Από την πρώτη στιγμή που είδα έργα του Γιώργου Σταματάκη στην Ιλεάνα Τούντα εντυπωσιάστηκα με τα τοπία του που έμοιαζαν σαν φωτογραφίες τραβηγμένες με Polaroid. Πώς να μοιάζει το σπίτι ενός καλλιτέχνη του οποίου το έργο εκτιμάς; Αυτό σκεφτόμουν καθώς πήγαινα να τον επισκεφτώ στη Φωκίωνος Νέγρη. Το διαμέρισμά του είναι ένας κόσμος ολόκληρος, όπως είναι και ο ίδιος. Δεν δημιουργήθηκε γύρω από μια φωτογραφία ή μια αισθητική τάση. Είναι ένας χώρος που εξελίσσεται διαρκώς. «Με πέτυχες πριν από την ανακαίνιση που θέλω να κάνω, όταν το δεις μετά από μήνες, θα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα», μου λέει.
Τον ρωτάω πού βρήκε αυτό το διαμέρισμα. Μου εξηγεί ότι έψαχνε στην περιοχή. Το αγόρασε πριν από την οικονομική κρίση, το 2009, σε μια περίοδο που η Κυψέλη διατηρούσε ακόμη έντονη τη φυσιογνωμία της παλιάς αστικής Αθήνας. Δεν το σκέφτηκε πολύ. «Μου άρεσε πάντα η προσωπικότητα της Κυψέλης και όταν είδα αυτό το σπίτι, κατάλαβα αμέσως ότι αυτό ήταν».
Το διαμέρισμα διατηρούσε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που σήμερα σπανίζουν: μεγάλα σαλόνια, ψηλοτάβανα δωμάτια, ξύλινα πατώματα με ψαροκόκαλο, δωμάτιο υπηρεσίας, μικρό πίσω μπαλκόνι, παράξενη κάτοψη που δεν υπακούει στη σύγχρονη λογική της απόλυτης λειτουργικότητας. «Οι περισσότεροι θα το γκρέμιζαν για να το κάνουν καινούργιο», λέει. «Εγώ ήθελα να κρατήσω την πατίνα του χρόνου».
«Δεν πήρα έπιπλα, τα έφτιαξα», εξηγεί ο Γιώργος. Τα σχεδίασε ο ίδιος και τα κατασκεύασε μαραγκός. Οι μεγάλες βιβλιοθήκες, τα γραφεία, το κρεβάτι, αρκετές από τις ξύλινες κατασκευές δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του διαμερίσματος.
Και αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι μπαίνοντας. Το σπίτι δεν προσπαθεί να κρύψει την ηλικία του. Οι γύψινες κορνίζες, τα ξύλινα δάπεδα, οι αναλογίες των χώρων και η αίσθηση μιας άλλης εποχής παραμένουν, λειτουργώντας ως βάση πάνω στην οποία χτίστηκε μια εντελώς προσωπική αισθητική. «Ήθελα να έχει κάτι από αγγλικό σπίτι και κάτι από γιαπωνέζικο», μου εξηγεί. Γελάω. «Παράξενο πάντρεμα», του λέω.
Δεν πρόκειται για την κυριολεκτική μεταφορά δύο διαφορετικών κόσμων αλλά για μια συνύπαρξη επιρροών. Το εμφανές τούβλο, οι στιβαρές βιβλιοθήκες, τα custom ξύλινα έπιπλα και η αίσθηση μιας διαχρονικής θαλπωρής παραπέμπουν σε βρετανική κατοικία. Την ίδια στιγμή, η αυστηρότητα των γραμμών, η λειτουργικότητα και η ηρεμία που αποπνέει κάθε χώρος φέρνουν στον νου τη γιαπωνέζικη αισθητική, με την οποία ο Γιώργος Σταματάκης διατηρεί μια βαθιά σχέση εδώ και χρόνια.
Η Ιαπωνία δεν υπάρχει μόνο στα ταξίδια ή στη ζωγραφική του. Υπάρχει στον τρόπο που οργανώνει τον χώρο, στον τρόπο που αφήνει το βλέμμα να ξεκουράζεται, στη σημασία που δίνει στο κενό, στις αναλογίες, στο φως. Δεν είναι τυχαίο ότι μοιράζει πλέον τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και την Ιαπωνία, κουβαλώντας κάθε φορά πίσω κάτι περισσότερο από αναμνήσεις.
Σχεδόν όλα όσα βλέπει κανείς στον χώρο σχεδιάστηκαν ειδικά για το σπίτι. «Δεν πήρα έπιπλα, τα έφτιαξα», εξηγεί ο Γιώργος. Τα σχεδίασε ο ίδιος και τα κατασκεύασε μαραγκός. Οι μεγάλες βιβλιοθήκες, τα γραφεία, το κρεβάτι, αρκετές από τις ξύλινες κατασκευές δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του συγκεκριμένου διαμερίσματος. «Ήθελα όλα να λειτουργούν για τον χώρο», λέει. Σήμερα, βέβαια, παραδέχεται ότι θα έκανε αρκετές διαφορετικές επιλογές. «Τότε μου άρεσαν. Τώρα μου φαίνονται πιο βαριά απ’ όσο θα ήθελα». Είναι μια παραδοχή που μαρτυρά πολλά για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει και την τέχνη του. Τίποτα δεν θεωρείται οριστικό. Όλα μετακινούνται, επανεξετάζονται, αλλάζουν. Αυτό συμβαίνει και με το σπίτι, όπου δεν υπάρχει τίποτα σκηνοθετημένο· αυτό είναι και το πιο γοητευτικό στοιχείο του.
Και η κουζίνα, με τους τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς της, μοιάζει να ακολουθεί την ίδια λογική. Δεν επιδιώκει την τελειότητα. Επιλέγει τον χαρακτήρα. Το ίδιο και τα δύο μπάνια, που διατηρούν τα αυθεντικά ροζ είδη υγιεινής μιας άλλης εποχής, ως μικρή υπενθύμιση ότι δεν χρειάζεται όλα να αλλάζουν για να θεωρούνται σύγχρονα. «Το αγαπώ πολύ το πλακάκι σε αυτό το μπάνιο», σχολιάζει ο Γιώργος, «έχει κάτι από τον τίτλο του Ξανθούλη “Το ροζ που δεν ξέχασα”».
Τον ρωτάω ποιο είναι το πιο αγαπημένο του αντικείμενο στο σπίτι. Μου δείχνει ένα μικρό ξύλινο κομοδίνο. «Το βρήκα στα σκουπίδια όταν ήμουν φοιτητής. Το κουβάλησα σπίτι, το έβαψα μόνος μου και δεν θα το αλλάξω ποτέ», λέει με συναισθηματική φόρτιση. Δεν είναι το πιο ακριβό αντικείμενο του σπιτιού. Είναι όμως ίσως το πιο πολύτιμο. Γιατί εδώ η αξία των πραγμάτων δεν μετριέται με χρήματα αλλά με ιστορίες.
Ο Γιώργος με ξεναγεί και στους άλλους χώρους. Οι τοίχοι φιλοξενούν έργα δικά του, σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών, του Μάκη Θεοφυλακτόπουλου, του Πάνου Κοκκινιά, της Νικομάχης Καρακωστάνογλου, του Πάνου Χαραλάμπους, του Λάζαρου Παπαδόπουλου, της Μαριλίας Κολυμπίρη, του Ηλία Παπαηλιάκη, της Ευγενίας Βερελή, της Μαρίας Λουίζου και του Κωστή Βελώνη, αλλά και δημιουργίες ξένων καλλιτεχνών που επιλέγει συνειδητά να στηρίξει. Η συλλογή του δεν λειτουργεί ως επίδειξη. Είναι περισσότερο ένας ζωντανός διάλογος με ανθρώπους που εκτιμά και θαυμάζει. Γι’ αυτό και τίποτα δεν μοιάζει οριστικό. Έργα ακουμπισμένα στο πάτωμα περιμένουν να βρουν τη θέση τους, άλλοι πίνακες αλλάζουν δωμάτιο και νέες αφίξεις βρίσκουν διαρκώς χώρο ανάμεσα στις παλιές.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα αντικείμενα που αγοράζει στα ταξίδια του. «Συνήθως οι άλλοι αγοράζουν μαγνητάκια», λέει χαμογελώντας. «Εγώ προτιμώ να αγοράζω κάτι που έχει φτιάξει ένας τεχνίτης». Έτσι, ανάμεσα στα βιβλία και στα έργα τέχνης, συναντά κανείς μικρά κεραμικά, χειροποίητα γλυπτά και αντικείμενα από τη Βραζιλία, το Ουζμπεκιστάν, τις Φιλιππίνες, την Ιαπωνία ή το Αζερμπαϊτζάν. Δεν τα αντιμετωπίζει ως σουβενίρ αλλά ως μικρές ιστορίες ανθρώπων που συνάντησε στον δρόμο του.
