Πριν από το «Avatar», πριν από τις πλατινένιες πωλήσεις και τις διεθνείς συνεργασίες, υπήρχε μια 19χρονη φοιτήτρια που ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του Μικρού Μουσικού Θεάτρου, χωρίς να ξέρει ότι εκείνο το βράδυ θα άλλαζε τη ζωή της. Η Monika έγινε η πρώτη εναλλακτική σταρ στην Ελλάδα των ’00s, αγαπήθηκε, ηγήθηκε μιας ολόκληρης μουσικής σκηνής και έζησε μια πρωτόγνωρη επιτυχία που την οδήγησε στην Αμερική, σε αναζήτηση διεθνούς καριέρας. Σε έναν ειλικρινή απολογισμό, θυμάται τις στιγμές ευτυχίας που της έδωσε η μουσική αλλά και τις απογοητεύσεις και τα λάθη, την Αθήνα πριν από τα social media, και εξηγεί γιατί, αν ξεκινούσε σήμερα από την αρχή, θα έκανε ακριβώς το ίδιο: θα άφηνε τη μουσική να βρει μόνη της τον δρόμο.
— Μίλησέ μου για εκείνη τη βραδιά στο Μικρό Μουσικό Θέατρο που εμφανίστηκες για πρώτη φορά μόνη σου και άλλαξαν τα πάντα για σένα.
Στο Burnt Festival μπορούσες να συμμετάσχεις μόνο αν ήσουν μόνος σου ή με έναν μουσικό, όχι παραπάνω. Αυτή ήταν η συνθήκη. Θα συμμετείχε ο Λάμπης από Modrec, ο Αλέξανδρος ο Βούλγαρης, κι επειδή το Μικρό Μουσικό Θέατρο ήταν ένα από τα στέκια μου, πήγαινα εκεί συνέχεια. Όταν έμαθα ότι γίνεται αυτό το φεστιβάλ, το είδα ως ευκαιρία να παίξω, γιατί και οι Serpentine και οι Relevant Box, οι μπάντες που έπαιζα, είχαν διαλυθεί. Κι επειδή φοβόμουν να εμφανιστώ μόνη μου, αλλά ήθελα να δείξω και ότι είμαι σοβαρή, βρήκα τον Άρη Ζέρβα. Θυμάμαι, είχα πάει στη σχολή μου, στο Μαθηματικό, είχα πει «χρειάζομαι έναν μουσικό», κι ένας συμφοιτητής μου μού είπε «ο γείτονάς μου παίζει τσέλο, τον ακούω που παίζει όλη μέρα». Μου έδωσε το τηλέφωνό του κι έτσι βρέθηκα με τον Άρη. Ξεκινήσαμε να κάνουμε πρόβες στο στούντιο του Νίκου Τριανταφύλλου, του άρεσαν τα τραγούδια μου, οπότε εμφανίστηκα με τον Άρη εκείνη τη βραδιά. Ήταν φοβερό, γιατί ήταν και ο Αγγελάκας μέσα στο δωμάτιο. Είχε πάρα πολύ κόσμο και θυμάμαι ότι μετά το live είχες έρθει να μου μιλήσεις και μου είχες ζητήσει να κάνουμε συνέντευξη για τη LiFO. Ήσουν ο πρώτος που έδωσα ποτέ συνέντευξη.
Νομίζω ότι οι χορτασμένοι άνθρωποι, που έχουν γεμίσει τη ζωή τους με ενδιαφέροντα και γνώσεις και δεν έχουν κενά, έχουν πολύ περισσότερες αντοχές, δεν νιώθουν τη ζωή να περνάει τόσο γρήγορα, δεν βιάζονται να τα κάνουν όλα μαζί, να πάρουν Gucci, να κάνουν και λίγο φιγούρα, να δείξουν ότι είναι σημαντικοί.
— Ήταν κι η πρώτη φορά που η LiFO έκανε μια 19χρονη μουσικό «Αθηναία της εβδομάδας», χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα.
Τη φωτογραφία με τη μαργαρίτα που είχε βγάλει η Ειρήνη Μιχοπούλου την έχω στο στούντιο, την είχα πάρει από την έκθεση στο Μπενάκη. Είμαι 19 χρονών, παιδάκι.
