loader

Freddie F.

Ο Freddie F. μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς. Γεννημένος σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία, πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια σε διάφορες γερμανικές πόλεις, στην Αθήνα και στον αμερικανικό Νότο, μια διαδρομή που φαίνεται να έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί και αποτυπώνει τους ανθρώπους. Σπούδασε Καλές Τέχνες και Αγγλική Φιλολογία στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες και η φωτογραφία δεν υπήρξε εξαρχής ένας συνειδητός επαγγελματικός προορισμός για εκείνον – για χρόνια θεωρούσε τον εαυτό του περισσότερο ζωγράφο παρά φωτογράφο.

Η καθοριστική στροφή ήρθε στα 25 του, όταν ζούσε σε μια μικρή πόλη στα σύνορα της Βόρειας και της Νότιας Καρολίνας. Μια τυχαία συζήτηση σε κατάστημα φωτογραφικών ειδών στάθηκε αρκετή για να ενεργοποιήσει μια παλιά, σχεδόν λανθάνουσα σχέση με το μέσο. Από εκείνη τη στιγμή αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη φωτογραφία, μελετώντας τεχνικές φωτισμού, κάμερες και φιλμ, ενώ περνούσε ατελείωτες ώρες φωτογραφίζοντας τον αμερικανικό Νότο και ανθρώπους που τραβούσαν το ενδιαφέρον του.

Σύντομα άρχισε να συνεργάζεται με μεγάλα πρακτορεία μοντέλων, ταξιδεύοντας σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πορεία αυτή τον οδήγησε αργότερα στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, όπου η δουλειά του δημοσιεύτηκε σε περιοδικά και έντυπα που θαύμαζε από νεαρή ηλικία. Ωστόσο, η ουσία της φωτογραφίας παραμένει για εκείνον η ίδια: η αγωνία και η χαρά να δει μια εικόνα να αποκτά τον δικό της προορισμό.

Στα πορτρέτα του αναζητά τη στιγμή κατά την οποία ο φωτογραφιζόμενος ρίχνει τις άμυνές του και επιτρέπει να αναπτυχθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τον φωτογράφο. Τον ενδιαφέρει να φωτογραφίζει γνωστά πρόσωπα με την οικειότητα που θα τα προσέγγιζε ένας φίλος ή ένα μέλος της οικογένειάς τους. Μέσα από μια φαινομενικά απλή εικόνα, επιδιώκει να αποκαλύπτει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, δημιουργώντας πορτρέτα που ισορροπούν ανάμεσα στο προσωπικό και το δημόσιο, στο αυθόρμητο και το διαχρονικό.

Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Ανδρέας Σιμόπουλος ανήκει σε εκείνη τη γενιά φωτογράφων που γνώρισαν τη φωτογραφία μέσα από το φιλμ, λίγο πριν η ψηφιακή εικόνα αλλάξει οριστικά το τοπίο. Γεννημένος και μεγαλωμένος στου Ζωγράφου, σε μια γειτονιά που ισορροπεί ανάμεσα στην πυκνή αστική ζωή της Αθήνας και στους ανοιχτούς χώρους του Υμηττού και της Πανεπιστημιούπολης, ξεκίνησε να φωτογραφίζει από την εφηβεία του με μια οικογενειακή αναλογική μηχανή. Εκείνα τα πρώτα πειράματα με έναν κλασικό 50άρη φακό αποτέλεσαν την αφετηρία μιας σχέσης που σταδιακά θα εξελισσόταν σε επάγγελμα και διαρκές πεδίο αναζήτησης.

Παρότι οι αρχικές του σπουδές δεν σχετίζονταν με τη φωτογραφία, η καθοριστική στιγμή ήρθε το 2005, όταν παρακολούθησε το σεμινάριο του Πλάτωνα Ριβέλλη στον Φωτογραφικό Κύκλο. Εκεί ήρθε σε ουσιαστική επαφή με τη φωτογραφία ως μέσο έκφρασης και όχι απλώς ως τεχνική διαδικασία. Η εμπειρία του σκοτεινού θαλάμου, σε μια εποχή που η ψηφιακή φωτογραφία βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα, του έδωσε μια βαθιά κατανόηση της υλικότητας της εικόνας και της διαδρομής από το αρνητικό μέχρι την τελική εκτύπωση. Μετά τη στρατιωτική του θητεία αποφάσισε να ακολουθήσει συνειδητά τον δρόμο της επαγγελματικής φωτογραφίας, συνεχίζοντας τις σπουδές του στη Leica Academy.

