Ο Ricardo Villalobos είναι ένας ξεχωριστός μουσικός που δύσκολα μπορείς να κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο είδος. Γεννήθηκε στη Χιλή, μεγάλωσε στη Γερμανία και από πολύ νωρίς βρέθηκε ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές και πολιτισμικές παραδόσεις. Στο σπίτι της οικογένειάς του στο Ντάρμστατ, κοντά στη Φρανκφούρτη, η νοτιοαμερικανική μουσική συνυπήρχε με την όπερα, το ροκ και αργότερα με τους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής, ενώ οι συγκεντρώσεις της χιλιανής κοινότητας και το συνεχές πηγαινέλα πολιτικών εξορίστων δημιουργούσαν ένα περιβάλλον όπου η μουσική ήταν πρωτίστως κοινωνική εμπειρία. Η σάλσα, οι λατινοαμερικανικοί ρυθμοί, ο χορός και η ένταση με την οποία άκουγαν μουσική οι δικοί του άνθρωποι θα γίνονταν πολύ πιο σημαντικά για εκείνον από οποιαδήποτε αυστηρή μουσική κατηγοριοποίηση.
Ο πατέρας του, μαθηματικός στη Χιλή, αναγκάστηκε μετά την αποχώρησή του από τη χώρα να κάνει άλλες δουλειές στη Γερμανία για να στηρίξει την οικογένειά του. Παράλληλα, φρόντισε ο γιος του να έρθει σε επαφή με όσο το δυνατόν περισσότερες μουσικές. Κάποια στιγμή τον άφησε ακόμη και στη φροντίδα μιας σχολής σάμπα στη Βραζιλία. Προτού γίνει παραγωγός και DJ, ο Villalobos υπήρξε παθιασμένος με τα κρουστά και αυτή η πρώιμη σχέση με τον ρυθμό παραμένει ίσως το πιο σταθερό στοιχείο σε ολόκληρη τη δουλειά του. Η αίσθηση του ρυθμού είναι εκείνη που οργανώνει τη μουσική του, είτε ένα κομμάτι του χαρακτηρίζεται μίνιμαλ τέκνο είτε χάουζ είτε κάτι άλλο.
Τα κομμάτια του άρχισαν να αποκτούν cult status ακόμη και προτού αποκτήσουν επίσημη μορφή, ενώ τα DJ sets του διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά αντιλαμβανόταν τη διάρκεια, τη μετάβαση και την εξέλιξη ενός σετ.
Η ηλεκτρονική μουσική μπήκε στη ζωή του μέσα από την ποπ. Από τα δώδεκα έως τα δεκαεπτά του παρακολούθησε τριάντα δύο συναυλίες των Depeche Mode, ταξιδεύοντας με το τρένο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τους θεωρεί «τους Beatles της νέας μας εποχής», επειδή κατάφεραν να αποδείξουν σε ένα τεράστιο κοινό ότι η ηλεκτρονική μουσική μπορούσε να είναι κανονική μουσική και ότι το συνθεσάιζερ μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικό μουσικό όργανο. Όταν θέλησε να αρχίσει να φτιάχνει τη δική του μουσική, η οικογένειά του συγκέντρωσε χρήματα για να του αγοράσει ένα συνθεσάιζερ. Περίμενε ένα Yamaha DX7 ή DX11 και τελικά πήρε ένα Roland SH-101. Η αρχική απογοήτευση γρήγορα μετατράπηκε σε παιχνίδι: μαζί με έναν φίλο που είχε μια Roland 707 άρχισαν να φτιάχνουν ποπ τραγούδια επηρεασμένα από τους Depeche Mode.
