Στην πιο πολιτικά ελπιδοφόρα περίοδο της μεταπολεμικής και μεταποικιακής εποχής, ένα φεστιβάλ στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα διεθνώς πειράματα καλλιτεχνικής συνεύρεσης Ανατολής και Δύσης. Το Φεστιβάλ του Σιράζ, που εμπνεύστηκε και υλοποίησε μια ομάδα πεφωτισμένων και προοδευτικών ανθρώπων πολύ κοντά στα ερείπια της Περσέπολης, ιστορικής πρωτεύουσας της Αχαιμενιδικής Αυτοκρατορίας, υπήρξε για έντεκα χρόνια ένας φάρος πολιτισμού που συνδύαζε παραδόσεις από ολόκληρο τον κόσμο με τη διεθνή πρωτοπορία στην πιο νεωτερική της εκδοχή. Κι ενώ κάθε καλοκαίρι από το 1967 μέχρι το 1977 συγκέντρωνε τα σημαντικότερα ταλέντα της εποχής, μια επανάσταση και ένας φετφάς ακύρωσε τα πάντα, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να σβήσει κάθε χειροπιαστή απόδειξη ότι το φεστιβάλ αυτό κάποτε υπήρξε, ότι έπαιξε καταλυτικό ρόλο στον εκδημοκρατισμό και την εξωστρέφεια της πολιτιστικής πολιτικής μιας χώρας και μιας πνευματικά άνισης κοινωνίας.
Το Φεστιβάλ του Σιράζ δεν ήταν το όραμα ενός μόνο ανθρώπου. Ωστόσο, ξεκίνησε υπό τη διεύθυνση του Ρεζά Γκότμπι, διευθυντή προγράμματος αρχικά και αργότερα Γενικού Διευθυντή της Κρατικής Ραδιοφωνίας και της Τηλεόρασης του Ιράν (που μόλις είχε ξεκινήσει να εκπέμπει), και την αιγίδα της αυτοκράτειρας Φαράχ Ντιμπά. Ο βασικός στόχος ήταν η προβολή των σύγχρονων νέων Ιρανών καλλιτεχνών, αλλά και η επαφή του ιρανικού κοινού με άλλες κουλτούρες, καθώς και τις διεθνείς τάσεις στις παραστατικές τέχνες και τη μουσική.
Πρόκειται για ένα οικουμενικό όραμα που έριχνε γέφυρες ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικούς πολιτισμούς, καταργώντας τις προκαταλήψεις της αποικιοκρατίας, μια σύμπλευση παράδοσης, φολκλόρ, πειραματισμού και σύγχρονης τεχνολογίας.
Ο προγραμματισμός περιελάμβανε θέατρο, χορό, μουσική, αλλά και κινηματογράφο, κι ανάμεσα στους δεκάδες καλεσμένους δημιουργούς συγκαταλέγονταν σκηνοθέτες όπως ο Ρόμπερτ Γουίλσον κι ο Πίτερ Μπρουκ, οι εμβληματικοί πρωτοπόροι Γέρζι Γκροτόφκι και Ταντέους Κάντορ, ο χορογράφος Μερς Κάνιγχαμ, οι πιο ριζοσπάστες μουσικοί της Αμερικής των ’50s και ’60s (Τζον Κέιτζ, Γκόρντον Μούμα, Ντέιβιντ Τιούντορ), αλλά και τα «ιερά τέρατα» Ολιβιέ Μεσιάν, Ιάννης Ξενάκης, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν. Όλοι τους σε νεαρή ηλικία, είχαν επιλεγεί χάρη στα δείγματα της ιδιοφυούς δημιουργικότητάς τους. Παράλληλα, το «παρών» έδωσαν παραδοσιακά συγκροτήματα χορού και μουσικής από την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, ανόθευτα ακόμα από τις μετακλήσεις στις μητροπόλεις της Δύσης, όπως το Κατακάλι από την Ινδία, το Εθνικό Μπαλέτο της Σενεγάλης, το θέατρο Νο, αλλά και παραδοσιακό θέατρο από το Ιράν, τα περίφημα θρησκευτικά δράματα ta'ziyeh.
