.

 

 

Info:

Ο «Βόυτσεκ» ανεβαίνει για 2η χρονιά στον Νέο Χώρο του Θεάτρου Άττις, από τις 17 Οκτωβρίου, από την ομάδα «Σημείο Μηδέν». Αποτελεί μέρος της «Τριλογίας της Απο-ανθρωποποίησης», της έρευνας της θεατρικής ομάδας, δομημένης πάνω στον «Βόυτσεκ», τη «Σωφρονιστική Αποικία» του Φραντς Κάφκα και το «Εμείς» του Γεβγκένι Ζαμιάτιν (σε 1η πανευρωπαϊκή παρουσίαση).