Κόρμακ ΜακΚάρθι
Σάτρι
Μτφρ. Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg
Το νέο απόκτημα της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg είναι το «Σάτρι», το πληθωρικό, 775 σελίδων, μυθιστόρημα του ογκόλιθου της αμερικανικής λογοτεχνίας Κόρμακ ΜακΚάρθι (1933-2023), με την πολυπλόκαμη και πολυδαίδαλη γλώσσα, που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1979. Πρόκειται για το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του συγγραφέα και ταυτόχρονα για μια αναδίφηση στην ανθρώπινη κατάσταση, μέσω της ιστορίας ενός παρία και αποσυνάγωγου, του Κορνίλιους Σάτρι. Η ιστορία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1950. Ο Σάτρι ζει σε μια καλύβα στις όχθες του ποταμού Τενεσί, έχοντας απαρνηθεί την οικογένειά του και τις ανέσεις των προνομίων του και ασχολείται με το ψάρεμα.
Μέσα από την περιγραφή της μοναχικής ζωής του, αλλά και της ζωής άλλων απόκληρων, περιπλανώμενων και περιθωριοποιημένων, αναδύεται η τρυφερότητα. Το «Σάτρι» μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο άλλα διάσημα μυθιστορήματα του συγγραφέα, όπως ο «Δρόμος» και ο «Ματωμένος μεσημβρινός», αποτελεί, όμως, μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση γύρω από την ανθρωπιά, τη μοναξιά και τη σκοτεινή ανθρώπινη φύση, ενώ δεν λείπει και το μαύρο χιούμορ.
Μαρία Φακίνου
Όλα τα δέντρα
Εκδόσεις Αντίποδες
Το να επιδιώκεις να αφηγηθείς σήμερα μια τετριμμένη ερωτική ιστορία, μια ιστορία χωρίς ακραία δράματα ή ανυπέρβλητα εμπόδια, και μάλιστα έναν «αναλογικό» έρωτα σε μια εποχή που ο έρωτας, ως επί το πλείστον, ανθεί ψηφιακά, είναι ασφαλώς ένα δύσκολο και επισφαλές εγχείρημα. Πώς μετατρέπεις το τετριμμένο σε μυθιστορηματικό υλικό; Το «Όλα τα δέντρα» ξεκινά με τη γνωριμία μιας συγγραφέως και ενός δημοσιογράφου σε ένα πάρτι την περίοδο των Χριστουγέννων, λίγο μετά την πανδημία. Οικείες φιγούρες, γνώριμοι δρόμοι του κέντρου της Αθήνας, μια ιστορία που ξεκινά όπως πολλές άλλες και εξελίσσεται σε έναν έρωτα που προοικονομείται, θυμίζοντας το γνωστό ποίημα της Σιμπόρσκα «Έρωτας με την πρώτη ματιά». Ένας έρωτας που έρχεται αντιμέτωπος, στη συνέχεια, με προβλήματα κοινότοπα: ζήλιες, ανασφάλειες, ψέματα και αποσιωπήσεις.
Η Μαρία Φακίνου, στο πέμπτο της βιβλίο, με μαεστρία αποφεύγει τα κλισέ και καταφέρνει να αποδώσει τον περίπλοκο συναισθηματικό κόσμο της ηρωίδας: εσωτερικές μεταστροφές, σταδιακές απομακρύνσεις, απρόσμενοι συνειρμοί, αλλαγές στην εστίαση, αμφισημίες και παλινδρομήσεις. Χαρτογραφεί εκείνη την ξεχωριστή επικράτεια που σχηματίζει ένας έρωτας και καταγράφει λεπτομερώς τα γεγονότα που απαρτίζουν το «βιβλίο των συμβάντων» του.
Ζίτα Ρούτζκα
Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια
Μτφρ. Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Loggia
«Το χώμα ροκανίζει τα πάντα ως το κόκαλο, η μνήμη κρατάει ζωντανή κάθε σάρκα». Η Βέρα είναι μια ηλικιωμένη κομμώτρια λαϊκής καταγωγής που μόλις έχει χάσει τον άντρα της, έναν πρώην αναβάτη αλόγων, και έχει αναλάβει το μακάβριο έργο να αναζητήσει τα κατάλληλα νεκροπάπουτσα για την ταφή του. Έτσι ιλαροτραγικά ξεκινάει το «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια», που τιμήθηκε με το βραβείο Nike, την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση στην Πολωνία. Η Πολωνή θεατρική συγγραφέας και πεζογράφος Ζίτα Ρούτζκα δημιούργησε μια ακαταμάχητη και αλησμόνητη αντιηρωίδα, σε ένα ξεκαρδιστικό, έξοχα σαρκαστικό και σπινθηροβόλο αλλά ταυτόχρονα μελαγχολικό μυθιστόρημα.