Για τον ίδιο, η φωτογραφία δεν αποτελεί ταυτότητα αλλά εργαλείο. Πιστεύει ότι ο άνθρωπος βρίσκει πάντοτε τρόπους να εκφράσει τις βαθύτερες ανάγκες και ανησυχίες του, είτε μέσα από μια κάμερα είτε από άλλους δρόμους. Αυτό που τον γοητεύει ιδιαίτερα είναι η φωτογραφία πορτρέτου, την οποία αντιμετωπίζει ως μια αδιάκοπη μελέτη πάνω στους ανθρώπους. Κάθε πρόσωπο είναι διαφορετικό, κάθε συνάντηση μια νέα αφετηρία.

Στις φωτογραφίσεις του αναζητά την οικειότητα και προσπαθεί να ξεπεράσει την επιφανειακή εντύπωση. Παρατηρεί τα πάντα: το βλέμμα, τις κινήσεις, τον τρόπο ομιλίας, τις λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν κάτι από τον χαρακτήρα του άλλου. Στόχος του δεν είναι απλώς μια τεχνικά άρτια ή «ωραία» φωτογραφία, αλλά μια εικόνα που υπερβαίνει την περιγραφή και λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο. Για τον Σιμόπουλο, η φωτογραφία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο συνάντησης τέχνης και τεχνικής: στη δυνατότητα να χρησιμοποιείς ένα τεχνολογικό εργαλείο για να δημιουργήσεις έναν προσωπικό κόσμο και να τον μοιραστείς με τους άλλους.

Julian Mommert

Ο Julian Mommert μεγάλωσε στο Βερολίνο, μια πόλη με έντονη καλλιτεχνική και πολιτιστική παράδοση, που διαμόρφωσε από νωρίς την οπτική του απέναντι στην εικόνα και την τέχνη. Μετά το σχολείο είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον εμβληματικό σκηνοθέτη και εικαστικό Ρόμπερτ Ουίλσον, μια εμπειρία που αποδείχθηκε καθοριστική για την πορεία του. Τα δύο χρόνια που ταξίδευε μαζί του σε διάφορες χώρες αλλά και τα διαδοχικά καλοκαίρια που πέρασε στο Watermill Center της Νέας Υόρκης τού έδωσαν την ευκαιρία να αναπτύξει τη φωτογραφική του ματιά σε ένα περιβάλλον δημιουργικής ελευθερίας και συνεχούς πειραματισμού.

Η σχέση του με τη φωτογραφία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μέσα από τη μακροχρόνια συνεργασία του με τον σκηνοθέτη και χορογράφο Δημήτρη Παπαϊωάννου. Για περισσότερο από μία δεκαετία, οι δύο σημαντικοί δημιουργοί υπήρξαν συνοδοιπόροι στην καλλιτεχνική του εξέλιξη, αφιερώνοντας χρόνο για να συζητούν και να επεξεργάζονται μαζί τις φωτογραφίες του. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία διαμορφώθηκε η αισθητική αντίληψη που χαρακτηρίζει σήμερα το έργο του.

Για τον Mommert, η φωτογραφία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Εκτός από τη δουλειά του στο θέατρο, όπου καλείται να αποτυπώσει στιγμές που συχνά χάνονται αμέσως μετά τη γέννησή τους, επηρεάζει και την προσωπική του ζωή, καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί ανθρώπους, χώρους και καταστάσεις.

Η μεγαλύτερη συγκίνηση έρχεται όταν επιστρέφει στις εικόνες που έχει τραβήξει και ανακαλύπτει ότι μια φωτογραφία κατάφερε να συμπυκνώσει με σαφήνεια την ουσία μιας στιγμής. Αυτή η ικανότητα της φωτογραφίας να διασώζει το εφήμερο είναι και ο λόγος που τη θεωρεί μια μοναδική μορφή τέχνης. Είτε πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό έργο είτε για μια εικόνα της επικαιρότητας, πιστεύει βαθιά στη δύναμη της φωτογραφίας να προκαλεί συναισθήματα, να επηρεάζει την κοινή γνώμη και να παραμένει ζωντανή πολύ μετά τη στιγμή της λήψης.

