Οι Boards of Canada κυκλοφόρησαν το πέμπτο τους άλμπουμ, «Inferno», και υποθέτω πως η ανθρωπότητα –ή, έστω, η μουσική κοινότητα– χρειαζόταν απεγνωσμένα τη μουσική επιστροφή του σκωτσέζικου ντουέτου των αδελφών Mike Sandison και Marcus Eoin, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι είχαν να κυκλοφορήσουν ολοκληρωμένο δίσκο δεκατρία χρόνια. Ένα τόσο μεγάλο διάστημα αρκεί για να σε κάνει να αναρωτηθείς αν το συγκρότημα εξακολουθεί να υπάρχει ή αν έχει περάσει οριστικά στη σφαίρα του μύθου.
Ναι, ίσως η λέξη «ανθρωπότητα» να ακούγεται κάπως υπερβολική, όμως αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο ευρύτερο πολιτιστικό τοπίο για να καταλάβει γιατί η επιστροφή τους μοιάζει τόσο επίκαιρη. Στον κινηματογράφο κυριαρχούν οι ταινίες τρόμου που αντλούν έμπνευση από τον αποκρυφισμό, το μεταφυσικό και τις αιρέσεις, χρησιμοποιώντας τα ως μεταφορές για σύγχρονες μορφές υπαρξιακού άγχους. Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από μια διάχυτη αίσθηση αβεβαιότητας εξαιτίας των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, ενώ παράλληλα οι θεωρίες συνωμοσίας, τα κρυμμένα νοήματα και οι παράλληλες πραγματικότητες ασκούν μια νοσηρή γοητεία στο κοινό. Με λίγα λόγια, ο κόσμος μοιάζει πιο μπερδεμένος και ανήσυχος από ποτέ.
Το «Inferno» έρχεται, λοιπόν, σε μια ιδιαίτερα καίρια στιγμή. Όχι τόσο για να μας υπενθυμίσει πόσο σπουδαίο συγκρότημα είναι οι Boards of Canada –αυτό δεν χωράει καμιά αμφισβήτηση– όσο για να αναδείξει ξανά το στοιχείο που τους έκανε μοναδικούς εξαρχής. Υπήρξαν πάντοτε οι αρχιτέκτονες μιας παράξενης και αινιγματικής μουσικής πραγματικότητας, τοποθετημένης κάπου ανάμεσα στη νοσταλγία, την επιστήμη, το όνειρο και τον εφιάλτη. Και ίσως ποτέ άλλοτε αυτό το ιδιότυπο σύμπαν δεν έμοιαζε τόσο απόλυτα συγχρονισμένο με το πνεύμα της εποχής όσο σήμερα.
Ολόκληρο το «Inferno» ακούγεται σαν το σάουντρακ ενός κόσμου που βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής, πολιτικής και πολιτισμικής αποσύνθεσης.
Από τα πρώτα τους βήματα στην πειραματική ηλεκτρονική σκηνή των μέσων της δεκαετίας του ’80 μέχρι την καταξίωσή τους στα ’90s, οι Boards of Canada ακολουθούσαν μια εντελώς δική τους διαδρομή. Αν και έδρασαν παράλληλα με μεγαθήρια της IDM όπως ο Aphex Twin και οι Autechre, που επαναπροσδιόριζαν τα όρια της χορευτικής μουσικής, οι Boards of Canada έμοιαζαν να σκάβουν στα ερείπια του παρελθόντος, αναζητώντας τα ίχνη της μνήμης μέσα σε ομιχλώδη ηχητικά τοπία και μισοξεχασμένες αναμνήσεις.
Boards of Canada - «Introit / Prophecy At 1420 MHz»
Πρωτοπόροι του hauntology, οι χαρακτηριστικές αναλογικές υφές, τα ξεθωριασμένα synths που θυμίζουν εκπαιδευτικές ταινίες VHS, οι βαριοί χιπ-χοπ ρυθμοί και η αίσθηση ότι κάθε κομμάτι κρύβει ένα μυστικό που δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί ποτέ βρίσκονται στο επίκεντρο και του «Inferno», που ηχητικά δεν απομακρύνεται σε ύφος από τις προηγούμενες δουλειές τους.
Αν και το νέο τους άλμπουμ δεν ξεπερνά το «Music has the right to children» ή το «Geogaddi» –αυτοί οι δίσκοι παραμένουν ανυπέρβλητοι–, συνεχίζει την παράδοση του ντουέτου που αντιμετωπίζει τη μουσική ως εργαλείο εξερεύνησης της ανθρώπινης συνείδησης και των μεγάλων μεταφυσικών ερωτημάτων. Η εμμονή τους με το σχήμα του εξαγώνου παραμένει, ενώ οι θρησκευτικές και αποκρυφιστικές αναφορές χαρακτηρίζουν ολόκληρο τον δίσκο. Στο «Prophecy at 1420 MHz» ακούγεται η φωνή του Ιρανού φιλοσόφου Seyyed Hossein Nasr να περιγράφει τον Θεό ως την «απόλυτη συντονισμένη συχνότητα», συνδέοντας τη θεολογία με τη φυσική και τις θεωρίες περί διαστρικής επικοινωνίας. Η διαστρεβλωμένη φωνή του μοιάζει περισσότερο σαν να έχει βγει μέσα από το σύμπαν του «Prince of Darkness» του Τζον Κάρπεντερ.
Το «Age of Capricorn» ξεκινά με αναφορές στον Αντίχριστο και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν προτού μετατραπεί σε χριστιανικό κήρυγμα, ενώ το «Father and Son» χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα από την ταινία «The Jesus Trip» του 1971, όπου ένας νεαρός δηλώνει πως αγαπά τον Κύριο περισσότερο από κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.
Από εκεί και πέρα, το άλμπουμ βυθίζεται όλο και βαθύτερα σε ζητήματα πίστης, βιολογίας και αποκρυφισμού. Το «Naraka» ενσωματώνει ψαλμωδίες Hare Krishna, το «The word becomes flesh» χρησιμοποιεί μια αφήγηση για την ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου, το «All reason departs» δανείζεται λόγια του Άλιστερ Κρόουλι, ενώ στο «Process» ένας πανικόβλητος γυναικείος μονόλογος δίνει τη θέση του στη γαλήνη και την ηρεμία.
Όλα αυτά θα μπορούσαν εύκολα να καταλήξουν σε μια ιδιαίτερα επιφανειακή και προβληματική προσέγγιση της θρησκείας – που μοιάζει κάπως αδέξια και ειρωνική, όπως φαίνεται να πιστεύει ο αρθρογράφος που του έκανε κριτική στην «Guardian» (του έδωσε 2 στα 5). Και μπορεί να θεωρήσεις κάπως υπερβολικά τα beats τους και ξεπερασμένα, αλλά καταφέρνουν να κρατήσουν την προσοχή σου για πάνω από μία ώρα – δηλαδή όσο διαρκεί ο δίσκος.
Boards of Canada - «Naraka»
Το δικό μου βασικό πρόβλημα όσον αφορά το «Inferno» δεν είναι τόσο οι συνθέσεις του όσο το κατά πόσο το hauntology εξακολουθεί να λειτουργεί με την ίδια δυναμική που είχε πριν από είκοσι χρόνια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, έχοντας επηρεάσει τη μουσική, τον κινηματογράφο και την ευρύτερη αισθητική κουλτούρα. Οι Boards of Canada υπήρξαν άλλωστε από τους βασικούς εκφραστές του, χτίζοντας ολόκληρη τη δισκογραφία τους πάνω στην αχρονικότητα και στην ιδέα των φαντασμάτων του παρελθόντος, των χαμένων μελλοντικών οραμάτων και της νοσταλγίας για πράγματα που ίσως δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικά. Ακόμη και τώρα, π.χ., αναλύουμε τη μουσική τους με βάση κινηματογραφικές αναφορές από το παρελθόν.