— Θυμάσαι πώς ήσουν εκείνη την εποχή; Πώς ήταν η καθημερινότητά σου;
Ήμουν όλο το πρωί στο πανεπιστήμιο. Σπούδαζα, αλλά τα απογεύματα, επειδή στον περίγυρό μου ήταν όλοι μουσικοί, ο αδερφός μου, οι φίλοι μου, αυτή ήταν η παρέα μου, συνήθως θα άκουγα κάποιους να παίζουν και τα βράδια βγαίναμε πάντα με τη Φελίσια, την κολλητή μου. Τότε έμενα ακόμα στα Βριλήσσια, δεν είχα μετακομίσει στο κέντρο – το θυμάμαι γιατί εκεί έγραψα το «Over the hill». Συνήθως πηγαίναμε σε μια συναυλία, αλλά δεν πίναμε, ήμασταν φλώροι, πηγαίναμε για ένα σουβλάκι, στο Pop ή βόλτες σε άλλα μπαράκια για να δούμε τι παίζει. Και το άλλο πρωί ήμουν στο πανεπιστήμιο. Τέλος πάντων, μετά το Μικρό Μουσικό Θέατρο ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη, γιατί εκείνο το βράδυ ήμουν πολύ αγχωμένη. Δεν μπορούσα να κοιτάξω το κοινό, αλλά ήμουν και πολύ ευτυχισμένη γιατί για πρώτη φορά έλεγα δικά μου τραγούδια. Αυτό ήταν μεγάλη επιτυχία για μένα, γιατί πάντα ήμουν η μικρότερη αδερφή, κανείς δεν με έπαιρνε στα σοβαρά, δεν έδινε σημασία αν τραγουδούσα ή αν ήξερα να γράφω. Σκέψου ότι η οικογένειά μου και οι γνωστοί μου δεν γνώριζαν ότι είχα γράψει κομμάτια, ούτε οι συμφοιτητές μου. Οπότε το πρώτο μου κοινό ήταν απευθείας στο Μικρό Μουσικό Θέατρο. Ήταν πολύ συγκινητικό και όταν βγήκε η LiFO τις επόμενες μέρες, δεν το πίστευα. Αλλά ήμουν κουλ, δεν το πήρα ως κάτι σοβαρό.
«Over the hill»
— Προτού βγει το «Avatar» υπήρχε μια αίσθηση στην Αθήνα ότι κάτι καινούργιο γεννιόταν γύρω μας. Εσύ το ένιωθες αυτό;
Ναι, συνέχεια το νιώθαμε, ήταν φαινόμενο γενικότερα της παγκόσμιας μουσικής, γιατί είχε αρχίσει να κλείνει ο κύκλος των συγκροτημάτων και παγκοσμίως. Δηλαδή έφευγε η δεκαετία του ’90, ακόμα και τα υπολείμματά της, και άρχιζαν να έρχονται πολύ δυνατά οι τραγουδοποιοί. Οπότε εγώ ήμουν τυχερή, γιατί συνέπεσε ο πρώτος μου δίσκος και όλο αυτό το buzz που έγινε στην Αθήνα με μια παγκόσμια τάση, ειδικά για γυναίκες τραγουδοποιούς· έτσι ήταν πιο εύκολο ο άλλος να το αναγνωρίσει. Στην Αθήνα υπήρχε ενδιαφέρον και πέρα από τη μουσική, για καινούργια στέκια, για καινούργιες ταινίες. Υπήρχε μια κορύφωση καλλιτεχνική, νομίζω, εκείνη την πενταετία μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, από το 2006 μέχρι το 2012-2013. Θεωρώ ότι ήταν συναρπαστικά χρόνια, ανακάλυπτες πολύ βαθιά στοιχεία της ψυχής σου μέσα από την κοινότητα που υπήρχε. Ειδικά το κέντρο της Αθήνας ήταν φοβερό. Παρότι ήμασταν πιτσιρίκια, κάναμε ωραίες συζητήσεις, ανεπιτήδευτα, γιατί ήταν ωραίοι τύποι όλοι. Νιώθω τυχερή που έζησα εκείνα τα χρόνια. Ήταν και η τελευταία εποχή χωρίς τόσα social media. Η επικοινωνία ήταν face to face, γι’ αυτό είχαμε και τους ίδιους φίλους και δενόμασταν πολύ εύκολα. Πηγαίναμε σε live και ήταν οι ίδιοι και οι ίδιοι, αλλά χαιρόσουν τόσο πολύ γιατί τους ήξερες από τις επιλογές τους, χωρίς να ξέρεις το όνομά τους. Το να είναι κάποιος σε μια συναυλία και να φοράει αυτή την μπλούζα σήμαινε κάτι. Αμέσως, ενεργειακά, δενόσουν με τον κόσμο. Ενώ τώρα στα social media ξέρεις απλώς το πρόσωπό τους.
