Το πρώτο κομμάτι που άκουσα από το άλμπουμ του Ραφαήλ Μελετέα ήταν το «Someone Else», ένα υπέροχο τραγούδι που μου θύμισε τη γλυκιά, feel-good ποπ των Kings of Convenience, την επιτομή της κομψής απλότητας, της ζεστασιάς και της μελαγχολικής ηρεμίας που πριν από 25 χρόνια είχε ξεκινήσει ένα άτυπο κίνημα το οποίο οι ίδιοι ονόμασαν «quiet is the new loud». Βασισμένη σε ακουστικά όργανα και στους τεμπέλικους ρυθμούς της μπόσα νόβα και της χαλαρής τζαζ, ήταν μια βορειοευρωπαϊκή απάντηση στους Air, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει λίγο πριν από το τέλος των ’90s ολόκληρη ηχητική σχολή.
Το «Someone Else» υπήρχε κάπου εκεί ανάμεσα, νοσταλγικό και εθιστικό (έχω χάσει τον λογαριασμό τού πόσες φορές το έχω ακούσει), προάγγελος του ομώνυμου άλμπουμ που περίμενα πώς και πώς να βγει από τη Veego Records. Προτού πάρω είδηση ότι κυκλοφόρησε, είδα το ποστ του Ανδρέα Μητρέλη, του ανθρώπου πίσω από τη Veego, που έλεγε «μου έστειλε ο Λευτέρης Βολάνης αυτόν τον δίσκο και μου είπε απλώς να τον ακούσω. Μισή ώρα μετά είχα πάρει τηλέφωνο τον Ραφαήλ Μελετέα και του έλεγα να τον κατεβάσει από εκεί που τον είχε ήδη κυκλοφορήσει μόνος του και να κάνουμε μαζί την κυκλοφορία από την αρχή. Προτού καν προλάβουμε να τον ξανακυκλοφορήσουμε, ο δίσκος είχε ήδη φτάσει στα κατάλληλα αυτιά του γαλλικού FIP και τον επέλεξαν ως δίσκο του μήνα για τον Οκτώβριο».
Το «Someone Else» είναι ένα απίθανο άλμπουμ. Απίθανο με κάθε έννοια της λέξης, του εξαιρετικού αλλά και του μη αναμενόμενου, του μη ενδεχόμενου, γιατί δεν μοιάζει με κανένα άλλο ελληνικό άλμπουμ που έχω ακούσει. Όχι επειδή έχει ήχους πρωτότυπους ή περίεργους, το αντίθετο. Είναι τόσο οικείοι που σε γραπώνουν απ’ την πρώτη στιγμή, όπως ακριβώς έκαναν και οι δίσκοι της Ghost Box όταν μεγαλουργούσε με την εστέτ αισθητική της –οπτική και ηχητική–, αντλώντας στοιχεία από παλιά soundtrack επιστημονικής φαντασίας, vintage ηλεκτρονική μουσική, βρετανική λαογραφία και σχολικά ντοκιμαντέρ των δεκαετιών του ’60 και ’70.
«Σχεδόν σε όλα τα όργανα έχω κρατήσει το πρώτο take της ηχογράφησης. Είχα στο μυαλό μου να δημιουργήσω κάτι σπιτικό, με ό,τι είχα, και χωρίς να με περιορίζει η τελειομανία, από την οποία υποφέρουμε συχνά εμείς οι μουσικοί. Low budget μικρόφωνα, μια κάρτα ήχου δύο εισόδων, αλλά και μια παλιά κονσόλα του ’70 που έδωσε τη συγκεκριμένη ζεστασιά. Όσον αφορά την ατέλεια στη μουσική, δεν έχω να δώσω ακριβή απάντηση».
Το «Someone Else» θα μπορούσε εύκολα να είχε βγει στην Ghost Box, έχει όλα τα στοιχεία που είχε κι ένα άλμπουμ των Belbury Poly, Advisory Circle, Focus Group, με την ιδιαιτερότητα όμως ότι είναι φτιαγμένο ολόκληρο από έναν μόνο άνθρωπο, ο οποίος παίζει όλα τα όργανα μόνος του. Όμως, όσο απλά κι αν είναι τα συστατικά που συνθέτουν το μουσικό σύμπαν του, είναι τόσο καλό το αποτέλεσμα που είναι αδύνατο να μην επιστρέψεις στον δίσκο ξανά και ξανά· μπορείς να τον έχεις στο repeat για ώρες, κι αυτό είναι κάτι σπάνιο και πολύτιμο σε μια εποχή που η έννοια του άλμπουμ έχει χαθεί και το ενδιαφέρον για έναν νέο δίσκο διαρκεί δυο μέρες (το πολύ). Το «Someone Else» είναι σύντομο, διαρκεί μόλις 33 λεπτά, έχει εννιά κομμάτια, από τα οποία τα εφτά ορχηστρικά και τα δύο με φωνητικά, και περιέχει την πιο όμορφη, αισιόδοξη μουσική που έχω ακούσει εδώ και πάρα πολύ καιρό, ίσως και από τότε που βγήκε το ντεμπούτο άλμπουμ των Kings of Convenience.