Όταν φωτογραφίζει ανθρώπους, προσπαθεί πρωτίστως να ξεπεράσει την αμηχανία που συχνά προκαλεί η παρουσία της κάμερας. Γνωρίζει ότι πολλοί άνθρωποι κρύβονται πίσω από μια κατασκευασμένη εικόνα του εαυτού τους και γι' αυτό επιδιώκει να τους κάνει να ξεχάσουν, έστω και για μια στιγμή, τον φακό που τους παρατηρεί. Εκεί, σε αυτό το μικρό διάστημα αλήθειας, αναζητά την εικόνα που θα αποκαλύψει κάτι αυθεντικό και ουσιαστικό για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του.

Παναγιώτης Καδίγκος

Ο Παναγιώτης Καδίγκος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πολύπετρο Κιλκίς, σε ένα περιβάλλον όπου η φαντασία και η παρατήρηση του κόσμου γύρω του τροφοδότησαν από νωρίς την ανάγκη του για δημιουργική έκφραση. Η φωτογραφία μπήκε στη ζωή του ως παιχνίδι και περιέργεια, ως ένας τρόπος να μεταφέρει εικόνες και κόσμους από το μυαλό του στην πραγματικότητα. Με τα χρόνια αυτή η αρχική περιέργεια μετατράπηκε σε βαθύτερη ανάγκη, οδηγώντας τον να σπουδάσει φωτογραφία στον ΑΚΤΟ και να ακολουθήσει επαγγελματικά έναν δρόμο που σήμερα τον βρίσκει να δραστηριοποιείται κυρίως στον χώρο της fashion και της art photography.

Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και να συνδέεται με αυτόν. Μέσα από τον φακό ανακαλύπτει ανθρώπους, καταστάσεις και συναισθήματα, μετατρέποντας το εφήμερο σε κάτι που μπορεί να διατηρηθεί στον χρόνο. Η εικόνα λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας αλλά και ως αφορμή για τη δημιουργία νέων σχέσεων, εμπειριών και αφηγήσεων.

Αυτό που τον συναρπάζει περισσότερο στη διαδικασία της φωτογράφισης είναι το στοιχείο του απρόβλεπτου. Παρότι μια παραγωγή μπορεί να είναι σχολαστικά οργανωμένη, συχνά η πιο δυνατή εικόνα γεννιέται σε μια απρόσμενη στιγμή: σε ένα βλέμμα που εμφανίζεται και χάνεται ακαριαία, σε μια αυθόρμητη κίνηση ή σε μια χημεία που προκύπτει χωρίς να έχει σχεδιαστεί. Εκεί, σε αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου, εντοπίζει τη μαγεία της φωτογραφίας και τη δυνατότητά της να συλλαμβάνει κάτι αληθινό.

Αντιμετωπίζει τη φωτογραφία ως έναν διαρκή διάλογο ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που αισθανόμαστε. Κάθε φωτογράφιση μοιάζει με μια μικρή παράσταση, έναν προσωρινό κόσμο στον οποίο οι συμμετέχοντες καλούνται να βυθιστούν και να υπάρξουν για λίγο έξω από την καθημερινότητα. Όταν φωτογραφίζει ανθρώπους, δεν τον ενδιαφέρει μόνο η εξωτερική τους εικόνα, αλλά κυρίως η παρουσία και η ενέργεια που εκπέμπουν. Αναζητά εκείνα τα στοιχεία που τους κάνουν μοναδικούς και προσπαθεί να τα αποδώσει με τρόπο που να ισορροπεί ανάμεσα στη φυσικότητα και τη δύναμη. Το ζητούμενο είναι ένα πορτρέτο με χαρακτήρα και παλμό, μια εικόνα που δεν αποτυπώνει απλώς κάποιον όπως φαίνεται, αλλά όπως αισθάνεται.

Γεράσιμος Δομένικος

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ο Γεράσιμος Δομένικος ξεκίνησε να ασχολείται με τη φωτογραφία από πολύ μικρή ηλικία, τόσο ως θεατής όσο και ως δημιουργός. Σπούδασε Φωτογραφία στη σχολή Focus και στο ΤΕΙ Φωτογραφίας, ενώ από νωρίς διεύρυνε το ενδιαφέρον του και προς την παραγωγή κινούμενης εικόνας. Παρ' όλα αυτά, η φωτογραφία παραμένει ο βασικός άξονας της δημιουργικής του αναζήτησης, ένα πεδίο που εξακολουθεί να τον γοητεύει με την ίδια ένταση μέχρι σήμερα.