— Είχε και άλλου είδους αντοχές ο κόσμος. Δεν ήταν τόσο επικριτικός απέναντι στα πάντα.
Δεν άκουγες κακίες. Μπορεί οι καταστάσεις να έκαναν τον κόσμο πιο κακό, αλλά του δόθηκε και το μέσο για να είναι εύκολα κακός. Χωρίς να υπάρχει τιμωρία. Υπάρχει και κάτι άλλο που άλλαξε από εκείνη την εποχή, η ηλικία των ανθρώπων που σχολίαζαν, γιατί το 2006 στο ίντερνετ υπήρχε κυρίως νεαρόκοσμος, που δεν κουβαλούσε τόση πίκρα και κακία. Τώρα στο Facebook κυριαρχούν οι άνω των 60. Είναι όλοι τόσο κουρασμένοι, τόσο μίζεροι. Τότε κουβεντιάζαμε, ακούγαμε ο ένας τον άλλο, σε συζητήσεις και πέρα από τα social media, οι μεγαλύτεροι ήταν ενημερωμένοι, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι κάνεις – ήμουν 20 χρονών και έκανα παρέα και με φίλους των γονιών μου, με τους οποίους κουβεντιάζαμε πάρα πολύ. Σήμερα δεν σε ακούει κανείς, γιατί οι σημερινοί 60άρηδες δεν έχουν τέτοια διάθεση. Κάποιος μεγαλύτερός μου μού είχε πει κάποτε «είμαστε μια γενιά που μεγαλώσαμε με σκοπό να κατακτήσουμε» – ενώ στη δική μου γενιά μεγαλώσαμε με σκοπό να ζήσουμε. Ήταν η γενιά μετά τους πολέμους και τη χούντα, άνθρωποι που μεγάλωσαν με την ιδέα ότι είναι πετυχημένοι μόνο αν κατακτήσουν και μετά είδαν πως ό,τι και να κατακτήσουν, η ευτυχία δεν έρχεται. Και παρότι δεν έζησαν ούτε πόλεμο ούτε χούντα, αντιθέτως έχουν ζήσει την τεχνολογική πρόοδο, έχουν βρει σπίτι από τους γονείς τους, έχουν ζήσει γενικά μια ωραία ζωή, με άφθονο φαγητό, με όλες τις ανέσεις, εξακολουθούν να κουβαλάνε πίκρα. Νομίζω ότι οι χορτασμένοι άνθρωποι, που έχουν γεμίσει τη ζωή τους με ενδιαφέροντα και γνώσεις και δεν έχουν κενά, έχουν πολύ περισσότερες αντοχές, δεν νιώθουν τη ζωή να περνάει τόσο γρήγορα, δεν βιάζονται να τα κάνουν όλα μαζί, να πάρουν Gucci, να κάνουν και λίγο φιγούρα, να δείξουν ότι είναι σημαντικοί. Δεν τους πιάνει πανικός στα 60 γιατί δεν ξέρουν τι έζησαν και τι μένει ακόμα να ζήσουν. Όταν κάνεις τον απολογισμό και νιώθεις ότι σου λείπουν πράγματα, αρχίζεις να είσαι αυστηρός με τους άλλους, δεν χαίρεσαι για κανέναν και για τίποτα.
— Πιστεύεις ότι σήμερα θα μπορούσε να εμφανιστεί η Monika με τον ίδιο τρόπο;
Αυτή είναι μια πάρα πολύ ωραία ερώτηση. Όταν μου είπες να κάνουμε μια συνέντευξη για τα 20 χρόνια, σκεφτόμουν ότι ως άνθρωπος δεν άλλαξα ποτέ, και βάζω μέσα και την παιδική ηλικία, οπότε ναι, θα μπορούσε να εμφανιστεί μια Monika με τον ίδιο τρόπο, γιατί εγώ πάντα έχω γνώμονα τη μουσική. Όταν εμφανίστηκα στην Αθήνα ήμουν ένα μικρό μυστικό, γιατί ήταν πέντε έξι άνθρωποι που ήξεραν τα τραγούδια μου και τους άρεσαν και σιγά σιγά αυτοί έγιναν δέκα, μετά εκατό, οπότε πάντα είχα γύρω μου ανθρώπους που ήξερα ότι εκτιμούν αυτό που κάνω. Δεν με ενδιέφερε να με αναγνωρίζει κάποιος στον δρόμο. Και μπορεί να μην είμαι αρνητική απέναντι στα social media και το TikTok, αλλά δεν θα μπορούσα με τίποτα να κάνω σήμερα αυτά που έκανα τότε, χρησιμοποιώντας αυτά τα μέσα, όπου όλα κρίνονται με νούμερα. Δεν κρίνεται με νούμερα η ριζοσπαστικότητα που έφερα τότε με το «Avatar» και η μουσική που έκανα. Εγώ δεν είμαι καλή στα νούμερα, ποτέ δεν ήμουν, ούτε θα γίνω καλή. Και μπορεί οι δίσκοι μου να έγιναν πλατινένιοι ή διπλά πλατινένιοι, αλλά δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό, σημασία για μένα είχε πάντα να ξέρει κάποιος τα τραγούδια μου. Τι να τα κάνεις τα 5 εκατομμύρια views στο TikTok όταν κανείς δεν ξέρει τα τραγούδια σου;
— Πόσο σημαντικό ήταν ότι υπήρχε μια μικρή αλλά ενθουσιώδης ανεξάρτητη σκηνή που στήριζε νέους μουσικούς;
Ήταν πολύ σημαντική η φιλοσοφία του συλλογικού, και όχι μόνο στη μουσική. Δηλαδή δημιουργούσαμε μικρές ομάδες με τις οποίες κινούμασταν, στηρίζαμε ο ένας τον άλλο, πηγαίναμε ο ένας στα live του άλλου, παίζαμε μαζί του, του δίναμε δύναμη, ενθαρρύναμε. Τώρα αυτό δεν το βιώνω. Λόγω συνθηκών, λόγω οικογένειας, δεν βγαίνω και τόσο πολύ, δεν τα ψάχνω τόσο πολύ τα πράγματα, αλλά η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι η κοινωνική ζωή και η μουσική κρίνoνται στο κινητό μας, αυτό είναι το θέμα. Και η Αθήνα επίσης έχει μεγαλώσει πάρα πολύ. Δεν ήταν ίδιος ο πληθυσμός τότε, δεν ήταν ίδια τα νούμερα. Δεν ήταν τόσο τουριστική, δηλαδή είχαμε μια ασφάλεια, είχες έναν περίγυρο που σε ακολουθούσε σε οποιαδήποτε γειτονιά κι αν πήγαινες. Ακόμα και στα νησιά που πηγαίναμε, ήμασταν πάλι κάπως οι ίδιοι. Ήταν κάτι πάρα πολύ όμορφο και θεωρώ ότι είμαστε πολύ τυχεροί που το ζήσαμε. Θεωρώ επίσης ότι πολύ μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας που είχα, κατά κάποιον τρόπο, οφειλόταν στο ότι ήμουν συνέχεια έξω, μίλαγα σε όλους, οπότε έλεγαν «α, η Monika έχει συναυλία αύριο», δηλαδή δημιουργούσα το κοινό μου διά χειραψίας. Οπότε με ήξεραν, πήγαινα στο six d.o.g.s όταν άνοιξε και υπήρχε ένα community. Αυτό τώρα γίνεται μέσα από τα social media, δημιουργείς την εξοικείωση του χαρακτήρα σου και της προσωπικότητάς σου μέσα από την οθόνη, κάτι όμως που εγώ, και είκοσι χρονών να ήμουν σήμερα, πάλι δεν θα μπορούσα να το κάνω. Αν θυμάσαι, ακόμα και τότε που