«Someone Else»
«Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, η πρώτη ανάμνηση είναι να ακούγεται μουσική στο σπίτι και εγώ να έχω τη λαχτάρα να παίξω πάνω από αυτήν τη μουσική με οποιοδήποτε αντικείμενο υπήρχε γύρω μου, μολύβια, κουτιά, κουζινικά. Υπήρχε μια τάση προς τα κρουστά γενικότερα», λέει ο Ραφαήλ. «Έκανα μαθήματα κλασικού πιάνου και παράλληλα μάθαινα να παίζω μόνος μου ντραμς, κάπου στα 8, όταν μου είχαν πάρει οι γονείς μου το πρώτο μου drumset. Μερικά χρόνια μετά άρχισα να παίζω και τα πρώτα μου lives με μικρές μπάντες, πάντα μαζί με τον αδελφό μου και επίσης σπουδαίο μουσικό, Θωμά. Παράλληλα, άρχισαν να μου κινούν το ενδιαφέρον και άλλα όργανα, πνευστά και κυρίως βιολί.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε κάπου στα 16 μου, όταν ξαναέπιασα το πιάνο, καθώς είχα σταματήσει προ πολλού τα μαθήματα του κλασικού. Ένιωσα πάλι τη λαχτάρα να μάθω, αυτήν τη φορά τη γλώσσα της τζαζ και του αυτοσχεδιασμού. Οι πρώτες επιρροές ήταν ragtime, boogie και blues, ενώ αργότερα bebop και hardbop. Μετά το σχολείο γράφτηκα στη Σχολή Τζαζ του Ωδείου Αθηνών. Από τότε ξεκίνησα να παίζω σε διάφορα μικρά και μεγάλα σχήματα, πιάνο και hammond organ, ενώ την ίδια περίοδο γνώρισα πάρα πολύ σημαντικούς ανθρώπους σε καλλιτεχνικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. Κάπου τότε φτιάξαμε και τους Soul Peanuts, και με το που τελείωσα τη σχολή και σκεφτόμουν να στείλω για ακρόαση σε κάποια σχολή του εξωτερικού, ήρθε το λοκντάουν. Τότε άρχισα να οραματίζομαι κάπως το concept ενός σπιτικού άλμπουμ για πρώτη φορά. Την περίοδο του Covid –φαντάζει δεκαετίες πριν– ξεκίνησα δειλά-δειλά να ηχογραφώ ιδέες και να ασχολούμαι λίγο πιο σοβαρά με το κομμάτι της ηχογράφησης, πώς βάζεις εφέ, πώς αλλάζεις τις χροιές κ.λπ., τα πολύ βασικά. Μετά τον Covid και μέχρι σήμερα, τα πιο ενεργά σχήματα στα οποία παίζω είναι οι Soul Peanuts, το Quad Piano Trio και οι Televizio, ενώ κατά καιρούς παίζω μουσική σε κάποια μιούζικαλ».
— Τι σου έδωσαν τα ντραμς που δεν θα μπορούσε να σου δώσει το πιάνο;
Μια ανεξαρτησία ως προς την αντίληψη του ρυθμού και του groove στη μουσική, κάτι που σίγουρα δεν θα μου έδινε μόνο του το κλασικό πιάνο. Το κλασικό πιάνο μού έδωσε την τεχνική, από εκεί και πέρα με ενδιέφερε να μπορώ να παίξω ό,τι μου ερχόταν στο κεφάλι. Όταν είσαι σε νεαρή ηλικία, είσαι σφουγγάρι και αντλείς την οποιαδήποτε νέα πληροφορία πάρα πολύ γρήγορα.