Για τον ίδιο, η διαδικασία της λήψης είναι το πιο συναρπαστικό στοιχείο της φωτογραφικής πράξης, περισσότερο και από το τελικό αποτέλεσμα: η συνάντηση με το απρόβλεπτο, το τυχαίο και το εφήμερο. Η φωτογραφία λειτουργεί ως ένας διαρκής εσωτερικός διάλογος γύρω από τον χρόνο και τον χώρο, γύρω από την ανθρώπινη επιθυμία να παγώσει μια στιγμή που στην πραγματικότητα συνεχίζει να ρέει. Αν και αναγνωρίζει τη δύναμή της ως εκφραστικού μέσου, διστάζει να την ορίσει ως τέχνη από μόνη της· θεωρεί περισσότερο ότι πρόκειται για ένα εργαλείο που η τέχνη μπορεί να αξιοποιήσει και να μετασχηματίσει.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχει το πορτρέτο, το οποίο αντιμετωπίζει ως μια πράξη εμπιστοσύνης και γενναιοδωρίας από την πλευρά των ανθρώπων που στέκονται μπροστά στον φακό του. Απέναντί τους νιώθει ταυτόχρονα αμηχανία και ευγνωμοσύνη: αμηχανία για την αναπόφευκτη υποκειμενικότητα με την οποία αποδίδεται μια προσωπικότητα μέσα από μια εικόνα και ευγνωμοσύνη για το θάρρος που απαιτείται ώστε κάποιος να εκτεθεί στο βλέμμα του φωτογράφου και, κατ' επέκταση, του θεατή.

Στις φωτογραφίσεις του δεν επικεντρώνεται τόσο στα χαρακτηριστικά του προσώπου όσο στο περιβάλλον, το φως και τις συνθήκες που το πλαισιώνουν. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία εξερευνά τα στερεότυπα που επιθυμεί είτε να ανατρέψει είτε να αναπαράγει συνειδητά, δημιουργώντας εικόνες που μοιάζουν με στιγμιαίες σκηνοθεσίες και παραμένουν ανοιχτές στις ερμηνείες όσων τις παρατηρούν.

Πάρις Ταβιτιάν

Ο Πάρις Ταβιτιάν δεν ξεκίνησε την πορεία του με προορισμό τη φωτογραφία. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, σπούδασε Μηχανικός στην Πάτρα και, επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα, εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε αρχιτεκτονικό γραφείο. Οι καλλιτεχνικές του αναφορές προέρχονταν κυρίως από την αρχιτεκτονική και τον κινηματογράφο, ενώ η φωτογραφία παρέμενε για εκείνον μια μάλλον περιφερειακή ενασχόληση. Όλα άλλαξαν όταν, στα μέσα της δεκαετίας των είκοσί του χρόνων, αγόρασε μια απλή φωτογραφική μηχανή για ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Ο ενθουσιασμός ήταν άμεσος και καθοριστικός. Άρχισε να μελετά μανιωδώς βιβλία φωτογραφίας, να ανακαλύπτει το έργο των μεγάλων δημιουργών του μέσου και να βυθίζεται σε έναν κόσμο που, όπως λέει ο ίδιος, λειτούργησε ως αποκάλυψη.

Η μετάβαση από το ενδιαφέρον στην επαγγελματική ενασχόληση έγινε σχεδόν αβίαστα. Η αγάπη του για το φιλμ και τον σκοτεινό θάλαμο τον οδήγησε σε μια όλο και πιο βαθιά ενασχόληση με τη φωτογραφία, μέχρι που λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε να εργάζεται επαγγελματικά, με μία από τις σημαντικότερες συνεργασίες του να είναι με τη LiFO – όπου είναι ο βασικός φωτογράφος.

Παρά το γεγονός ότι σήμερα είναι γνωστός κυρίως για τα πορτρέτα του, το συγκεκριμένο είδος δεν τον γοήτευε καθόλου στα πρώτα του βήματα. Αντίθετα, το θεωρούσε μάλλον αδιάφορο και πίστευε ότι δεν είχε ιδιαίτερη ικανότητα σε αυτό. Η επαφή του με το πορτρέτο ήρθε ουσιαστικά μέσα από την επαγγελματική του δραστηριότητα και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο δημιουργικές και ουσιαστικές πλευρές της δουλειάς του. Αυτό που τον ελκύει είναι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση, η σύντομη αλλά έντονη συνάντηση με διαφορετικούς ανθρώπους και η δυνατότητα να ανακαλύπτει κάθε φορά κάτι απρόβλεπτο.