Πρόκειται για ένα οικουμενικό όραμα που έριχνε γέφυρες ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικούς πολιτισμούς, καταργώντας τις προκαταλήψεις της αποικιοκρατίας, μια σύμπλευση παράδοσης, φολκλόρ, πειραματισμού και σύγχρονης τεχνολογίας. Οι διοργανωτές φρόντιζαν να μαγνητοσκοπούν ή να ηχογραφούν όλες τις εκδηλώσεις με σκοπό την αναμετάδοσή τους από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση – μια πολύ καλή ιδέα για την επιμόρφωση μιας κοινωνίας εντελώς απαίδευτης. Όλες οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν γύρω από το Σιράζ, στα ερείπια της αρχαίας Περσέπολης, στην αίθουσα συναυλιών του πανεπιστημίου, αλλά και σε εξωτερικούς χώρους, σε ιστορικούς κήπους, παζάρια, παλάτια. Ο Ξενάκης, στην πέμπτη διοργάνωση του φεστιβάλ τον Αύγουστο του 1971, παρουσίασε την πολυμεσική παράσταση «Polytope de Persepolis» για τον εορτασμό των 2.500 χρόνων από την ίδρυση της Περσικής Αυτοκρατορίας.
Ένα υπαίθριο υπερθέαμα, στημένο στον αρχαιολογικό χώρο της Περσέπολης, που περιελάμβανε μια 55λεπτη ηλεκτροακουστική σύνθεση από οκτώ κανάλια που αναπαράγονταν μέσω 59 ηχείων, ενώ πλαισιωνόταν από λέιζερ, στρατιωτικούς προβολείς και 150 παιδιά με πυρσούς στα χέρια. Σημειωτέον ότι ο Ξενάκης, όντας επίσης αρχιτέκτονας, σχεδίαζε να χτίσει το πολιτιστικό κέντρο του Σιράζ, αλλά το πρότζεκτ δεν ξεκίνησε ποτέ λόγω της σφοδρής κριτικής που δέχτηκε από τη γαλλική διανόηση για τη συνεργασία του με το καθεστώς της Τεχεράνης. Τελικά και ο ίδιος ο Ξενάκης κατήγγειλε δημόσια το καθεστώς, ιδίως σε ό,τι αφορούσε την αστυνόμευση και την καταπίεση των Ιρανών φοιτητών/τριών. Μια άλλη επικών διαστάσεων παράσταση την επόμενη χρονιά, τον Σεπτέμβριο του 1972, στην έκτη διοργάνωση του φεστιβάλ, ήταν το «KA MOUNTAIN» του Ρόμπερτ Γουίλσον. Διαδραματιζόταν σε 7 λόφους, συμμετείχαν εκατό κεντρικοί ερμηνευτές και επτακόσιοι εθελοντές και κράτησε επτά ημέρες, από το πρωί μέχρι το βράδυ καθημερινά – 168 ώρες με δρώμενα, χορό και αφήγηση.
Οι αναμνήσεις όσων έζησαν αυτές τις εκδηλώσεις εντυπωσιάζουν και συγκινούν. Επρόκειτο για ένα φεστιβάλ που δεν περιοριζόταν σε μια ελιτίστικη προσέγγιση του πολιτισμού, αντιθέτως ενέπλεκε όλη την πόλη κι εντέλει όλη τη χώρα, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, τάξης και ηλικίας – φυσικά και όσους ταξίδευαν από την Ευρώπη και την Αμερική για να το παρακολουθήσουν. Δυστυχώς τα τεκμήρια έχουν λογοκριθεί, δεν υπάρχει πρόσβαση σε αυτά και το πιθανότερο είναι ότι έχουν καταστραφεί. Η πετρελαϊκή κρίση του 1978 έδωσε το τελικό χτύπημα. Η διοργάνωση εκείνης της χρονιάς ματαιώθηκε, καθώς θεωρούνταν σκανδαλώδες το μέγεθος του κόστους και έναν χρόνο αργότερα ο σάχης και η οικογένειά του εγκατέλειψαν τη χώρα. Με την επικράτηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το Φεστιβάλ του Σιράζ αποτέλεσε παρελθόν.
Σαράντα επτά χρόνια αργότερα, ο χορογράφος Άρμιν Χόκμι, γεννημένος στο Μπουσέρ του Ιράν, εξόριστος καλλιτέχνης που ζει και εργάζεται μεταξύ Νορβηγίας και Γερμανίας, αποτυπώνει τα θραύσματα εκείνης της καλλιτεχνικής ουτοπίας, με μια σύγχρονη παράσταση-αφιέρωμα στο Φεστιβάλ του Σιράζ. Εμπνευσμένος από το αρχείο του απαγορευμένου πια φεστιβάλ, προσπαθεί να αφουγκραστεί ένα παρελθόν που δεν πρόλαβε να ζήσει και δημιουργεί με την ομάδα του τη χορογραφία με τίτλο «Shiraz», που λειτουργεί ως ένας φόρος τιμής στο τότε αλλά και ως ένα νεοπαγές υπόστρωμα του φαντασιακού. Σαν να θέλει να ανασυστήσει τις φιλοδοξίες εκείνης της γιορτής, την αγάπη του φεστιβάλ για τις ζωντανές τέχνες και την αυτονομία τους, αλλά και τις κοινές ρίζες που ξεπερνούν τον περιορισμό των γεωγραφικών συνόρων.
Αν υπάρχει κάποιος που έχει εντρυφήσει στην κληρονομιά του Σιράζ, δεν είναι άλλος από τον ιστορικό και επιμελητή τέχνης Βαλί Μαλχουζί. Έχοντας επιδοθεί σε μια τιτάνια προσπάθεια να εντοπίσει χαμένο φωτογραφικό και βιντεοσκοπημένο υλικό, που μοιάζει σχεδόν με αρχαιολογική έρευνα, επιμελείται τη διαδικτυακή πλατφόρμα Archaeology of the Final Decade (AOTFD), όπου αναρτά ό,τι τεκμήρια εντοπίζει. Συχνός επισκέπτης της Ελλάδας, μου μίλησε για το Σιράζ και για όλα όσα άφησε πίσω του, έχοντας επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά Ιρανών καλλιτεχνών.
— Τι σε έκανε να επικεντρωθείς σε αυτή την έρευνα για το Σιράζ;
Η γενιά μου έμαθε για το Φεστιβάλ του Σιράζ από τους γονείς μας. Ένα φεστιβάλ που στιγματίστηκε σε τέτοιο βαθμό που στο τέλος ακυρώθηκε. Με το που πήραν την εξουσία οι ισλαμιστές, όλο το οικοδόμημα κατέρρευσε και τα αρχεία του σφραγίστηκαν ή καταστράφηκαν – είναι αδύνατον για οποιονδήποτε να έχει πρόσβαση. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι μαζί του, το αντιμετώπισα ως κάτι αυτόνομο, ως ένα «έργο τέχνης». Ένα φεστιβάλ έντεκα ετών που αναθεματίστηκε και καταδικάστηκε σε σημείο να βγει εναντίον του φετφά, που σημαίνει ότι το είχαν απορρίψει με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της έρευνάς μου ως ιστορικού τέχνης.
— Τελικά περί τίνος επρόκειτο; Ήταν μια ελιτίστικη εξτραβαγκάντζα ή μια μεγάλη γιορτή του πολιτισμού;
Το εμπνεύστηκε μια ομάδα ιδιαίτερα προοδευτικών και θαρραλέων Ιρανών προερχόμενων από την κρατική τηλεόραση και τέθηκε υπό την προστασία της αυτοκράτειρας Φαράχ Ντιμπά, η οποία, ούσα πολύ δραστήρια στον χώρο των τεχνών, διέθετε ένα ανοιχτό και προοδευτικό όραμα για το Ιράν. Ως εκ τούτου, ήταν το ιδανικό πρόσωπο που θα διευκόλυνε ένα πρότζεκτ σαν το Σιράζ. Γύρω του δρούσε μια ομάδα που ονειρεύτηκε και δούλεψε με βάση τους στόχους του. Δεν θα μπορούσε να οργανωθεί από το υπουργείο Πολιτισμού, που είχε μια διαφορετική προσέγγιση για τα πράγματα, μεγαλύτερη εσωστρέφεια, δεν είχε φαντασία και ήταν περισσότερο υπό τον έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών. Η κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση, που είχε μόλις ιδρυθεί και τη διεύθυνε ένας απελευθερωμένος και προοδευτικός άνθρωπος, ο Ρεζά Γκότμπι, ηγήθηκε του όλου σχεδιασμού. Έτσι, η πλειονότητα των παραστάσεων ηχογραφήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε για δημόσια χρήση – η ιδέα ήταν να τροφοδοτήσουν το πρόγραμμα της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και να λειτουργήσουν ως ένα επιμορφωτικό πρόγραμμα τέχνης και πολιτισμού για το καλό του ιρανικού λαού.