«May 19th»
— Ποιες είναι οι μουσικές σου αναφορές, γενικά;
Γενικά έχω ακούσει πολύ psychedelic και progressive rock της εποχής των μέσων των ’60s και των πρώιμων ’70s, αλλά παράλληλα τα σάουντρακ, η library και easy listening μουσική της ίδιας εποχής μού κίνησε πάρα πολύ το ενδιαφέρον, καθώς συνδύαζε απλές τζαζ ενορχηστρώσεις με funk grooves και bass lines που δεν πέρναγαν απαρατήρητα και μου έβγαζαν μια οικειότητα. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που με ενέπνευσαν για τα κομμάτια του «Someone Else». Εκτός από αυτά, ακούω ανά περιόδους πολλές και διαφορετικές μουσικές.
— Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος δίσκος, συνθέτης ή παραγωγός που αποτέλεσε αφετηρία για το άλμπουμ; Πώς μετατρέπεις μια μουσική αναφορά σε προσωπική γλώσσα;
Δεν θα έλεγα ότι ήταν ένας δίσκος συγκεκριμένα, αλλά η μείξη κάποιων δίσκων που άκουγα πολύ τότε. Το «Natura Morta» του Sven Wunder αλλά και το «If I were only my thoughts» των Loving, δυο σχετικά καινούργια άλμπουμ, αλλά και παλιότεροι δίσκοι της KPM Records, όπως τα «Open Air», «Friendly Faces», «Accent on percussion», καθώς και οι boutique ενορχηστρώσεις των Πιέρο Πικιόνι, Νίνο Ναρντίνι, Πολ Μοριά, Χένρι Μαντσίνι κ.ά. με ενέπνευσαν στη σύνθεση και την ενορχήστρωση για κάποια από τα κομμάτια του άλμπουμ. Δεν έλειψαν και κάποιες μικρές λεπτομέρειες επηρεασμένες από τον Mακ Ντεμάρκο, που τον αγαπώ πολύ.
— Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που υπήρχε προτού αρχίσει να παίρνει μορφή ο δίσκος;
Το κομμάτι «Day Off», το οποίο μια μέρα σκέφτηκα να ηχογραφήσω έγχορδα. Έγραψα πρώτα το rhythm section και μια μελωδία με φλάουτο. Ήρθε η ώρα να γράψω τα background strings: στο πρώτο δεν τρελάθηκα, αλλά όσο έγραφα από πάνω το ένα βιολί μετά το άλλο, άρχισε το κομμάτι να γίνεται όλο και πιο huge. Κατέληξα να έχω δεκαέξι κανάλια strings, δεκαέξι διαφορετικά βιολιά δηλαδή. Τα οκτώ από τα εννιά κομμάτια του δίσκου έχουν string section με αυτόν τον αριθμό.
— Ποιος είναι αυτός ο «κάποιος άλλος»;
Δεν υπήρχε συγκεκριμένα ο «κάποιος άλλος», ήταν οι πρώτες λέξεις που μου ήρθαν όταν έγραφα τους στίχους του ίδιου του τραγουδιού και προσπάθησα πάνω σε αυτές τις λέξεις να φτιάξω μια ιστοριούλα. Βλέποντας το αποτέλεσμα της συνολικής δουλειάς, παρατηρώ ότι τελικά ο «someone else» είναι μια άλλη πλευρά του εαυτού μου που δεν ήξερα ότι υπήρχε και την ανακάλυψα γράφοντας αυτό το άλμπουμ.
— Τι σε γοητεύει τόσο στις παραγωγές των ’60s και των ’70s;
Το ότι υπάρχει μια απλότητα στην παραγωγή, χωρίς πολλή φανφάρα. Κάθε στιγμή καταγράφεται ωμή, χωρίς να έχει γίνει κάποιο ακραίο editing, και συχνά συναντάμε μικρολαθάκια, κάτι που το κάνει πιο φυσικό. Επίσης τα παιξίματα, ειδικά των ντράμερ εκείνης της εποχής, έχουν πολύ ως βάση το jazz drumming. Ακούς, π.χ. τον Τζον Μπόναμ των Led Zeppelin και βρίσκεις πολλά στοιχεία του Έλβιν Τζόουνς στο παίξιμό του. Οι γεμάτες groove μπασογραμμές και η χροιά του hammond organ είναι κάτι που προσωπικά με γοήτευε και με γοητεύει πάρα πολύ.
— Στο άλμπουμ μπορείς να εντοπίσεις από Air μέχρι Ghost Box και ορχηστρική ποπ, αλλά είναι κατά βάση ένα τζαζ άλμπουμ. Τι είχες σκοπό να φτιάξεις;
Εδώ βλέπω δυο στοιχεία που δεν τα γνώριζα μέχρι τώρα, οπότε μου αρέσει που παρομοιάζεται η μουσική μου με πράγματα που δεν έχω ακούσει ακόμα. Εγώ δεν θα το χαρακτήριζα ακριβώς τζαζ άλμπουμ, παρότι έχει τζαζ αναφορές, αλλά σάουντρακ μιας ταινίας που δεν υπάρχει. Είναι περισσότερο θεματική μουσική με ελάχιστους αυτοσχεδιασμούς και ο σκοπός είναι να φαντάζεσαι εικόνες και να περνάς καλά ακούγοντάς τη.
