Το διαμέρισμα του Τέρρυ Σταματάρη στο Κολωνάκι προσφέρεται για εξερεύνηση: είναι γεμάτο αντίκες, τέχνη και σπάνια αντικείμενα. Τίποτα, όμως, δεν ξεπερνάει σε αξία το σκυλάκι του, τον Τσάρλι.
Το πρώτο που παρατηρώ μπαίνοντας δεν είναι κάποιο σπάνιο αντικείμενο, ούτε ένας πίνακας μεγάλης αξίας. Είναι η αίσθηση της αφθονίας. Το βλέμμα μου περιπλανιέται από γωνιά σε γωνιά, προσπαθώντας να απορροφήσει όλες αυτές τις πληροφορίες. Εδώ υπάρχει ιστορία, αρμονία χρωμάτων και υφών. Αντίκες, πίνακες, πορσελάνες, βιβλία, φωτογραφίες, αναμνηστικά, μικρές και μεγάλες συλλογές συνυπάρχουν σε μια σύνθεση που μοιάζει αυθόρμητη, ενώ στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι τοποθετημένο τυχαία.
Το διαμέρισμά του θυμίζει περισσότερο ένα ιδιωτικό «cabinet de curiosités» παρά μια σύγχρονη κατοικία. Κάθε αντικείμενο έχει τη δική του διαδρομή. Ένα τραπέζι που πέρασε από το Παρίσι στο Μανχάταν, από εκεί στο Λονδίνο και έφτασε τελικά στην Αθήνα. Μια λάμπα-έργο τέχνης από μια σπάνια πορσελάνη που κάποτε ανήκε σε έναν αριστοκράτη με μονόκλ. Ένας ζωγραφικός πίνακας που βρέθηκε σε αγγλικό αριστοκρατικό σπίτι και οι κληρονόμοι δεν τον ήθελαν. Μια πορσελάνη που ταξίδεψε από τον περασμένο αιώνα μέχρι να βρει τη σωστή βιτρίνα.
«Το ωραίο είναι παντού», μου εξηγεί ο Τέρρυ. «Για να βλέπεις το ωραίο, όμως, πρέπει να μπορείς να το αναγνωρίζεις. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να το διακρίνουν, γιατί τους έχει ρίξει η μιζέρια».
«Δεν με νοιάζουν τα αντικείμενα, όσο κι αν έχω μαζέψει ένα σωρό. Αξία έχουν οι λίγοι και καλοί φίλοι μου, ο σκύλος μου και οι άνθρωποι που αγαπώ. Με άδεια χέρια ερχόμαστε και με άδεια χέρια φεύγουμε. Ας το θυμόμαστε αυτό»
Παρότι το διαμέρισμα βρίσκεται πάνω στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, επικρατεί μια απρόσμενη ηρεμία. «Να ’ναι καλά τα διπλά τζάμια», λέει χαμογελώντας, καθώς σερβίρει το τσάι μας σε ένα σερβίτσιο στο οποίο ο Προυστ θα μπορούσε να έχει αφιερώσει τουλάχιστον μία παράγραφο.
Ο Τέρρυ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο, σε μια όμορφη βικτοριανή κατοικία στο Ladbroke Grove. Η μητέρα του ήταν Ελληνίδα της Αιγύπτου, με καταγωγή από την Κάσο. «Η φινέτσα ήταν η μητέρα μου», λέει και μου δείχνει φωτογραφία της. Ήταν κοσμοπολίτισσα, καλλιεργημένη, μιλούσε πολλές γλώσσες και κινούνταν με απόλυτη φυσικότητα σε διαφορετικούς κόσμους.
Η αισθητική δεν ήταν κάτι που ανακάλυψε αργότερα. Ήταν μέρος της ανατροφής του. Από πολύ μικρός περιπλανιόταν στις υπαίθριες αγορές της Αγγλίας, αγόραζε μικρά αντικείμενα, παρατηρούσε, συνέκρινε και μάθαινε να ξεχωρίζει το αυθεντικό από το συνηθισμένο.
«Ξεκίνησα να δουλεύω κάθε Σαββατοκύριακο σε μια αντικερί στο Λονδίνο. Εκεί έμαθα τη δουλειά από την αρχή: πώς αγοράζεις, πώς κοστολογείς, πώς πουλάς. Οι άνθρωποι που με εκπαίδευσαν μού έδωσαν δυο βασικές αρχές. Πρώτον, να είμαι πάντα ειλικρινής: ό,τι πουλάς πρέπει να είναι ακριβώς αυτό που λες ότι είναι. Δεύτερον, να παίρνω πίσω το κεφάλαιό μου και ένα μικρό, τίμιο κέρδος – όχι να αισχροκερδώ. Αυτές ήταν οι σημαντικότερες αξίες που κράτησα από την τέχνη του αντικέρ».
Συνεχίζει: «Το μάτι καλλιεργείται, αλλά είναι και ταλέντο. Ένας μεγάλος αντικέρ στο Mayfair με έμαθε να αναγνωρίζω το σωστό αντικείμενο. Το ωραίο είναι παντού: στην τέχνη, στα έπιπλα, στα ρούχα, στους ανθρώπους. Πρέπει να μάθεις να το ξεχωρίζεις».
Η ζωή του σαν μυθιστόρημα: στα 27 του ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στο Λονδίνο, απέναντι από το Claridge’s. Εκεί ξεκινά μια πορεία που θα τον φέρει κοντά σε προσωπικότητες της τέχνης, της μόδας και της διεθνούς κοινωνικής ζωής.
Τον ρωτάω γιατί μετά την τόσο επιτυχημένη καριέρα επέλεξε αυτό το διαμέρισμα στην Αθήνα. «Η Ελλάδα ήταν πάντα η γείωσή μου», απαντάει. «Η πραγματική μου πατρίδα». Προϋπόθεση για κάθε σπίτι που επιλέγει είναι να βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
«Δεν μετράω πόσα χρόνια μένω σε ένα σπίτι. Ίσως γιατί δεν μετράω τον χρόνο όπως οι περισσότεροι. Ένα σπίτι αρχίζει να μετράει όταν έχεις κάνει δυο-τρία επιτυχημένα τραπέζια, όταν έχουν τραγουδήσει και χορέψει μέσα του φίλοι».
«Είναι ένα ανοιχτό σπίτι;» τον ρωτάω. «Εσύ τι λες;» μου απαντά χαμογελώντας. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη φράση του και το κουδούνι χτυπάει. Φίλοι περνούν αυθόρμητα για μια καλησπέρα. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αφορμή.
«Ένα σπίτι χωρίς φίλους είναι άδειο σπίτι», δηλώνει. «Εδώ γίνονται τραπέζια και γιορτές χωρίς πρόγραμμα. Για μένα, σπίτι είναι το μέρος όπου μαζεύονται οι άνθρωποί μου». Η φιλία είναι η μεγαλύτερη αξία στη ζωή του. «Δεν δένομαι ούτε με σπίτια, ούτε με έργα τέχνης, ούτε με αντικείμενα. Μόνο με ανθρώπους».
Καθώς περιεργάζομαι τον χώρο, αρχίζω να ανακαλύπτω τις μικρές εμμονές του. Παντού ξεπροβάλλουν μικρά σκυλάκια Dachshund από πορσελάνη, ξύλο, μπρούντζο ή πηλό. Οι φίλοι του γνωρίζουν την αδυναμία του και σχεδόν κάθε ταξίδι τους καταλήγει με ακόμη ένα σκυλάκι για τη συλλογή του.
Ανάμεσά μας κινείται ατάραχος ο αληθινός Τσάρλι. «My best friend», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι δυο τους δέθηκαν την περίοδο της καραντίνας, όταν ο Τσάρλι ήταν ακόμη κουτάβι, και από τότε είναι αχώριστοι.
Οι συλλογές του όμως δεν σταματούν εκεί. Πορσελάνες, πίνακες, φωτογραφίες και αναμνήσεις συνθέτουν έναν κόσμο όπου κάθε αντικείμενο κουβαλά τη δική του ιστορία.
Ένας ολόκληρος τοίχος είναι γεμάτος έργα της ταλαντούχας Ειρήνης Κανά. «Όταν αγαπήσω έναν καλλιτέχνη, ποτέ δεν μου αρκεί ένα έργο του», λέει. «Διέκρινα από νωρίς το αληθινό της ταλέντο». Οι πίνακές της γεμίζουν τον χώρο χρώμα και ζωντάνια.
Τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις για κάθε αντικείμενο που βλέπω. «Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα», μου λέει. «Αρκεί να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και να παρατηρείς».
Λίγο αργότερα, το βλέμμα μου πέφτει σε μια φωτογραφία της Όντρεϊ Χέπμπορν. «Μη μου πεις ότι τη γνώρισες;» τον ρωτάω. Το πρόσωπό του φωτίζεται. «She had such a charm», θυμάται. Τη γνώρισε στο Παρίσι και ακόμη μιλά με θαυμασμό για την κομψότητα και τη φυσική της παρουσία. Η κουβέντα οδηγείται στα κοστούμια του «Breakfast at Tiffany’s», στα καπέλα, στα γάντια και στα αντικείμενα που τη συνόδευσαν στις ταινίες της.
«Συλλέγω και ρούχα», μου λέει. Ανοίγει μια πόρτα που οδηγεί σε έναν χώρο ο οποίος θυμίζει βεστιάριο και μου δείχνει συγκλονιστικά κομμάτια Pucci της δεκαετίας του ’70. «Αυτά», λέει γελώντας, «είναι μια άλλη ιστορία».
Η σχέση του με την τέχνη τον οδήγησε και στον σχεδιασμό κοσμημάτων. Πάνω στην τραπεζαρία έχει απλωμένες δημιουργίες του, καθεμία διαφορετική από την άλλη, όλες όμως με την ίδια αίσθηση κομψότητας. Όπως και το σπίτι του, μοιάζουν τοποθετημένες τυχαία αλλά δεν είναι.
Τον ρωτάω πού βολεύεται περισσότερο στο σπίτι. Δείχνει την πολυθρόνα. «Αν την κοιτάξεις καλά, έχει πάρει το σχήμα μου», μου κλείνει πονηρά το μάτι.
Η κουζίνα είναι μοντέρνα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σπίτι. «Κουζίνα και μπάνια ανακαινίστηκαν. Δεν μπορώ να ζω μέσα στην ντεκαντάνς. Αν ένας χώρος σε βαραίνει, πρέπει να τον αλλάξεις προτού αλλάξει εκείνος εσένα». Για τον Τέρρυ, η αισθητική δεν είναι πολυτέλεια αλλά στάση ζωής.
Μου εξηγεί ότι οι κουρτίνες και τα χαλιά είναι από τις πιο δύσκολες επιλογές σε ένα σπίτι. Ένα λάθος ύφασμα ή μια κακή επιλογή μπορεί να αλλάξει ολόκληρο τον χαρακτήρα ενός χώρου. «Αν δεν ξέρεις, είναι πολύ εύκολο να σου ζητήσουν τα διπλά».
Το μεγαλύτερο μέρος όσων βλέπω έχει έρθει από το Λονδίνο. Ακόμη και οι καναπέδες. «Ποιο είναι το πιο πολύτιμο αντικείμενο εδώ μέσα;» τον ρωτάω. Δεν κοιτάζει γύρω του. Κοιτάζει τον Τσάρλι. «Δεν είναι αντικείμενο, είναι ο Τσάρλι». Ύστερα σοβαρεύει. «Δεν με νοιάζουν τα αντικείμενα, όσο κι αν έχω μαζέψει ένα σωρό. Αξία έχουν οι λίγοι και καλοί φίλοι μου, ο σκύλος μου και οι άνθρωποι που αγαπώ. Με άδεια χέρια ερχόμαστε και με άδεια χέρια φεύγουμε. Ας το θυμόμαστε αυτό».
Συνειδητοποιώ ότι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτού του σπιτιού δεν είναι οι σπάνιες αντίκες, οι πολύτιμοι πίνακες ή οι συλλογές του. Είναι ο τρόπος που όλα συνυπάρχουν χωρίς τίποτα να προσπαθεί να επιβληθεί. Όπως λέει και ο ίδιος ο Τέρρυ, έναν χώρο πρέπει να τον αφήσεις και εσύ λίγο να σε πάει.
Φεύγω με μια αίσθηση αφθονίας γιατί αυτό το σπίτι δεν αφηγείται μόνο την ιστορία ενός συλλέκτη· είναι το πορτρέτο ενός ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του αναζητώντας την ομορφιά, αναγνωρίζοντάς τη εκεί όπου οι περισσότεροι δεν θα την πρόσεχαν, ενός ανθρώπου που αγαπά τους ανθρώπους περισσότερο από τα πράγματα και που εξακολουθεί να πιστεύει πως η αισθητική δεν είναι πολυτέλεια αλλά ένας τρόπος να ζεις.