Για τον Πάρι Ταβιτιάν δεν υπάρχει συνταγή για ένα επιτυχημένο πορτρέτο. Η γοητεία βρίσκεται ακριβώς στη ρευστότητα των συνθηκών και στις λεπτές ισορροπίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στον φωτογράφο και τον φωτογραφιζόμενο. Αναζητά εκείνη τη μικρή στιγμή αλήθειας που ξεφεύγει τόσο από τη συνειδητή πόζα όσο και από την επίδειξη τεχνικής δεξιοτεχνίας. Θεωρεί ως πιο συναρπαστική στιγμή της διαδικασίας το κλάσμα του δευτερολέπτου κατά το οποίο, κοιτάζοντας μέσα από το σκόπευτρο, αντιλαμβάνεται ότι η φωτογραφία βρίσκεται ακριβώς μπροστά του και πατά το κουμπί. Εκείνη η φευγαλέα στιγμή, που εμφανίζεται και χάνεται αμέσως, είναι για τον ίδιο η ουσία της φωτογραφίας. Αν και δεν πιστεύει ότι ζει για τη φωτογραφία, αναγνωρίζει πως χάρη σε αυτήν έχει βρεθεί σε τόπους, συνθήκες και εμπειρίες που δύσκολα θα μπορούσε να είχε φανταστεί διαφορετικά.

Εβίτα Σκουρλέτη

Η Εβίτα Σκουρλέτη γεννήθηκε και εργάζεται στην Αθήνα και σπούδασε Κοινωνιολογία και Φιλοσοφία. Δουλεύοντας στη διαφήμιση και δημιουργώντας περιεχόμενο στα social media, άρχισε να δοκιμάζει να χρησιμοποιεί το δικό της φωτογραφικό υλικό, που την ικανοποιούσε περισσότερο. Κάπως έτσι ξεκίνησε η περιπέτειά της στον κόσμο της φωτογραφίας και έχοντας στην τσέπη της «σκονάκι» με οδηγίες χρήσης, άρχισε να δοκιμάζει την τύχη της στα 41 της χρόνια.

Όταν φωτογραφίζει, είναι σαν να απαθανατίζει μια στιγμή από τη ζωή, ωστόσο με τον τρόπο που το κάνει έχει στόχο να αφηγηθεί το πριν και το μετά αυτής της στιγμής. Αυτός είναι ο λόγος που δεν θεωρεί τον εαυτό της δημιουργό εικόνας αλλά αφηγητή. Χωρίς τη φωτογραφία ομολογεί ότι θα ήταν ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος και θεωρεί ότι φωτογραφίζοντας μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε, ωρίμασε και κατάλαβε καλύτερα τον εαυτό της και τους ανθρώπους γύρω της.

Το πιο συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς της είναι όταν πηγαίνει να φωτογραφίσει ένα θέμα, ειδικά κάποιο πρόσωπο, έχοντας στο μυαλό της κάτι που δεν εμφανίζεται παρά μόνο όταν σταθεί πίσω από την κάμερα και κοιτάξει από το σκόπευτρο. Η στιγμή που περιμένει, μπορεί στην αρχή, μπορεί στην πορεία, όταν το πρόσωπο ή το θέμα τής αποκαλύπτεται, της υπαγορεύει ότι πρέπει να πατήσει το κλικ και η ίδια είναι σε εγρήγορση, με το κεφάλι και το μυαλό ανοιχτό για να συλλάβει τη στιγμή, που είναι μαγική.

Όταν φωτογραφίζει πορτρέτα, αισθάνεται ότι υπάρχει μια πολύ ιδιαίτερη οικειότητα με τον φωτογραφιζόμενο. Πρέπει να σπάσει ο πάγος και δυο άνθρωποι ίσως ξένοι μέχρι τότε να συναντηθούν σε επίπεδο πολύ προσωπικό και να γνωριστούν πολύ καλά και πολύ βαθιά. Είναι μια στιγμή μοναδική ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που μπορεί να γνωρίστηκαν εκείνη την ώρα ή μπορεί να μη συναντηθούν ποτέ ξανά. Για την Εβίτα Σκουρλέτη η φωτογραφία έχει ζωή και ψυχή όταν δεν γίνεται σκοπός.

Όλγα Δέικου

Με τη φωτογραφία η Όλγα Δέικου ασχολήθηκε σχεδόν τυχαία, αφού η γεννημένη στη Φλώρινα φωτογράφος, που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, είχε ανησυχίες που σχετίζονταν με την Αρχιτεκτονική, η οποία την ενδιέφερε πάντα. Ξεκίνησε να σπουδάζει στο Τμήμα Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, επιχείρησε να κάνει σχέδιο για την Καλών Τεχνών, αλλά τελικά τα άφησε όλα και αποφάσισε να σπουδάσει Φωτογραφία, που μέχρι τότε την υποτιμούσε.