Ο στακάτος, κοφτός, σχεδόν προφορικός λόγος, η ευρηματική και ωμή γλώσσα και η διάχυτη ειρωνεία αποδεικνύονται απόλυτα ταιριαστά με την ηρωίδα της. Η Βέρα, εκτός από μπόλικο μαύρο χιούμορ, διαθέτει και μια έντονα κυνική και αυθάδικη στάση απέναντι στους ανθρώπους και στη ζωή. Ούτε η φτώχεια και η περιθωριοποίηση, ούτε οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις, ούτε ο θάνατος του συζύγου της, ούτε ακόμη και τα φριχτά γηρατειά έχουν καταφέρει να τιθασεύσουν το αδάμαστο πνεύμα της. Η Ρούτζκα παραδίδει ένα πρωτότυπο πεζογράφημα που αντιστέκεται στη θνητότητα, στη φθορά και στα γηρατειά, με όπλα τον αυτοσαρκασμό αλλά και την τρυφερότητα. Γιατί, τελικά, γελάει καλύτερα στη ζωή όποιος μπορεί να «δείχνει τα δόντια του» στον θάνατο.
Γιώργος Χωματηνός
Βρίκελοι
Εκδόσεις Κίχλη
Ένα αλλόκοτο καραβάνι αλλοπρόσαλλων, περιθωριακών μουζίκων και γκροτέσκων καλλιτεχνών διασχίζει την ελληνική επαρχία κουβαλώντας μαζί του μια μαρμάρινη κάσα. Κάποια στιγμή φτάνει σε ένα αχαρτογράφητο χωριό που διοικείται από έναν αιμοσταγή δεκατριάχρονο τύραννο. Από αυτό το σημείο ξεκινά η αφήγηση στους «Βρίκελους», το δεύτερο βιβλίο του Γιώργου Χωματηνού. Και από ένα άχρονο χωριό στο πουθενά, που μοιάζει να έχει βγει κατευθείαν από δημοτικό τραγούδι, θα μεταφερθούμε ξαφνικά στην Κυψέλη του σήμερα. Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-έκπληξη, ένα παράδοξο, υποβλητικό, αλληγορικό αφήγημα με μεγάλο βάθος, γραμμένο σε μια γλώσσα που σπάνια πια συναντάμε στα γράμματά μας, με αξιοσημείωτη μουσικότητα και ρυθμό.
Το μυθιστόρημα πατά γερά πάνω στην παράδοση και στα νάματα του Σολωμού, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε αυτήν, καθώς διατηρεί μια έντονη και ζωτική συνάφεια με το σήμερα και με ζητήματα που αφορούν τη νεοελληνική αυτοσυνειδησία. Αλκαίος, Σοφοκλής, Όμηρος, Καβάφης, Παλαμάς, Λάγιος, Τσαρούχης, Ελύτης, Καρούζος, Χειμωνάς, αλλά και τα δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι του Παντελή Μπουκάλα, είναι μερικές μόνο από τις ιδανικά χωνεμένες αναφορές του. «Βρίκελοι» δεν είναι μόνο οι βρικόλακες, αλλά και «τα τραγικά προσωπεία της καθημερινότητας» που μας βαραίνουν, όπως μας βαραίνουν «περιούσιες κληρονομιές» και «υψηλά πεπρωμένα». Πώς θα ανασάνει αυτή η «γερασμένη πόλη», αυτή η «γερασμένη χώρα»;
Αντόνιο Πόρτσια
Φωνές
Μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης
Εκδόσεις Gutenberg
«Όποιος έχει δει να αδειάζουν όλα, σχεδόν γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα». Είναι ένας από τους πιο γνωστούς αφορισμούς του Αντόνιο Πόρτσια (1885-1968). Οι αποφθεγματικές ρήσεις του, γνωστές ως «Φωνές», είναι πολύ περισσότερα από θυμόσοφες φράσεις και εμπειρικά αποστάγματα του ασκητικού βίου τού σχεδόν αγράμματου Ιταλού μετανάστη, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αργεντινή. «Ο Πόρτσια θυμίζει έντονα φτωχοδιάβολο κι ενίοτε βασιλική φύση που χαράζει σχήματα στο χώμα, που κοιτάζεται μέσα στις σκέψεις του και τις πράξεις του όπως σε καθρέφτη», έxει γράψει ο Κωστής Παπαγιώργης.