Την ίδια στιγμή, η Φρανκφούρτη βρισκόταν σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ηλεκτρονικής μουσικής. Το Dorian Gray, το Omen, το Delirium και αργότερα η Playhouse, εμβληματικά κλαμπ, αποτελούσαν σημεία αναφοράς για μια σκηνή που εξελισσόταν με ταχύτητα. Εκεί ο Villalobos συνδέθηκε με ανθρώπους όπως ο Ata και ο Heiko M/S/O, αλλά και με τον Roman Flügel και τους Jörn Elling Wuttke και Alter Ego. Από το 1992 έως το 1996 η περιοχή λειτουργούσε για εκείνον σαν ένα τεράστιο εργαστήριο ήχου. Στα πάρτι που γίνονταν ακόμη και στο σπίτι των γονιών του, τα after-hours κατέληγαν στο υπόγειο, όπου μπορούσε να εμφανιστεί ένας νεαρός Carl Craig και να παίξει ένα σετ που ο Villalobos θυμάται ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά της ζωής του.
Το 1992 κυκλοφόρησε την πρώτη του παραγωγή στην Overdrive, μια μικρή εταιρεία από το Mάιντς. Ακολούθησαν οι Elastic και Placid Flavour και, στα τέλη του 1994, η πρώτη του κυκλοφορία στην Playhouse. Παράλληλα, διοργάνωνε παράνομα πάρτι σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και κάτω από γέφυρες αυτοκινητοδρόμων, αποκτώντας ήδη στη Φρανκφούρτη και το Ντάρμστατ τη φήμη ανθρώπου που δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα όρια ανάμεσα στον επίσημο και τον ανεπίσημο χώρο. Όταν η ομάδα της Ongaku τον κάλεσε να παίξει στο Eclipse Rave στη Χιλή, επισκέφθηκε για πρώτη φορά ως καλλιτέχνης τη χώρα στην οποία είχε γεννηθεί. Μαζί με μουσικούς όπως ο Atom Heart και ο Dandy Jack επηρέασε την ανερχόμενη τότε χιλιανή χάουζ και τέκνο σκηνή. Ένα χρόνο αργότερα, το 1995, γνώρισε την Ίμπιζα και την έκανε ουσιαστικά τρίτη πατρίδα του.
Από εκεί και πέρα η διαδρομή του δεν ακολούθησε την τυπική πορεία ενός επιτυχημένου μουσικού. Ο Villalobos δεν προσπάθησε να δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο «brand», ούτε να εγκλωβίσει τη δουλειά του σε μια συγκεκριμένη αισθητική. Η μουσική του συνδέθηκε στενά με την Perlon και την ευρωπαϊκή μίνιμαλ τέκνo, όμως πολύ γρήγορα ξεπέρασε τα όρια του είδους. Οι παραγωγές του μπορούσαν να είναι μακρόσυρτες, υπνωτικές, γεμάτες μικρές μεταβολές και λεπτομέρειες που αποκαλύπτονταν μόνο μέσα από την επανάληψη. Κάποια κομμάτια του διαρκούν είκοσι, τριάντα ή ακόμη και πενήντα λεπτά. Η επιμονή του στη διάρκεια δεν είναι ένα αισθητικό τέχνασμα.
Ricardo Villalobos & Franco Cinelli : House Music Special by Codex
Το «Alcachofa» του 2003 υπήρξε κομβική κυκλοφορία και συνέβαλε καθοριστικά στο να γίνει ο Villalobos σημείο αναφοράς πέρα από τον στενό κύκλο της μίνιμαλ τέκνo. Κομμάτια όπως το «Easy Lee» και το «Dexter» έδειξαν έναν παραγωγό που μπορούσε να δουλεύει με τον ρυθμό χωρίς να τον αντιμετωπίζει ως απλό εργαλείο για την πίστα. Αργότερα, το 19λεπτο remix του «Blood on my hands» του Shackleton και οι πολλές άλλες κυκλοφορίες και συνεργασίες του επιβεβαίωσαν αυτή την τάση. Τα κομμάτια του άρχισαν να αποκτούν cult status ακόμη και προτού αποκτήσουν επίσημη μορφή, ενώ τα DJ sets του διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά αντιλαμβανόταν τη διάρκεια, τη μετάβαση και την εξέλιξη ενός σετ.
Επομένως, είναι σημαντικός όχι μόνο λόγω της δισκογραφίας του, αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε το DJing ως δημιουργική πράξη. Το σετ του είναι μια μορφή σύνθεσης σε πραγματικό χρόνο, μια συζήτηση με το κοινό και τους άλλους μουσικούς. Γι’ αυτό δεν ξεχωρίζει αυστηρά τη δική του μουσική από τη μουσική που επιλέγει να παίξει. Όταν μιλά για μουσική, αποφεύγει ακόμη και τις έννοιες «καλή» και «κακή». Υπάρχουν, λέει, διαφορετικές μουσικές γλώσσες· μπορεί να καταλαβαίνεις μία και να μην καταλαβαίνεις κάποια άλλη. Η αντίληψη αυτή εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη μουσική έξω από τα στενά όρια της τέκνo.
Από νωρίς άρχισε να εντάσσει στα DJ sets του αποσπάσματα από τζαζ, κλασική μουσική, χορωδίες, βιολιά και έργα χωρίς ρυθμική βάση. Η σχέση του με την ECM ξεκίνησε όταν, ακόμη παιδί, αγόρασε έναν δίσκο της εταιρείας με μουσική του Kιθ Τζάρετ. Αργότερα, μαζί με τον Max Loderbauer, άρχισε να αναζητά μέσα στις ηχογραφήσεις της ECM σημεία που μπορούσαν να μετατραπούν σε λούπες και να συνδεθούν με ηλεκτρονικά στοιχεία. Ο Manfred Eicher άκουσε τη δουλειά τους και τους έδωσε την ελευθερία να συνεχίσουν. Η συνεργασία οδήγησε σε κυκλοφορίες και σε ζωντανές εμφανίσεις με modular synthesizers και μουσικούς της τζαζ, όπου τίποτα δεν ήταν απολύτως προκαθορισμένο.
Το modular synthesizer είναι για τον Villalobos ένα παιχνίδι. Το αντιμετωπίζει όπως τα Lego και τα Fischertechnik που χρησιμοποιούσε ως παιδί: συνδέεις ένα καλώδιο, ακούς τι συμβαίνει, το αλλάζεις και ξεκινάς ξανά. Αυτή η διάθεση πειραματισμού είναι βασική για τη δουλειά του. Δεν μπαίνει στο στούντιο έχοντας αποφασίσει ποιο είδος θα υπηρετήσει, ούτε ποιο αποτέλεσμα πρέπει να πετύχει. Ακούει, δοκιμάζει και ακολουθεί αυτό που προκύπτει.
Ακριβώς αυτή η άρνηση να περιορίσει τη μουσική του σε μια φόρμα είναι που τον έκανε σημαντικό για τη σύγχρονη ηλεκτρονική σκηνή. Ο Villalobos απέδειξε στην πράξη ότι η χορευτική μουσική μπορεί να είναι ανοιχτή, απαιτητική και απρόβλεπτη χωρίς να χάνει τη λειτουργία της ως μουσικής για το σώμα. Έφερε στην πίστα την αίσθηση της διάρκειας, της αφαίρεσης και του αυτοσχεδιασμού, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ τον ρυθμό. Και ταυτόχρονα έδειξε ότι το DJ set μπορεί να αποτελεί αυτόνομη καλλιτεχνική μορφή.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά της επιρροής του, λιγότερο προφανής αλλά εξίσου σημαντική: η κοινότητα. Για τον Villalobos, το πάρτι είναι ένας κοινωνικός θεσμός. Ο δίσκος οδηγεί στο πάρτι και το ένα πάρτι στο επόμενο. Οι άνθρωποι που συναντιούνται εκεί δημιουργούν σχέσεις που μπορούν να διαρκέσουν δεκαετίες. Γι’ αυτό και εξακολουθεί να δίνει μεγαλύτερη αξία σε έναν μικρό κύκλο φίλων και μουσικών παρά σε ένα απρόσωπο διαδικτυακό κοινό. Στο Βερολίνο, όπου ζει, κινείται μέσα σε ένα δίκτυο περίπου δέκα ή δεκαπέντε DJs και παραγωγών, ανάμεσά τους οι Rhadoo, Pedro, Raresh, Dorian Paic και Zip. Μοιράζονται στούντιο, ανταλλάσσουν μουσική και ακούν ο ένας τη δουλειά του άλλου. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μουσικής μπορεί να μη φτάσει ποτέ σε δισκογραφική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει αξία.
Ricardo Villalobos - Easy Lee [SED008]
Για τον Villalobos, η μουσική σκηνή είναι ένα οικοσύστημα ανθρώπων που στηρίζει ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό συνεχίζει να θεωρεί το βινύλιο σημαντικό. Ένας δίσκος δημιουργεί μια οικονομική και κοινωνική αλυσίδα: τον μουσικό, τη δισκογραφική, τον διανομέα, το δισκοπωλείο, τον γραφίστα. Η αγορά του είναι ένας τρόπος να παραμένει ζωντανή αυτή η αλυσίδα. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τα κλαμπ και τα πάρτι. Η μακρά συνεργασία του με το Time Warp είναι χαρακτηριστική: άνθρωποι που γνωρίστηκαν πριν από δεκαετίες, εξακολουθούν να συναντιούνται και να δουλεύουν μαζί.
Ο ίδιος έχει κρατήσει απόσταση από την ψηφιακή υπερπληροφόρηση. Σταμάτησε να δέχεται digital promos όταν άρχισαν να φτάνουν κατά εκατοντάδες. Έπειτα από ένα περιστατικό hacking, σταμάτησε ακόμη και να χρησιμοποιεί email. Η δυσπιστία του απέναντι στο διαδίκτυο δεν σημαίνει ότι αγνοεί τη δύναμή του· περισσότερο αφορά την επιθυμία του να προστατεύσει την ιδιωτικότητα και τις μικρές, άμεσες σχέσεις που θεωρεί ουσιαστικές. Στο σπίτι του στο Βερολίνο, η εικόνα αυτή γίνεται πιο καθαρή. Μακριά από την εικόνα του αδιάκοπου party animal, είναι πατέρας δύο παιδιών, ζει ανάμεσα σε ένα πιάνο, bongos, παιχνίδια και μια τεράστια συλλογή βινυλίων. Το σπίτι, το στούντιο και τα πάρτι αποτελούν τρεις πλευρές της ίδιας ζωής. Δεν ενδιαφέρεται να απομακρυνθεί από τη σκηνή, αλλά ούτε και να μετατρέψει τη ζωή του σε διαρκή δημόσια παρουσία.
Ίσως αυτή να είναι τελικά και η πιο ουσιαστική εξήγηση για τη διάρκεια της επιρροής του. Ο Villalobos δεν προσπάθησε να γίνει ο εκπρόσωπος ενός ήχου, δεν επιδίωξε να κατασκευάσει μια σχολή που θα τον μιμηθεί. Αντιθέτως, εξακολούθησε να νιώθει περιέργεια για τους λατινοαμερικανικούς ρυθμούς της παιδικής του ηλικίας, την τέκνο και τη χάουζ της Φρανκφούρτης, την τζαζ, την κλασική μουσική και την ECM, τα modular synthesizers, τους μεγάλους αυτοσχεδιασμούς και τις πολύωρες νύχτες στα κλαμπ.
Ricardo Villalobos - Dexter
Οι μουσικές του επιλογές διαμορφώνουν τάσεις τόσο για άλλους DJs όσο και για το κοινό, ενώ τα κομμάτια του, παρότι δεν υπήρξαν ποτέ εμπορικά, γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και τον έχουν κάνει γνωστό πολύ πέρα από τα όρια της αντεργκράουντ μουσικής σκηνής. Μεγάλο μέρος των παραγωγών του θεωρούνταν ήδη cult όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα white labels. Η ανεξάντλητη δημιουργικότητα και καινοτομία του, σε συνδυασμό με το αλάνθαστο ένστικτό του για το κοινό, τον έχουν αναδείξει σε έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.
Την Παρασκευή 9/10, ακριβώς τα μεσάνυχτα, θα εμφανιστεί, σε συνεργασία με τους ReSolute (NYC), στο Basement 2 της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, για ένα τετράωρο σετ που υπόσχεται να μείνει αξέχαστο.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για το Borderline Festival εδώ.