Η αγάπη του για τη σύγχρονη τέχνη δεν περιορίζεται μόνο στη ζωγραφική. Αυτή την περίοδο ετοιμάζει έναν νέο εκθεσιακό χώρο στην Αθήνα, αφιερωμένο στη σύγχρονη και την ultra contemporary τέχνη, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει έναν τόπο συνάντησης για καλλιτέχνες και κοινό. Όμως, όσο σημαντική κι αν είναι η τέχνη στη ζωή του, υπάρχει κάτι που διεκδικεί καθημερινά την προσοχή του: οι γάτες του, που δεν είναι απλώς κατοικίδια αλλά πραγματικοί συγκάτοικοι. Κυκλοφορούν σε κάθε δωμάτιο, σκαρφαλώνουν στις βιβλιοθήκες, διεκδικούν την καλύτερη θέση με τον περισσότερο ήλιο και τα λευκά καθαρά σεντόνια, λέει ο Γιώργος, που τους έχει φτιάξει ένα ολόκληρο δωμάτιο. Αρκετές από τις πρακτικές επιλογές του σπιτιού τις έκανε έχοντας τις γάτες στο μυαλό του. Τα χαλιά υπάρχουν μόνο για εκείνες, μου εξηγεί, «εγώ δεν συμπαθώ καθόλου τα χαλιά». Και τα υφάσματα των επίπλων είναι από ειδικό ύφασμα, ανθεκτικό στα νύχια τους.
Τον ρωτάω πού αράζει περισσότερο στο σπίτι, σε ποιο δωμάτιο και γιατί. «Στο κρεβάτι. Μου αρέσει να κοιμάμαι πολλές ώρες και μετά να ξυπνάω με ραδιόφωνο και συγκεκριμένα με Τρίτο Πρόγραμμα», λέει.
«Τι είναι για σένα το σπίτι;» «Είναι το μοναστήρι μου, χωρίς τηλεόραση, χωρίς φασαρία, σαν μια ατελείωτη σιωπή ασκητική, που την έχω όμως ανάγκη.
Αναρωτιέμαι τι θα έλεγαν γι’ αυτόν οι γάτες του, αν μπορούσαν. «Τις γάτες μου τις μεγαλώνω πάνω στο στέρνο μου μέχρι να γίνουν 6 μηνών, τους δίνω χρόνο, αγάπη, και πειθαρχούν με αφοσίωση, οπότε μάλλον θα με έλεγαν μπαμπάκα!»
Κοιτάζω ξανά γύρω μου, τους πίνακες, τα βιβλία, τα αντικείμενα από τα ταξίδια, τις γάτες που κοιμούνται αμέριμνες, το μικρό κομοδίνο που κάποτε βρέθηκε πεταμένο στον δρόμο. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο στοιχείο του σπιτιού του, το ότι δεν είναι ένας χώρος που δημιουργήθηκε για να εντυπωσιάσει, μια συλλογή αντικειμένων τοποθετημένων με απόλυτη ακρίβεια. Είναι ένα σπίτι που συνεχίζει να μεταμορφώνεται μαζί με τον άνθρωπο που το κατοικεί. Ίσως γι’ αυτό, φεύγοντας, δεν θυμάμαι τόσο τα έργα τέχνης ή τα έπιπλα όσο την αίσθηση ότι εδώ η ζωή δεν έχει σταματήσει ούτε στιγμή.