«The sweet enough»
— Τι μπορεί να πει η μουσική χωρίς λέξεις που δεν θα μπορούσε να πει ένα τραγούδι;
Αν μιλάμε για την ορχηστρική μουσική (instrumental), προσωπικά φτιάχνω στο κεφάλι μου μια ιστορία ή φαντάζομαι εικόνες χωρίς να μου μαρτυρήσει ο στίχος το concept του τραγουδιού. Με αφήνει να φτιάξω τη δική μου ιστορία, η οποία μπορεί με κάθε ακρόαση να είναι διαφορετική. Σίγουρα, προσωπικά, είμαι περισσότερο φαν της ορχηστρικής μουσικής.
— Πες μου για τα «Someone Else» και «May 19th». Γιατί αυτά τα δύο κομμάτια χρειάστηκαν φωνή;
Αρχικά ο δίσκος προοριζόταν για instrumental stuff. Ένα βράδυ χαζοέπαιζα με την κιθάρα και μου βγήκαν τα ακόρντα του «Someone Else». Το γράφω στο κινητό για να μην το ξεχάσω. Την επόμενη μέρα ηχογραφώ την πρώτη κιθάρα κανονικά και τη μεθεπόμενη γράφω ντραμς και μπάσο. Στην αρχή είχα σκεφτεί μια πιο απλωμένη μελωδία με κάποιο πνευστό, η οποία όμως μου φαινόταν αρκετά μονότονη. Βγαίνοντας μια βόλτα με το σκυλί, άρχισε να τριγυρίζει στο μυαλό μου η μελωδία των φωνητικών και λέω «κάτι θα γίνει τώρα». Με το που γυρίζω σπίτι, μουρμουράω τη μελωδία και την ηχογραφώ με το κινητό, καθώς παίζουν από πίσω τα προηχογραφημένα. Έγραψα τους στίχους και την ίδια μέρα το είχα τελειώσει. Να σκεφτείς ότι στην αρχή δεν ήθελα καν να το πω εγώ. Το επόμενο κομμάτι που έγραψα ήταν το «May 19th», σχεδόν ενάμιση μήνα μετά το «Someone Else» και με ανάλογη διαδικασία. Σκέφτηκα ότι πρέπει με κάποιον τρόπο να μη φαίνεται το «Someone Else» άκυρο σε σχέση με τα προηγούμενα και τα επόμενα κομμάτια που ήδη υπήρχαν, και έτσι δημιουργήθηκε και μια άλλη εικόνα στον δίσκο, πέρα από τη library και τη cinematic jazz. Στο τέλος ήρθε και το «Three Afternoons» και γεφύρωσε αυτά τα δυο vocal tracks.
— Τι σημαίνει η ημερομηνία May 19th για σένα;
Είvαι η μέρα που συνέθεσα το τραγούδι και την ίδια μέρα το ηχογράφησα.
— Υπάρχει κάποιο κομμάτι του άλμπουμ που θεωρείς ότι αποκαλύπτει περισσότερο από τα υπόλοιπα τον Ραφαήλ πίσω από τη μουσική;
Νομίζω πως ολόκληρος ο δίσκος περιέχει αρκετά στοιχεία του εαυτού μου, αλλά το κομμάτι «Someone Else» και το «Quincy’s Spring» τα βγάζουν πιο πολύ προς τα έξω.