Η μετάφραση του Βασίλη Λαλιώτη, που περιλαμβάνει το σύνολο των αφορισμών του, κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μια νέα, προσεγμένη έκδοση από τον Gutenberg, με επίμετρο του Γιάννη Ανδριανάτου. Οι λιτοί, στοχαστικοί αφορισμοί του είναι «χρησμοί για το παρόν», όπως επισημαίνει ο Γιάννης Ανδριανάτος στο επίμετρο της έκδοσης. Με μια εγγενή παραδοξότητα, με την επιδραστικότητα του ακαριαίου και με μια αντιφατικότητα που ερμηνεύει αντί να συσκοτίζει, ο Πόρτσια περιδιαβαίνει τη ζωή και αγγίζει τον θάνατο, προσφέροντάς μας κλεφτές ματιές στο μυστήριο της ύπαρξης: «Η γέννησή μου εδώ, πού υπήρξε θάνατος; Κι ο θάνατός μου, πού θα υπάρξει γέννηση;»
Τζάστιν Τόρες
Διαγραφές
Μτφρ. Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Πατάκη
Το δεύτερο μυθιστόρημα του Τζάστιν Τόρες, αναπληρωτή καθηγητή Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, το οποίο απέσπασε το National Book Award των ΗΠΑ το 2023, είναι μια queer αφήγηση για τη μνήμη, για ό,τι διασώζεται και ό,τι επιλεκτικά διαγράφεται από αυτήν. Μια περιπλάνηση μεταξύ της επίσημης ιστορίας και της αφανούς αλήθειας. Η ιστορία στις «Διαγραφές» εστιάζει στον ετοιμοθάνατο ηλικιωμένο Χουάν Γκέι που βρίσκεται στο δωμάτιο ενός παρακμιακού ξενώνα στην Καλιφόρνια και στον νεαρό που τον φροντίζει. Οι προσωπικές ιστορίες που μοιράζονται ξεδιπλώνουν παλιούς έρωτες, οικογενειακά τραύματα και ιστορίες ανθρώπων που έζησαν στο περιθώριο. Παράλληλα, παρακολουθούμε και την πραγματική ιστορία της ριζοσπάστριας queer ακτιβίστριας Ζαν Γκέι (κατά κόσμον Χέλεν Ράιτμαν), της οποίας η πρωτοποριακή έρευνα γύρω από ζητήματα σεξουαλικότητας διαστρεβλώθηκε και το όνομά της αποσιωπήθηκε.
Ο Τόρρες συνδυάζει τη μυθοπλασία με πραγματικά γεγονότα, αντλώντας υλικό από πρωτοπόρους της queer κοινότητας που άνοιξαν δρόμους. Πόσα από εκείνα που θεωρούμε πως γνωρίζουμε ως ιστορική αλήθεια είναι πράγματι γεγονότα και πόσα αποτελούν ένα επιλεκτικό κολάζ μνήμης και διαγραφών;
Τασούλα Βερβενιώτη
Οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού (1946-1949)
Εκδόσεις Κουκκίδα
Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη έχει αφιερώσει πολυετή έρευνα στην κοινωνική ιστορία της δεκαετίας του 1940 και στη δράση των γυναικών στην Αντίσταση, ενώ έχει ασχοληθεί και με την οργάνωση ομάδων προφορικής ιστορίας. Σε μια νέα μελέτη της για την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, φέρνει στο φως μία ακόμα αποσιωπημένη σελίδα της ελληνικής Ιστορίας: τη μαζική συμμετοχή των γυναικών στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), τη στρατιωτική οργάνωση που ιδρύθηκε από το ΚΚΕ κατά την περίοδο του Εμφυλίου.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και η Αντίσταση δημιούργησαν νέες δυνατότητες για τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή, υπερβαίνοντας σε μεγάλο βαθμό τους παραδοσιακούς ρόλους που τους είχαν επιβληθεί. Η ενεργή δράση τους κατά τη διάρκεια εκείνης της ταραγμένης περιόδου αμφισβήτησε πολλά από τα πατριαρχικά στερεότυπα της εποχής. Η Τασούλα Βερβενιώτη, σε αυτή την έκδοση, εκτός από ιστορικά τεκμήρια αξιοποιεί και προφορικές μαρτυρίες, που αναδεικνύουν πώς οι γυναίκες ξέφυγαν από την εξουσία του πατέρα, του αδερφού, του συζύγου και διεκδίκησαν μια πρωτόφαντη για εκείνες ελευθερία.