Ωστόσο, αναρωτιέμαι αν αυτή η αισθητική διατηρεί σήμερα την ίδια βαρύτητα. Το hauntology γεννήθηκε σε μια εποχή που το παρελθόν παρέμενε σχετικά απρόσιτο και κατακερματισμένο. Στη σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα, όπου σχεδόν ολόκληρη η πολιτιστική ιστορία είναι διαθέσιμη με ένα κλικ και η νοσταλγία έχει μετατραπεί σε εμπορικό προϊόν, η αίσθηση του μυστηρίου έχει αναπόφευκτα αποδυναμωθεί. Είμαστε περισσότερο υποψιασμένοι απ’ όσο χρειάζεται.
Ίσως γι’ αυτό το «Inferno» μερικές φορές μοιάζει περισσότερο με μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη αναπαράσταση της αισθητικής των Boards of Canada παρά με πραγματική ανανέωσή της. Παραμένει γοητευτικό, ατμοσφαιρικό και συχνά συναρπαστικό, αλλά δύσκολα προκαλεί το ίδιο πολιτισμικό σοκ ή την ίδια αίσθηση αποκάλυψης που προκαλούσαν οι δίσκοι τους στα τέλη των ’90s και στις αρχές των 2000s. Για να μην παρεξηγηθούμε, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ της χρονιάς.
Για μένα, το «Inferno» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ιδανικό σάουντρακ για ένα σύγχρονο άνιμε όπως το «Demon Slayer: Infinity Castle». Υπάρχει βαθιά συγγένεια μεταξύ της μουσικής των Boards of Canada και του τρόπου με τον οποίο η ταινία απεικονίζει το άντρο των δαιμόνων ως έναν ατελείωτο λαβύρινθο από δωμάτια, διαδρόμους και επίπεδα που βρίσκονται σε διαρκή ροή. Ακούγοντας τον δίσκο, έχεις συχνά την αίσθηση ότι κινείσαι μέσα σε έναν παρόμοιο χώρο, όπου η λογική του χρόνου και του χώρου καταρρέει και κάθε πόρτα οδηγεί σε μια νέα, πιο παράξενη πραγματικότητα.
Boards of Canada - «The world becomes flesh»
Γι’ αυτό δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το ότι ο Kέιν Πάρσονς ο 20χρονος δημιουργός του «Βackrooms», επέλεξε το «The word becomes flesh» για τους τίτλους τέλους της ταινίας. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να συνομιλούν άμεσα μεταξύ τους. Όπως το «Backrooms» μετατρέπει καθημερινούς χώρους σε εφιαλτικά, ατέρμονα περιβάλλοντα, έτσι και οι Boards of Canada παίρνουν γνώριμους ήχους, εκπαιδευτικά φιλμ, θρησκευτικά κηρύγματα και ξεχασμένα τηλεοπτικά αποσπάσματα και τα μεταμορφώνουν σε κάτι ταυτόχρονα οικείο και βαθιά ανησυχητικό.
Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το «Inferno» ακούγεται σαν το σάουντρακ ενός κόσμου που βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής, πολιτικής και πολιτισμικής αποσύνθεσης. Ενός κόσμου όπου η τεχνολογία, η θρησκεία, η συνωμοσιολογία και η συλλογική μνήμη συγχέονται σε ένα ενιαίο, ασταθές τοπίο. Ίσως γι’ αυτό προκάλεσε τόση αμηχανία το γεγονός ότι η μουσική τους χρησιμοποιήθηκε χωρίς άδεια σε βίντεο του Λευκού Οίκου με εθνικιστική εικονογραφία. Ο συνδυασμός της με πολιτικό περιεχόμενο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα της, γι’ αυτό τόσο οι ίδιοι όσο και η Warp Records έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν δημόσια. Έμοιαζε σαν να τους έφερνε αντιμέτωπους περισσότερο με μια υπαρκτή εφιαλτική πραγματικότητα παρά με κάποια ακαθόριστη μελλοντολογική συνθήκη που μπορεί να συμβεί, μπορεί και όχι.
Ακούστε το «Inferno» στο Spotify.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.