— Τι ακριβώς εννοείς όταν λες ότι αυτό το φεστιβάλ δεν θα μπορούσε να οργανωθεί από το υπουργείο Πολιτισμού;
Οι εκπρόσωποι του κράτους είχαν πολύ συγκεκριμένη άποψη για το τι θα έπρεπε να είναι ο πολιτισμός. Αντιθέτως, το Φεστιβάλ του Σιράζ ήταν ένας πολύ φιλελεύθερος και λιγότερο ελεγχόμενος θεσμός – ένα φεστιβάλ εννοείται πως οφείλει να είναι κάτι ανατρεπτικό. Για παράδειγμα, σε μια παράσταση, που είναι ένα ζωντανό θέαμα, είναι αδύνατον να ελέγχεις τα πάντα, δεν είναι ένα κείμενο που μπορείς να λογοκρίνεις εκ των προτέρων. Κάτι τέτοιο όμως ερχόταν σε αντίθεση με τις μυστικές υπηρεσίες.
— Ήταν δικαιολογημένο εκείνη την εποχή να σοκάρουν κάποιες «τολμηρές» παραστάσεις;
Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει να απαντήσω αναδρομικά στις αντιδράσεις. Με ενδιαφέρει το φεστιβάλ καθαυτό, που διήρκεσε έντεκα χρόνια και παρουσίασε σχεδόν 400 παραστάσεις και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η μουσική, μάλιστα, που αντιπροσώπευε ένα 60% των εκδηλώσεων, ήταν ιρανικής προέλευσης, κι ας έλεγαν ότι πετούσαν χρήματα στους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς. Αν ερευνήσεις σε βάθος το περιεχόμενο του φεστιβάλ με τον τρόπο της ιστορικής έρευνας, θα δεις ότι δεν ισχύει, απλώς ήταν ένα ψέμα που επαναλαμβανόταν μέχρι τελικά όλοι να το πιστέψουν. Όπως επαναλάμβαναν τα περί σεξ και γυμνού κάποιων παραστάσεων για να καταδικαστεί το σύνολο του φεστιβάλ. Επικεντρώνονταν σε 20 λεπτά μιας παράστασης, κάτι που δεν νομίζω ότι θα σχολιαζόταν σε μια παράσταση της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου. Ήταν τόσο αισιόδοξοι όσοι εμπλέκονταν στο Σιράζ, τους χαρακτήριζε τόσος ενθουσιασμός και θάρρος, είχαν μια τόσο δημοκρατική άποψη για τον πολιτισμό, που το είχαν ανοίξει παντού – στους δρόμους, στις πλατείες, στο παζάρι. Αυτό σημαίνει ότι προσκαλούσαν όλον τον κόσμο, όχι μόνο ένα επιλεγμένο κοινό.
— Αλλά το Ιράν εκείνο το διάστημα όδευε προς μια επανάσταση…
Ο Χομεϊνί κέρδισε, οι Ισλαμιστές ήρθαν στην εξουσία και ξεκίνησαν τη δική τους Πολιτιστική Επανάσταση. Άρχισαν να πετάνε καθηγητές από τα πανεπιστήμια γιατί δεν τους άρεσαν τα μαθήματα του Μαρξ και του Χάιντεγκερ. Ξεκίνησε μια κατάσταση στιγματισμού και πολιτιστικής γενοκτονίας που παρέσυρε και το Σιράζ, το οποίο δεν είχε καμιά χρηματιστηριακή αξία, όπως λ.χ. το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Τεχεράνης, που διαθέτει έργα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων και δεν θα τα έκαιγαν. Γι’ αυτό και σαράντα οκτώ χρόνια μετά, κανείς δεν ενδιαφέρεται να το αναστήσει. Επιπλέον, έχουν καταστρέψει όλα τα αρχεία. Το δικό μου πρότζεκτ έχει τον χαρακτήρα αρχαιολογικής ανασκαφής. Ανασύρω οτιδήποτε βρίσκω: φωτογραφίες και ντοκουμέντα από τα υπόγεια διαφόρων ανθρώπων, από βιβλιοπωλεία με μεταχειρισμένα βιβλία, από τους ηθοποιούς και τους χορευτές που συμμετείχαν.
— Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η προσέλευση τόσο πρωτοποριακών δημιουργών στο Σιράζ. Έχεις κάποια εξήγηση;
Η οργανωτική επιτροπή δεν ενδιαφερόταν να φέρει υψηλή τέχνη από την Ευρώπη, όπως μεγάλες όπερες και μεγάλα ονόματα. Ο τελευταίος προσκεκλημένος αυτού του τύπου ήταν ο Ρουμπινστάιν και αμέσως μετά στράφηκαν σε μια εντελώς άλλη κατεύθυνση. Αποφάσισαν ότι δεν υπάρχει υψηλή και χαμηλή τέχνη, θα αναδείκνυαν τη νέα τέχνη, νέες προσεγγίσεις της κουλτούρας, από όπου κι αν προέρχονταν. Έτσι έγινε και άρχισαν να καλούν νέους τότε δημιουργούς που εξελίχτηκαν σε διεθνή ονόματα. Και ενώ στο Σιράζ συμμετείχαν εκατοντάδες καλλιτέχνες, το συνδέουμε με 5-6 ονόματα.
— Είναι σημαντικό το ότι οι αναδυόμενοι σταρ της διεθνούς πρωτοπορίας, όπως ο Γουίλσον, βρέθηκαν εκεί τόσο νωρίς με γιγάντια πρότζεκτ. Δεν το βρίσκεις εκπληκτικό;
Ο Γουίλσον είχε μια ανάθεση που εκμεταλλεύτηκε πολύ σωστά. Του παρείχαν τα πάντα, πλήθος φοιτητών και τον στρατό που μετέφερε υλικό, γιατί υπήρχαν ελάχιστες υποδομές. Βέβαια, αναθέσεις δεν γίνονταν μόνο σε ονόματα από την Ευρώπη αλλά και στην ομάδα Κατακάλι από την Κεράλα της Ινδίας. Ενεργοποιούσε με αυτόν τον τρόπο μια κατάσταση το Σιράζ. Έτσι, πολλοί καλλιτέχνες όταν τους μιλάς σήμερα σου λένε πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτούς. Εκεί που το Εδιμβούργο σου έδινε 90 τ.μ. π.χ., το Σιράζ σου έδινε ολόκληρο βουνό.
— Τελικά η αρνητική κριτική ήταν που οδήγησε στην οριστική του ματαίωση;
Υπήρχε πολλή κριτική, κυρίως από την αριστερή διανόηση, αλλά το Σιράζ ήταν μια υπόθεση της αριστερής σκέψης. Εκείνη την εποχή πραγματοποιούνταν ανάλογα φεστιβάλ στο Νανσί, στο Βελιγράδι, στην Αλγερία και στη Σενεγάλη, αλλά ούτε εκείνα είχαν διάρκεια. Στην περίπτωση του Σιράζ, το φεστιβάλ ήταν ένα από τα δύο επιτεύγματα του διεθνισμού στο Ιράν της εποχής. Το άλλο ήταν το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που διαθέτει έργα εκατομμυρίων, γι’ αυτό δεν λένε τίποτα. Η παρακαταθήκη του Σιράζ δεν είναι άλλη από το ήθος που προήγαγε και αποτελεί την απάντηση στον έλεγχο και στον πουριτανισμό που επιβάλλει το Ιράν στον χώρο του πολιτισμού. Η ιρανική κυβέρνηση θέλει εσωστρέφεια ώστε να ελέγχει τα πάντα, όπως το ίντερνετ, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον μαρασμό και την απομόνωση.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Shiraz εδώ.