Μανόλης Κούμας
Η Ελλάδα και το μεσανατολικό ζήτημα 1945-1981
Εκδόσεις Παπαδόπουλος
Σε μια τόσο ταραγμένη εποχή για τη Μέση Ανατολή, με την έκρηξη βίας, τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις και την κατάσταση να παραμένει μόνιμα τεταμένη, ενώ ο φόβος μιας γενικευμένης σύρραξης επικρέμαται διαρκώς στην περιοχή, το μεσανατολικό ζήτημα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Η Ελλάδα, ασφαλώς, δεν μένει ανεπηρέαστη. Πώς, όμως, έχει διαμορφωθεί διαχρονικά η στάση της Ελλάδας απέναντι στο μεσανατολικό; Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιστορικό βιβλίο του Μανόλη Κούμα, «Η Ελλάδα και το μεσανατολικό ζήτημα 1945-1981», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, προσφέρει πολλές απαντήσεις.
Ο συγγραφέας εξετάζει τα διλήμματα της ελληνικής διπλωματίας και αναλύει τη στάση και τους χειρισμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Σκοπός του βιβλίου είναι «να προσφέρει μια γενική επισκόπηση της ελληνικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή από τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και να αναδειχθούν οι παράγοντες που “ωθούσαν” την ελληνική διπλωματία να υιοθετεί φιλοαραβική στάση».
Στίβεν Φράι
Οδύσσεια
Μτφρ. Πέτρος Γεωργίου
Εκδόσεις Πατάκη
Η κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Νόλαν προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, και εκδοτική αναταραχή, εκτός από φρενίτιδα στα ταμεία των σινεμά. Στη σκιά της αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος παγκοσμίως, οι περιπέτειες του πολύπαθου Οδυσσέα έχουν έρθει ξανά στο προσκήνιο με πολλούς τρόπους. Όχι μόνο μέσα από νέες εκδόσεις, κλασικές μεταφράσεις και αποδόσεις του ομηρικού έπους, αλλά και μέσα από διάφορες διασκευές και παραλλαγές του. Μία από αυτές είναι η διασκευή της «Οδύσσειας» από τον γνωστό Βρετανό συγγραφέα και κωμικό Στίβεν Φράι, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη.
Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας του Φράι, στην οποία ο συγγραφέας αναδιηγείται, με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, τους ελληνικούς μύθους. Στην παρούσα έκδοση επιχειρεί να αφηγηθεί με γλαφυρότητα και χιούμορ την περιπετειώδη επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Το γεγονός ότι η «Οδύσσεια» αντέχει και σε πολλές ανάλαφρες εκδοχές της αποτελεί μία ακόμα απόδειξη ότι εξακολουθεί να εμπνέει και να συνομιλεί με κάθε εποχή.
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Το βιβλιοπωλείο με τις μαύρες γάτες
Μτφρ. Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το καθηλωτικό ιταλικό cozy crime του Πιερτζόρτζιο Πούλισι, που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ, δεν είναι ένα ακόμη συνηθισμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, καθώς ενώνει ευρηματικά τη βιβλιοφιλία με το αστυνομικό μυστήριο και αποτίνει φόρο τιμής σε κλασικά έργα και διάσημους συγγραφείς του είδους. Ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο είναι ο ιδιοκτήτης ενός μικρού βιβλιοπωλείου στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας, που ειδικεύεται στα αστυνομικά μυθιστορήματα.
Το όνομα του βιβλιοπωλείου, «Les Chats Noirs», προέρχεται από τις δύο μαύρες γάτες που συχνάζουν στον χώρο, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης «Οι Ντετέκτιβ της Τρίτης», η οποία αποτελείται από εντελώς ετερόκλητα μέλη και εκτός από την ανάγνωση βιβλίων καταπιάνεται και με την εξιχνίαση εγκλημάτων. Πρώην βιβλιοπώλης και ο ίδιος, ο Πιερτζόρτζιο Πούλισι καταφέρνει να χαρίσει στους αναγνώστες ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει το μυστήριο με το χιούμορ και την ειρωνεία –ενώ δεν λείπει και ο σχολιασμός κοινωνικών ζητημάτων– και να μετατρέψει τους ίδιους τους αναγνώστες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας.