Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου,
Τρίτη 23 Ιανουαρίου, ώρα 19:35
Δεν πέφτει καρφίτσα. Η αίθουσα είναι κατάμεστη και καταφτάνουν κι άλλοι. Σίγουρα θα είναι στριμωγμένοι στον προθάλαμο. Τεντώνουν τα σβέρκα τους. Σαν να βρίσκεσαι σε συναυλία και όλοι να περιμένουν τον ροκ σταρ. «Είναι ακόμα στην είσοδο. Μιλάει στις κάμερες. Κοίτα, πήρα αυτόγραφο. Αυτός έχει χειρότερα γράμματα από μένα» σχολιάζει κατενθουσιασμένη μια νεαρή Βορειοηπειρώτισσα. Τα μάγουλά της φέγγουν από ένα λεπτό στρώμα εφίδρωσης. Και δεν φταίει η αφόρητη ζέστη. Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση. «Θα πάει και στον “Ιανό” αύριο, αλλά έχω δουλειά και δεν μπορώ. Θα αργήσει πολύ ακόμα; Θα μιλάει στα γαλλικά; Αν μιλάει στα γαλλικά, τζάμπα ήρθαμε. Μα πού είναι;» αναρωτιέται κάποιος άλλος. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην αίθουσα είναι από την Αλβανία. Αλβανοί, Βορειοηπειρώτες – έχει σημασία; Στα βλέμματά τους διακρίνεις μια περηφάνια και μια λάμψη που σπάνια συναντάς όταν τους βλέπεις στο δρόμο. Κανένα σκυφτό κεφάλι. Και περιμένουν τον πιο διάσημο συμπατριώτη τους. Τον μέγα και πολυγραφότατο συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ.

Πρόκειται για μια τιμητική εκδήλωση με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του δίπτυχου έργου του Η Κόρη του Αγαμέμνονα - Ο Διάδοχος, από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Ευγενικοί χορηγοί η Τράπεζα Πειραιώς και η θυγατρική της στην Αλβανία, η Tirana Bank. Ομιλητές ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, η Τιτίκα Δημητρούλια και ο Γκαζμέντ Καπλάνι, ο μόνος αλβανικής καταγωγής δημοσιογράφος που έχει σπάσει το ελληνικό μίντια κατεστημένο. Στις πρώτες σειρές των προσκεκλημένων και ο Νικήτας Κακλαμάνης, ο δήμαρχος Αθηναίων, που ορκίστηκε μόλις την προηγούμενη Πέμπτη. «Είναι ο πρώτος άνθρωπος που καλωσορίζω» θα πει ο δήμαρχος, λίαν περιχαρής και χωρίς λαιμοδέτη. Όλοι περιμένουν να μιλήσει ο Κανταρέ. Δυσανασχετούν μέχρι να φτάσει η σειρά του.

Και θα μιλήσει στα αλβανικά, φυσικά! Σε ταυτόχρονη μετάφραση. Χαμόγελα ευεξίας. Η μεταφράστρια διορθώνεται συνέχεια από το μικρό πλήθος. Σαν σε οικογενειακή γιορτή, όπου ο σοφός παππούς λέει ένα παραμύθι. Ο Κανταρέ μιλάει για το απάνθρωπο καθεστώς του Χότζα. Δεν μπορούσε παρά να γίνει συγγραφέας: «Ο κομμουνισμός, εχθρός της λογοτεχνίας.» Αλλά έτσι σμιλεύτηκε. Έτσι διαμόρφωσε την αμφισημία και την πολυπλοκότητα στο λόγο του. Μιλάει για τις επιρροές του. Τον Τζόις. Τον Κάφκα. Τον Σέξπιρ. Τον Θερβάντες. Και τους Αρχαίους Τραγικούς, βέβαια, αλλά μέσα από την γερμανική, υλιστική παράδοση, φυσικά. Τον παρακολουθούν με δέος. Μιλάει και για τα Βαλκάνια. Το όνειρο της Ευρώπης. Τα Σκόπια θα τα αποκαλέσει «Μακεντόνια». Ο Νικήτας Κακλαμάνης σαν να παγώνει. Αλλά ο Κανταρέ θα ζητήσει συγγνώμη από τον δήμαρχο Αθηναίων για το λάθος του. Αργότερα. Κατ’ ιδίαν. Όταν ο λόγος θα δοθεί στο κοινό, όπως απαίτησε ο ίδιος ο συγγραφέας («έτσι μόνο θα είχε ενδιαφέρον για μένα»), η πρότερη αμηχανία επιτέλους εγκαταλείπει το χώρο. Οι ερωτήσεις επικεντρώνονται στο όνειρο για ένα καλύτερο μέλλον. «Οι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι ελεύθεροι;» ρωτάει κάποιος. Ο Ισμαήλ απαντά πολύ διπλωματικά, μη θέλοντας να θίξει τους συμπατριώτες του, μήτε τους ανθρώπους που τον φιλοξενούν. «Αν δεν εξασφαλίσουμε καλές οικονομικές συνθήκες στην ίδια μας την πατρίδα, δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι.» Αποχωρεί χαμογελαστός. Από ευγένεια περισσότερο, παρά από μια αίσθηση προσωπικού θριάμβου. Είναι μετρίου αναστήματος και φοράει γυαλιά με χοντρό σκελετό. Δεν μπορείς να διαβάσεις καμία έκφραση στο πρόσωπό του.