Η απόφαση αυτή άλλαξε τη ζωή μιας γυναίκας με εσωστρεφή χαρακτήρα που επικοινωνούσε δύσκολα, η οποία κρατώντας τη μηχανή της βρήκε το μέσο για να μπορέσει να συνδεθεί με τους γύρω της. Αυτό που τη συνεπαίρνει και τη συγκινεί είναι η μαγική, όπως την αποκαλεί, διαδικασία, να επαναλαμβάνει την ίδια λήψη, επιστρέφοντας στα ίδια μέρη, και να βλέπει κάθε φορά κάτι διαφορετικό, έστω ανεπαίσθητα, όπως και μια δεύτερη φάση, όταν αδειάζει τις φωτογραφίες στον υπολογιστή της και ανατρέχει στη στιγμή με καινούργιο μάτι, βλέποντας όχι μόνο εικόνες που τράβηξε ενστικτωδώς αλλά και τη δική της ψυχολογία την ώρα της φωτογράφισης.

Αυτή η εσωτερική διαδικασία τής χαρίζει κάτι ανεκτίμητο, μια γνωριμία με τον ίδιο της τον εαυτό, με συναισθήματα και εικόνες που συγκροτούν την προσωπική της διαδρομή. Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος ζωής μέσα από τον οποίο ανακαλύπτει καθημερινά όψεις του κόσμου και των ανθρώπων που δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί με άλλον τρόπο, είναι ένα καύσιμο της δημιουργικής της διαδρομής.

Σπάνια βγάζει πορτρέτα και ομολογεί ότι οι φωτογραφίσεις για τα Portraits της LiFO ήταν μια πρόκληση. Αυτό που κοιτάζει πρώτο στον άνθρωπο που στέκεται απέναντι από τη μηχανή της είναι τα μάτια, ό,τι συνοψίζει ή αποκαλύπτει το βλέμμα όταν στιγμιαία έστω διασταυρώνεται με τον φακό της. Είναι ο τρόπος που εκείνη συνδέεται με τους ανθρώπους χωρίς καν να τους γνωρίζει.

Πηνελόπη Γερασίμου

Η Πηνελόπη Γερασίμου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πρέβεζα, άρχιζε να φωτογραφίζει από δώδεκα ετών με μια μηχανή από το περίπτερο και δεν σταμάτησε ποτέ. Σπούδασε στον ΑΚΤΟ και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη και ξεκίνησε αμέσως να δουλεύει. Η ζωή της χωρίς τη φωτογραφία θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό που δεν μπορεί να φανταστεί και δεν θα είχε βρει τρόπο να εκφράζει τα συναισθήματά της. Θεωρεί τη φωτογραφία ένα εργαλείο που τη βοηθά να κοιτάζει τα πράγματα σε βάθος, το οποίο μεταφράζει κατά κάποιον τρόπο αυτό που βλέπει.

Αισθάνεται ότι η πιο συναρπαστική στιγμή στη διαδικασία μιας φωτογράφισης είναι όταν παίρνει τη φωτογραφία, όταν γίνεται το κλικ. Ο τρόπος που φωτογραφίζει είναι αυτόματος, ενστικτώδης, δεν σκέφτεται πολύ, ούτε είναι από τους φωτογράφους που σκηνοθετούν πολύ μια λήψη. Κυνηγάει το κλικ και η στιγμή που το πιάνει είναι συναρπαστική. Είναι κάτι που πηγάζει από μια πολύ εσωτερική πλευρά του εαυτού της, από το συναίσθημα, είτε βρίσκεται μέσα στο σπίτι της, είτε φωτογραφίζοντας ένα θέμα.

Αυτό που βρίσκει μαγικό στην τέχνη της φωτογραφίας είναι ότι καταφέρνει κάτι μη υλικό, μια στιγμή να την παγώσει στο χρόνο και να την κάνει να συνεχίσει να υπάρχει μέσα σε αυτόν. Η καλή φωτογραφία αυτό καταφέρνει, να συλλάβει αυτήν τη στιγμή μέσα στον χρόνο που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και οι καλοί φωτογράφοι, όπως λέει, αυτό καταφέρνουν, αυτήν τη στιγμή να την κάνουν δικιά τους, κάτι υλικό σε οποιαδήποτε μορφή που μένει μέσα στον χρόνο και την ιστορία.