ήμουν πιτσιρίκα, την απέφευγα την τηλεόραση, απέφευγα την έκθεση της προσωπικότητάς μου. Έλεγα «ας γίνουν γνωστά τα τραγούδια μου», αυτό ήθελα πάντα. Δεν ήθελα να γίνω γνωστή εγώ. Όλο αυτό τώρα με τα social media θέλει χρόνο κι εγώ προτιμώ να παίξω πιάνο δύο ώρες παρά να ασχοληθώ με το TikTok ή το Instagram. Και επειδή ζω στο Λος Άντζελες –που καλώς ή κακώς είναι μια δεκαετία μπροστά από όλους–, σου λέω ότι οι άνθρωποι εκεί, πάρα πολλοί άνθρωποι, δεν έχουν social media, τα έκλεισαν, έκλεισε αυτό το κεφάλαιο. Θεωρούν ότι έγινε ένα μεγάλο peak πριν από δέκα χρόνια και αυτό δεν έδωσε τίποτα τελικά, μόνο πονοκέφαλο. Δεν γνώρισαν κανέναν άνθρωπο της προκοπής, δεν έφεραν τα social media κάτι που να γεμίσει τη ζωή τους. Ήταν ένα trend που πέρασε και σίγουρα κάτι άλλο θα εμφανιστεί, ακόμα πιο βραχύβιο, αλλά βλέπεις ότι οι άνθρωποι που επιμένουν στην ουσία τους και που θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι καλλιτεχνικό που θα κρατήσει τα ξεπερνάνε αυτά.
— Σε φόβισε η δημοτικότητα που σου έφερε το «Avatar»;
Όχι, δεν με φόβισε, περισσότερο γελούσα, το έβλεπα επιπόλαια, σαν παιχνίδι. Όταν έγινε η συνέντευξη στη LiFO και με έπαιρναν τηλέφωνο όλες οι δισκογραφικές, εγώ ήμουν στο αμφιθέατρο της σχολής με τους φίλους μου και έλεγα «τι θέλουν όλοι αυτοί;» και γελάγαμε, και πήγαινα στα ραντεβού με συμφοιτητές μου. Δεν το έβλεπα σοβαρά· πήγαινα στην ΕΜΙ, στη Sony, σε μεγάλες εταιρείες, μου έλεγαν «θα σε κάνουμε σταρ», «θα σου δώσουμε χρήματα», και δεν απαντούσα. Η ξαδέρφη μου που είναι δικηγόρος μού έλεγε «έλα, Monika, να συζητήσουμε, γιατί μπορεί να κάνεις λάθη που θα τα κουβαλάς μια ζωή», κι εγώ δεν την καταλάβαινα. Και όντως έκανα λάθη από άποψη συμβολαίων. Έτσι την πατάνε οι περισσότεροι, γιατί είσαι παιδί και λες «κοίτα, αυτοί επενδύουν πάνω μου, πιστεύουν σε μένα», αλλά δεν ξέρεις μετά τι θα γίνει. Δεν με τρόμαξε, πέρναγα πάρα πολύ ωραία, ήμουν πολύ χαρούμενη, το είδα λίγο πιο επιπόλαια και με αφέλεια, αλλά, νομίζω, αυτό είναι και που με έσωσε κατά κάποιον τρόπο. Δηλαδή, σκέψου, είχαν κλείσει το θέατρο Βράχων που χωρούσε εφτά οχτώ χιλιάδες άτομα και ήταν sold out και δεν μου είχαν πει τίποτα από τη δισκογραφική, ήμουν στον κόσμο μου. Οι άνθρωποι γύρω μου καταλάβαιναν ότι έπρεπε να είμαι στον κόσμο μου, γιατί αν έβλεπα την πραγματικότητα μπορεί να αγχωνόμουν τόσο πολύ που να έχανα αυτή την ενέργεια που είχα. Γιατί ήμουν μέσα σε όλα, δεν κοιμόμουν, έβγαινα μέχρι τις 4 το πρωί, έκανα πρόβες, έκανα συναυλίες, πήγαινα σε συναυλίες και στις 8 ήμουν στο Μαθηματικό – φαντάσου, την επομένη από το Θέατρο Βράχων έδινα Στατιστική γιατί είχα εξεταστική. Δεν καταλάβαινα πόσο μεγάλη πίεση ήταν. Το κατάλαβα μετά το «Exit», μετά τη Στέγη, το 2013, και εκεί τρόμαξα λίγο. Εκεί άρχισαν και τα σχόλια, ξεκίνησε πολύ και το ίντερνετ και άρχισα να αισθάνομαι βάρος, ότι δεν είναι μουσική αυτό το πράγμα, έχει κι άλλες παραμέτρους που πρέπει να διαχειριστώ. Εκεί κουράστηκα.