— Έχει ενδιαφέρον ότι επέλεξες να αφήσεις μέσα στην ηχογράφηση ήχους του χώρου και μικρές ατέλειες. Σε μια εποχή που η τεχνολογία επιτρέπει να διορθωθούν σχεδόν τα πάντα, γιατί έχει αξία για σένα το ανθρώπινο λάθος;
Σχεδόν σε όλα τα όργανα έχω κρατήσει το πρώτο take της ηχογράφησης. Είχα στο μυαλό μου να δημιουργήσω κάτι σπιτικό, με ό,τι είχα, χωρίς να με περιορίζει η τελειομανία, από την οποία υποφέρουμε συχνά εμείς οι μουσικοί. Low budget μικρόφωνα, μια κάρτα ήχου δυο εισόδων, αλλά και μια παλιά κονσόλα του ’70 που έδωσε τη συγκεκριμένη ζεστασιά. Όσον αφορά την ατέλεια στη μουσική, δεν έχω να δώσω ακριβή απάντηση. Το τέλειο είναι διαφορετικό για τον καθένα μας και ίσως στην τέχνη είναι καλύτερα να μην ψάχνουμε τελειότητες, γιατί στο τέλος δεν θα μας αρέσει τίποτα. Στο «Someone Else» οι ήχοι που ακούγονται στα τελειώματα των κομματιών (όπως ήχοι του space bar του λάπτοπ, μπαγκέτες και πουλάκια) είναι στοιχεία του χώρου και του περιβάλλοντος που ήθελα να τα κρατήσω, έτσι ώστε όποιος το ακούει να νιώθει ότι βρίσκεται στο σπίτι και πίνουμε καφέ γράφοντας μαζί μουσική. Νιώθω ότι κάνει τη σχέση δημιουργού - ακροατή λίγο πιο άμεση. Στην αρχή, όσο άκουγα τα κομμάτια, έλεγα να διορθώσω τα μικρολαθάκια, αλλά μετά σκέφτηκα ότι έτσι είναι πιο φυσικό, οπότε το άφησα επίτηδες όπως είναι. Στον επόμενο βλέπουμε!
— Όταν λες «αναλογικός ήχος», μιλάς περισσότερο για τεχνική διαδικασία ή για μια συγκεκριμένη αισθητική και αντίληψη γύρω από τη μουσική;
Ο δίσκος έχει ηχογραφηθεί ψηφιακά, παρότι η κονσόλα που έχουν περάσει κυρίως τα ντραμς είναι παλιά και αναλογική. Οπότε, πιο πολύ αισθητικά μπορούμε να το πούμε ότι είναι αναλογικός, καθώς έχει έναν ήχο πιο «παλιακό». Εγώ ίσως να το χαρακτήριζα analog, κυρίως γιατί είναι όλα παιγμένα από άνθρωπο και είναι πραγματικά όργανα, χωρίς να υπάρχει τόσο η έννοια του προγραμματισμού και της ψηφιακής επεξεργασίας.
— Έπαιξες μόνος σου όλα τα όργανα του δίσκου. Πώς αλλάζει η σύνθεση όταν ο συνθέτης πρέπει ταυτόχρονα να γίνει ολόκληρη η μπάντα;
Αυτό ήταν κάτι δύσκολο στην όλη διαδικασία. Δεν νιώθω το ίδιο εξοικειωμένος με κάποια όργανα, οπότε ορισμένα σημεία δεν μπορούσα να τα κάνω όπως τα είχα φανταστεί και χρειάστηκε να κόψω (στη σύνθεση κυρίως) λίγα πραγματάκια. Ίσως καλύτερα, γιατί τα κομμάτια αποπνέουν μια απλότητα όπως είναι.
— Τι ακούς όταν δεν γράφεις μουσική; Υπάρχει μουσική που ζηλεύεις επειδή θα ήθελες να την έχεις γράψει;
Ακούω από παραδοσιακά αφρικανικά μέχρι ηλεκτρονική ambient και post punk, και παλιά ελληνικά. Γενικά μου αρέσει να «στύβω» άλμπουμ που κατά καιρούς μού κινούν το ενδιαφέρον. Δεν θα πω ότι έχω ζηλέψει ποτέ, αλλά θαυμάζω πάρα πολλά πράγματα και πάρα πολλούς καλλιτέχνες. Το καθετί βγήκε την εποχή που βγήκε και για κάποιον λόγο. Από εκεί και πέρα, παίρνεις ό,τι σου αρέσει από τα υπάρχοντα και το προσαρμόζεις στα μέτρα σου για να δημιουργήσεις τη δική σου φωνή.
— Υπάρχουν σχέδια για ζωντανή παρουσίαση του άλμπουμ;
Ναι, υπάρχουν, αλλά δεν θέλω να είναι one man project. Θα είναι μια μικρή μπάντα 4-5 ατόμων ως πυρήνας και εάν υπάρξει κάποια στιγμή δυνατότητα παρουσίασης σε μεγάλο χώρο, θα ήθελα να συνυπάρξουν περισσότερα άτομα, με έγχορδα και πνευστά. Προς το παρόν συζητάμε για μια μικρή παρουσίαση τον Φεβρουάριο, στο πλαίσιο κάποιου event της Veego Records.
Το «Someone Else» του Ραφαήλ Μελετέα κυκλοφορεί σε δίσκο βινυλίου από τη Veego Records.
instagram
bandcamp