Λόμπι του ξενοδοχείου Athens Palace,
Τετάρτη 24 Ιανουαρίου. Ώρα 19:30, πάλι.
Ο εκδότης του Κανταρέ στην Ελλάδα, ο Γιάννης Νικολόπουλος, συνομιλεί με την Κάτια Σαμπαθιανάκη, μια νεαρή μεταφράστρια. «Έχουμε πει στις οκτώ, αλλά είναι ακόμα πάνω.» Αναφέρεται στους κυρίους Χωμενίδη και Καπλάνι, που παίρνουν συνέντευξη από τον Κανταρέ για λογαριασμό του «Ταχυδρόμου», της εφημερίδας «Τα Νέα».

Λίγο αργότερα, καθώς στέκομαι στον σκοτεινό διάδρομο έξω από το δωμάτιο όπου παραχωρείται η συνέντευξη, προσπαθώ να κρυφακούσω τι λένε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Σαν να πρόκεται για ανάκριση. Αργούν. Έχει πάει 8 και τέταρτο, και ο κ. Ισμαήλ θα πρέπει να αναχωρήσει στις 8:45 ακριβώς, μιας και τον περιμένουν στην οικία του Γάλλου Πρέσβη. Δείπνο προς τιμήν του. Ο Κανταρέ μένει και στο Παρίσι. Εκεί εκδόθηκαν για πρώτη φορά τα έργα του, εκτός των ερμητικά κλειστών συνόρων της σταλινικής Αλβανίας.

Ο Χρήστος Χωμενίδης τού χαρίζει ένα αντίτυπο του βιβλίου του Η Φωνή, μεταφρασμένο στα γαλλικά. Στο εσώφυλλο, στο βιογραφικό του, αναφέρεται ότι ο παππούς του ήταν συνιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Σχεδόν κοκκινίζει, σκεπτόμενος ίσως πόσα τράβηξε ο Κανταρέ στα χέρια των Αλβανών κομμουνιστών. «Ελάτε να με βρείτε στο Παρίσι» θα του πει ο Κανταρέ. «Μα πώς;» «Καλέστε τον εκδότη μου και πείτε του να σας δώσει το τηλέφωνό μου. Μένω εκεί κοντά. Το ξέρω ότι εκεί κοντά μένει ο Κώστας Γαβράς. Κάνουμε και παρέα» προσθέτει. Οι κκ. Χωμενίδης και Καπλάνι αποχωρούν μαγεμένοι, ενώ η Σεφερίνα, που κάποτε έλεγε το δελτίο στα αλβανικά για το «Κανάλι Δέκα», τώρα ασκεί χρέη φωτορεπόρτερ.

«Έχουμε λίγα λεπτά. Θα πρέπει να φύγω, όπως καταλαβαίνετε» λέει πολύ ευγενικά ο Ισμαήλ Κανταρέ, ο οποίος, παρά την ηλικία του (μόλις έκλεισε τα 71), δεν δείχνει διόλου κουρασμένος. Μιλάμε για το ρόλο του ως εθνικού συγγραφέα. «Αυτό το απεχθάνομαι. Με ενοχλεί. Στα Βαλκάνια ζητάνε υπερβολικά πράγματα από τους συγγραφείς.» Για το πού μεγάλωσε: «Σε ένα μεγάλο σπίτι. Είχα πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Και εφηβεία. Δεν πιστεύω καθόλου σε αυτές τις ανοησίες, ότι για να γίνεις συγγραφέας πρέπει να υποφέρεις στη νεότητά σου.» Για το αν αισθάνεται ένοχος που επέζησε, που δεν κατέληξε σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα, όπως εκείνα που αναφέρει σε πολλά βιβλία του: «Έκανα ό,τι μπορούσα. Δεν μπορείς να νιώθεις ένοχος που επέζησες. Το βρίσκω γκροτέσκο. Το όραμά μου για τον κόσμο δεν είναι ούτε αισιόδοξο ούτε απαισιόδοξο. Η ζωή δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι και τα δύο.» Για την πάλαι ποτέ αλβανο-σινική φιλία. Γελάει. «Ξέρετε, για τους Κινέζους, τότε, ήμασταν η Δύση! Ένα πρότυπο! Δεν είναι παράδοξο; Ναι, επισκέφτηκα την Κίνα κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης... Σήμερα πολλοί Κινέζοι έχουν εγκατασταθεί στην Αλβανία. Οι πρώτοι ξένοι που το έκαναν όταν άνοιξαν τα σύνορα. Είναι οι καλύτεροι πολίτες!» Για την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα: «Δεν είμαι ο δικηγόρος των κακοποιών στοιχείων. Αλλά δεν πιστεύω ότι φέρονται καλά στους υπολοίπους. Υπάρχει μια εδραιωμένη παρεξήγηση.» Προτιμά το Παρίσι ή την Αλβανία; «Όταν βρίσκομαι στην Αλβανία διασκεδάζω, και δεν καταφέρνω να εργάζομαι όσο θα ήθελα. Έχει ενδιαφέρον. Συνέχεια συμβαίνουν απρόοπτα.» Αρχίζει και δυσανασχετεί. Χτυπάει το τηλέφωνο. Τέλος χρόνου. Γελάει αμήχανα. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν πιστεύει ότι θα πάρει το Νόμπελ. Η σύζυγός του, η ξανθή Ελένα, τον περιμένει στο λόμπι. Αποχωρούν.