«Yes I do»
— Πόσο σε επηρέασε το γεγονός ότι πολύ γρήγορα έγιναν πάνω σου προβολές και υπήρχαν προσδοκίες, ότι ο καθένας περίμενε άλλα πράγματα από σένα;
Το αισθάνθηκα. Πάντα θέλω να εξερευνώ το καινούργιο· νομίζω ότι ακόμα και κάποιοι άνθρωποι που πίστεψαν πάρα πολύ σε μένα, και η δισκογραφική μου και οι άνθρωποι που πραγματικά με βοήθησαν να έχω αυτό το όνομα και με προστάτεψαν, εκμεταλλεύτηκαν την όρεξή μου να εξερευνώ συνέχεια και να τα κάνω όλα μόνη μου. Αυτό με πλήγωσε πάρα πολύ. Δηλαδή όταν έγινε αυτή η επιτυχία και ερχόταν ο κόσμος με πάρα πολλή αγάπη και με αγκάλιαζε και μου έλεγε «σε αγαπάμε, φύγε από την Ελλάδα, πήγαινε έξω να μας κάνεις περήφανους», έλεγα «ok, θα το κάνω» και το ήθελα, αλλά εκεί δεν με στήριξε κανένας. Κι όταν πήρα ένα αεροπλάνο και πήγα στη Νέα Υόρκη, τα έκανα όλα μόνη μου. Έκανα μεγάλες συνεργασίες – θυμάμαι, πήγαινα στο Λος Άντζελες στη William Morris (πρακτορείο ταλέντων) και με ρώταγαν «μόνη σου είσαι εδώ, δεν έχεις δισκογραφική;». Τους απαντούσα «έχω, είναι στην Ελλάδα», μου έλεγαν «γιατί κρατάνε τα συμβόλαιά σου και δεν είναι εδώ μαζί σου;» και δεν ήξερα τι να πω. Γιατί στην Ελλάδα έκανα όλο το πρόμο μόνη μου. Κάποιο όνομα της δισκογραφίας στην Ελλάδα, κορυφαίο όνομα, μου είχε πει κάποτε «σε όποια δισκογραφική και να πήγαινες, πάλι θα έκανες την ίδια επιτυχία γιατί ήσουν εσύ», αλλά όταν πας στο εξωτερικό δεν γίνεται να είσαι μόνη σου, θέλεις αυτοί οι άνθρωποι που έβγαλαν πολλά λεφτά από εσένα και κέρδισαν φήμη να σε στηρίξουν όταν έχεις ανάγκη. Στην Αμερική άρχισαν να γίνονται τεράστια πράγματα για μια Ελληνίδα, που δεν τα ξέρει καν ο κόσμος, με κάλεσε ο Τζίμι Φάλον να παίξω, κι όλα αυτά τα έτρεξα μόνη μου, επειδή είχα το χαμόγελο και την ενέργεια. Όλος ο κόσμος θέλει να βλέπει έναν άνθρωπο που αγαπάει αυτό που κάνει, κάποιον που τους εμπνέει.
Εδώ έκανα μεγάλες συναυλίες στο Ηρώδειο και δεν πληρωνόμουν. Δεν θέλω να μιλάω για λεφτά γιατί είναι πολύ μίζερο, αλλά με πληγώνει γιατί σκέφτομαι ότι όλοι πατούσαν πάνω μου. Θα μου πεις, εσύ δεν ήσουν ευτυχισμένη που έπαιζες στο Ηρώδειο; Πάρα πολύ, αλλά το είχαν εκμεταλλευτεί αυτό, το ότι ήμουν πάντα χαρούμενη.