Της αρέσει να φωτογραφίζει κυρίως ανθρώπους, θεωρεί ότι οι άνθρωποι έχουν όλη τη μαγεία και το μυστήριο, φέρνουν και δίνουν ζωή στα πράγματα και εκεί βρίσκει την έξαψη και το βάθος, στη συνύπαρξη μαζί τους έστω για λίγο, όταν στέκονται απέναντι από τον φακό της και εκείνη κοιτάζει πρώτα από όλα τα μάτια τους και ψάχνει να βρει τρόπο να τους κάνει να νιώσουν λιγότερη ανασφάλεια.

Θανάσης Κρίκης

Ο Θανάσης Κρίκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καστοριά και έχοντας το διάβασμα ως διέξοδο από τα στενά όρια της ελληνικής επαρχίας άρχισε να αναρωτιέται πώς ήταν η ζωή έξω από αυτά. Έφυγε για να κάνει σπουδές μόδας στη Νέα Υόρκη και εκεί προσγειώθηκε σε ένα άλλο σύμπαν, που διαμόρφωσε καταλυτικά τους ορίζοντές του. Σπούδασε fashion design στο Parsons στη Νέα Υόρκη και στο Saint Martin's στο Λονδίνο και εργάστηκε για κάποια χρόνια ως σχεδιαστής μόδας, προτού ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Θεωρεί ότι η μόδα είναι ο καθρέφτης της Ιστορίας και σήμερα θεωρείται ο διαπρεπέστερος φωτογράφος μόδας στην Ελλάδα.

Όταν έπιασε την κάμερα στα χέρια του και άρχισε να φωτογραφίζει, να μελετά και να ασχολείται με τη φωτογραφία μανιωδώς, αποκαλύφθηκε μπροστά του ένας άλλος κόσμος που δεν είχε φανταστεί. Στη φωτογραφία βρήκε αυτό που ήθελε να κάνει, αυτό που τον έκανε να νιώθει ευτυχισμένος και ολοκληρωμένος, βρήκε τον τρόπο να εφαρμόσει αλλιώς τις σπουδές του και μια βαθιά αντίληψη για το τι ακριβώς ζητά στις φωτογραφίσεις. Η ζωή του χωρίς τη φωτογραφία, όπως λέει, θα ήταν μια κατάσταση αναισθησίας.

Θεωρεί τον εαυτό του φορμαλιστή, υπέρμαχο της αρμονίας που επιδιώκει να δημιουργεί κάθε φορά· δεν υπήρξε ποτέ υπέρ του χάους, ίσως επειδή, όπως λέει, αγαπούσε πάντοτε τα περιοδικά. Δουλεύοντας οργανωμένα και πειθαρχημένα, αισθάνεται ότι η φωτογραφία τον συγκινεί κάθε μέρα ως η στιγμιαία αναγνώριση της σημασίας ενός συμβάντος σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου ή αλλιώς ως ένας τρόπος να αντιληφθείς τον χρόνο αλλά με τους δικούς σου όρους.

Όταν κάνει πορτρέτα μπαίνει σε μια εντελώς διαφορετική διαδικασία, αφαιρώντας από την εικόνα του κάθε ναρκισσιστική προσέγγιση. Ο Θανάσης Κρίκης είναι ιδεαλιστής και το να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει μια προσωπικότητα, έναν χαρακτήρα, ένα συναίσθημα που βλέπει στον άλλο απέναντί του είναι και ένας τρόπος να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό.

Costas Coutayar

Γεννημένος στο Κερατσίνι, o Costas Coutayar έφτασε στο Λονδίνο με μυθιστορηματικό τρόπο και σπούδασε Ζωγραφική, Ιστορία της Τέχνης και Communication Arts στο Royal College. Έχοντας την αισθητική των σπουδών του, μιας άλλης αγοράς και κοινωνίας και μια πιο μοντέρνα ματιά, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα άρχισε να δουλεύει στη διαφήμιση και στα περιοδικά, στήνοντας και ελέγχοντας την παραγωγή του. Είναι ο φωτογράφος στον οποίο οφείλουμε τη μεταμόρφωση της εικόνας των ελληνικών περιοδικών που ήταν καθηλωμένα στη συντήρηση και σε αντιλήψεις άλλων δεκαετιών.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν ξεκίνησε να δημιουργεί αλλά να διορθώνει και να αφαιρεί, κάτι που συνέχισε να κάνει επί σειρά ετών. Σέβεται κάθε δουλειά που έχει κάνει, τις θεωρεί όλες παιδιά του και πολλές φωτογραφίες του τις θεωρεί εξαιρετικές, αφού δεν έγιναν στην τύχη αλλά με τη σπουδή και τη λογική ενός ανθρώπου που έκανε εφαρμοσμένη τέχνη. Οι περισσότερες από τις αγαπημένες του φωτογραφίες δεν έχουν δημοσιευθεί, γιατί δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό του πελάτη.

Για τον Κώστα Κουτάγιαρ, που έχει γερμανική πειθαρχία όταν εργάζεται και θεωρεί τον εαυτό του επαγγελματία και όχι καλλιτέχνη, το κλειδί του επαγγέλματός του είναι η δημιουργική ελευθερία και η υπεράσπιση της δουλειάς του, της ηθικής και των φίλων του. Θεωρεί τον εαυτό του προνομιούχο που κατάφερε να κάνει αυτό που του άρεσε και να πληρωθεί για αυτό, κάτι που άλλοι συνάδελφοί του δεν κατάφεραν.

Όταν φωτογραφίζει, στο μυαλό του υπάρχει ένα έγγραμμα για αυτόν που φωτογραφίζει και όταν πετυχαίνει να το κάνει πραγματικό και ζωντανό, είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς του. Έχοντας κάνει χιλιάδες πορτρέτα, εξακολουθεί να μελετά τον άλλο προτού τον φωτογραφίσει και αυτό που αιχμαλωτίζει τη ματιά του είναι τα μάτια και τα χέρια του προσώπου που στέκεται απέναντί του, ενώ επιχειρεί να το πείσει να του δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του ή να το κλέψει για να το βάλει στο πλαίσιο μιας δημιουργικής συνάντησης.

Κοσμάς Κουμιανός

Ο βραβευμένος φωτογράφος Κοσμάς Κουμιανός γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και η φωτογραφία ήρθε στη ζωή του αφού κατάλαβε ότι οι σπουδές και η δουλειά του στην Πληροφορική δεν του έδιναν καμία χαρά. Σπούδασε σε δυο σχολές φωτογραφίας στην Αθήνα, είναι υπότροφος του ICP της Νέας Υόρκης.

Με τη φωτογραφία άρχισε να νιώθει ευτυχισμένος και γεμάτος, βρήκε ένα νόημα στη ζωή, αφού η τέχνη αυτή του δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, να ικανοποιήσει την περιέργεια και τη διαρκή ανάγκη του για μόρφωση και επιμόρφωση, για επαφή με άλλους πολιτισμούς, συνήθειες και ανθρώπους σε απίθανα μέρη της γης. Η φωτογραφία τού έδωσε έναν τρόπο να εκφράζει τα συναισθήματά του όταν σκηνοθετεί τα προσωπικά του πρότζεκτ ή όταν φωτογραφίζει ένα θέμα.

Διαβάζει και κοιτάζει τη δουλειά πολλών φωτογράφων και μέσα από αυτή την προσωπική σπουδή συγκροτεί το δικό του ύφος, τις ιδέες και την αισθητική του. Όταν φωτογραφίζει ανθρώπους, έχει την ανάγκη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να γίνει κάπως φίλος τους για να τους γνωρίσει καλύτερα και να επιχειρήσει να αποτυπώσει τα αισθήματα και τον ψυχικό τους κόσμο. Προτού τους φωτογραφίσει, τους μελετά, θέλει να καταλάβει και να νιώσει αυτό που αργότερα θα αποτυπώσει στη φωτογραφία του.

Για τον Κοσμά Κουμιανό η φωτογραφία είναι μια τέχνη που τροφοδοτεί και επηρεάζει και τις άλλες, όπως ο κινηματογράφος και η ζωγραφική, αλλά και ένα βασικό κομμάτι επικοινωνίας με τους άλλους γύρω μας, ειδικά στην εποχή μας. Το πρώτο που βλέπει στον άνθρωπο που θα σταθεί απέναντί του για να φωτογραφηθεί είναι τα μάτια του και θέλει η φωτογραφία του μέσα από το βλέμμα του άλλου να προκαλέσει ένα συναίσθημα, κάτι που λείπει και θα συνεχίσει να λείπει από την εποχή μας και τους καιρούς μας.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Scroll to top icon