— Δεν πληρώθηκες από το Ηρώδειο;
Ποτέ. Ξέρεις τι μου είπαν; Όλα τα λεφτά θα πάνε για την προώθηση στην Αμερική, επειδή δεν είχαν άλλους πόρους. Εγώ ποτέ δεν κοίταζα πόσα λεφτά έβγαζαν από τις συναυλίες, ποτέ δεν κοίταξα βιβλία, αλλά όταν ήμουν 26-27 χρονών κι αυτό το πράγμα που ήταν η ζωή μου δεν μου επέτρεπε να ζήσω, πραγματικά πληγώθηκα. Θυμάμαι, ήμουν στη Νέα Υόρκη και έκλαιγα δύο μήνες, είπα «τέρμα με τη μουσική, δεν είναι αυτό που φανταζόμουν, δεν είναι μόνο το “Avatar”, είναι και να σε κλέψουν και να σου ρίξουν στάχτη στα μάτια και να σου πούνε ψέματα ότι είσαι φανταστική ενώ δεν είσαι». Εκεί έκανα ένα πάρα πολύ μεγάλο reset σε πολλά πράγματα, και γι’ αυτό μετά μου τη βάρεσε και άρχισα να κάνω ό,τι θέλω. Δεν με ένοιαζε, ήθελα να τα γκρεμίσω όλα, δεν ήθελα κανένας να περιμένει τίποτε από εμένα, δεν ήθελα κανένας να βασίζεται πάνω μου.
Monika - Babe live στο Ηρώδειο 2020
— Ένιωσες ποτέ ότι η ανάγκη σου να προστατευτείς από τη δημοσιότητα παρερμηνεύτηκε ως έπαρση;
Ποτέ δεν ασχολήθηκα με το τι έλεγαν για μένα, από μικρή το είχα αυτό, από το ξεκίνημά μου. Ένα από τα πρώτα άρθρα που είχαν βγει έλεγε «έκανε επιτυχία επειδή είναι κόρη γιατρού». Θυμάμαι, έκλαιγα μια μέρα. Είχα πάει κάπου και ήταν δίπλα μου η Δήμητρα Γαλάνη, είχε έρθει να με δει live στο Μπενάκη και είχαμε συστηθεί. Μου λέει «γιατί κλαις;», «γιατί διάβασα κάτι» της απάντησα και μου λέει «άκου να σου πω, άμα θέλεις να συνεχίσεις να κάνεις μουσική, δεν θα διαβάζεις ποτέ τι γράφουν για σένα. Θα κάνεις αυτό που ξέρεις να κάνεις και θα ακούς μόνο το χειροκρότημα που σου δίνει δύναμη». Και πραγματικά δεν διαβάζω τι γράφουν, μου τα λένε, ότι γράφουν πως έπαιξα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εννοείται ότι θα παίξω στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αν είχαν την ευκαιρία αυτοί που σχολίασαν δεν θα έπαιζαν; Θα ακούσω τι λέει ο κόσμος; Αυτό, το ότι θα πρέπει να απολογηθώ επειδή με κάλεσαν να παίξω μουσική, δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό είναι ηλιθιότητα. Δεν γίνεται να μη στηρίζεις τον άνθρωπό σου και να τον εκτιμήσεις μόνο αν τον εκτιμήσουν έξω. Ήταν δυνατόν να μην πάω στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να το μετάνιωνα μια ζωή; Έχω κάνει μεγάλες ηλιθιότητες που τις έχω μετανιώσει. Η μεγαλύτερη ήταν όταν με πήρε τηλέφωνο ο Δημήτρης Παπαϊωάννου από τη Νέα Υόρκη και μου είπε «θέλω να κάνουμε παράσταση μαζί». Εκεί δεν φέρθηκα σωστά, γιατί ξεκινάω τις πρόβες με τον Δημήτρη και με έχουν πιάσει άλλα πράγματα τότε, ότι εγώ είμαι μια ροκ σταρ και θέλω να παίζω στο Fuzz και στο An Club και δεν είμαι όλο αυτό το πράγμα, επειδή με καταπίεζε, είναι η αλήθεια, πάρα πολύ. Τον παίρνω και του λέω «δεν θέλω να το κάνω». Δεν έπρεπε να το κάνω αυτό, ήταν λάθος. Κυρίως επειδή μάθαινα πράγματα, είχα την ευκαιρία να μάθω από αυτόν τον άνθρωπο. Τους δύο μήνες που κάναμε πρόβα έμαθα πολλά πράγματα, σκηνικά και σωματικά και ψυχικά, και συζητήσεις κάναμε πολλές. Και το ακύρωσα. Έβγαλα μιζέρια ελληνική τότε.
Monika - «Bloody something» (Official Lyric Video)
— Δεν τη συγχωρεί ο κόσμος την επιτυχία.
Βέβαια, υπάρχει και το «εγώ σε ανακάλυψα και εσύ με πρόδωσες, τώρα έχεις κι άλλους fans». Εντάξει, δεν μπορείς να ζεις όλη σου τη ζωή μέσα σ’ αυτόν τον φόβο. Είμαι τα πάντα και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν για το πώς ζω. Ποτέ δεν θα ασχοληθώ με τα κοινωνικά, ποτέ δεν θα ασχοληθώ με τα πολιτικά, γιατί δεν είμαι ικανή, αναγνωρίζω ότι δεν είμαι καλή σε αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να βγω μπροστά με τη σημαία, με ένα τραγούδι και να πω «κάντε αυτό», δεν μπορώ εγώ να δώσω κάποια συμβουλή. Το μόνο που μπορώ να κάνω ως μουσικός είναι να βγάλω τα εσώψυχά μου εκεί έξω, να μοιραστώ αυτά που νιώθω κι αν θέλει κάποιος ας ταυτιστεί μαζί μου, τίποτα άλλο. Αλλά με βάση τις προσωπικές μου εμπειρίες. Κι επειδή ζω διάφορα, και με τα παιδιά μου, έχω καταλάβει ότι το μόνο που υπάρχει στη ζωή είναι να φροντίζεις τον εαυτό σου, να λες την αλήθεια, να μην πετυχαίνεις εις βάρος κάποιου άλλου, και αν θέλει ο άλλος να βρίσει, θα βρίσει ούτως ή άλλως, ό,τι και να κάνω εγώ.
— Ακούγεται πάντως ότι έχεις αλλάξει τάξη, ότι έχεις αλλάξει κοινωνική θέση.
Με έχεις δει ποτέ να ποστάρω φωτογραφία από τη ζωή μου; Δεν το έχω κάνει ποτέ, δεν έχω δείξει πού πάω, με ποιους ανθρώπους, τι κάνω. Τώρα, το κοινωνικό μου στάτους δεν αφορά κανέναν, ας έρθουν να δουν το σπίτι μου, πού ζω, τι αυτοκίνητο έχω, αλλά γιατί να πρέπει να το κάνω αυτό; Δεν σταμάτησα ποτέ να δουλεύω. Τώρα ετοιμάζω δύο soundtrack, και στο Λος Άντζελες μπορείς να πάρεις πολλά λεφτά αν γράψεις μουσική για μια ταινία. Mπορεί να βγάλω πολλά λεφτά, αλλά θα αλλάξει κάτι; Τι θα αλλάξει στη ζωή μου; Ο τρόπος που ντύνομαι; Το αυτοκίνητό μου; Άντε να αγοράσω ένα σπίτι για τα παιδιά μου. Αλλά κι αν είχα τόσο πολλά λεφτά, πάλι μουσική θα έκανα, πάλι θα έπαιρνα την κιθάρα μου, πάλι θα ήθελα να γνωρίσω έναν ωραίο άνθρωπο, να κάνω μια ωραία συζήτηση. Δυστυχώς, αυτοί που γράφουν τα σχόλια είναι άνθρωποι που η καθημερινότητά τους δεν τους δίνει χαρά.
— Εκτός από το άλμπουμ που ετοιμάζεις, τι άλλο κάνεις αυτήν τη στιγμή;
Γράφω μουσική για δύο ταινίες και τελειώνω στο Λος Άντζελες τον δίσκο μου, που έχει γκόσπελ στοιχεία. Τον έχω αφήσει στη μέση γιατί έχω βρει μια αληθινή χορωδία σε μια εκκλησία και θέλω να τη βάλω στον δίσκο, οπότε θα συνεχίσω από Σεπτέμβριο. Τα τελευταία 18 χρόνια έχω κάνει μουσική για 16 θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές και δεν το ξέρει κανείς...