«Το “Toy Story”, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, είναι μια ταινία για τον χρόνο», υποστηρίζει με ταπεινότητα, αλλά το εννοεί, ο Άντριου Στάντον, δημιουργός του «Ψάχνοντας τον Νέμο» και του «Wall-E», που σκηνοθετεί για πρώτη φορά ένα μεγάλου μήκους «επεισόδιο» της κινηματογραφικής σειράς, εν μέρει από τον φόβο «μήπως κάποιος άλλος το μαγαρίσει»! Κι ενώ κάποιος θα σκεφτεί πως σπουδαία δείγματα του σινεμά του δημιουργού, από τον Ταρκόφσκι μέχρι τον Απιτσατπόνγκ Βεερασεθάκουλ και από τον Αγγελόπουλο ως τον Βέντερς, πραγματεύονται ευθέως (και φιλοσοφικώς) το μέγα ζήτημα του χρόνου ως δισεπίλυτο και επαχθές μυστήριο της ψυχής, απ’ όλα τα κινούμενα σχέδια που έχουμε δει, η «Ιστορία των Παιχνιδιών» αφηγείται τον κύκλο της ζωής και την περιπέτεια της ενηλικίωσης μέσα από τα μάτια όσων αποδέχονται την άδολη χαρά των παιδιών, με γρηγοράδα, χιούμορ, αγωνία, δράση και μια μεταδοτική αίσθηση του θαύματος.
Προσωπικά, είχα μείνει άναυδος όταν είδα για πρώτη φορά το «Toy Story», σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, με τη σπιρτάδα και την πλάκα, τους χαρακτήρες και βέβαια το απίστευτο κόνσεπτ του ζωντανέματος των παιχνιδιών όταν κανείς δεν τα κοιτούσε – μια παραλλαγή του «Καρυοθραύστη», με πολλαπλάσιες πλοκές και εκτροπές στην τρελή πορεία τους. Η αγαλλίασή μου δεν κόπασε ούτε στο σίκουελ, τέσσερα χρόνια αργότερα (στο μεταξύ, τα Όσκαρ έπεφταν βροχή), και όταν γεννήθηκε ο γιος μου, εννοείται πως τα παρακολούθησα αναδρομικά, όπως και τα άπαντα της Pixar, της Disney αλλά και ό,τι υπήρχε διαθέσιμο σε καρτούν. Δεν ήμουν, ωστόσο, προετοιμασμένος για το τρίτο μέρος, όπου ο 17χρονος πλέον Άντι, αντί να πετάξει τους αχώριστους λούτρινους συντρόφους της παιδικής του ηλικίας, τους παραδίδει στη μικρότερη γειτόνισσά του, την Μπόνι, και ως χειρονομία αποχαιρετισμού για τον κόσμο που αφήνει οριστικά πίσω του μετακομίζοντας παίζει μαζί της και μαζί τους.
Ο Κουέντιν Ταραντίνο, σε μία από τις εξαντλητικά σινεφίλ στιγμές του, ανακήρυξε τα πρώτα «Toy Story» την καλύτερη τριλογία που έχει δει στη ζωή του, προσθέτοντας πως θα έπρεπε να έχει μπει οριστική τελεία στο franchise. Σε ιδανικές συνθήκες ίσως έχει ένα point, αλλά εδώ μιλάμε για μια σειρά που κάθε της στιγμή έχει υπόσταση και fun ταυτόχρονα.
Ήταν το 2010 και το είδα με τον Ίωνα στο σινεμά, πλαντάζοντας στο κλάμα, κάτι που μάταια προσπαθούσα να κρύψω πίσω από τα 3D γυαλιά και φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση – τι μπορεί να καταλάβει ένας 9χρονος που διασκεδάζει, όταν ο καθ’ όλα ψύχραιμος μπαμπάς κλαίει σε animation, εκτός από ένα στιγμιαίο ψιλο-embarrassment και μια εύλογη απορία; Σε ένα πρωθύστερο σχήμα, σαν φλασμπάκ της φαντασίας, τον είδα να μεγαλώνει απότομα, να ενηλικιώνεται και να φεύγει, μπήκα στη θέση του Γούντι και του Μπαζ, των παιχνιδιών που του κρατούσαν συντροφιά τόσα χρόνια, κι ευχόμουν τουλάχιστον να έχει την ευαισθησία να τα χαρίσει, αν δεν αποφασίσει να τα κρατήσει για δικούς του λόγους.
Τόσα χρόνια είχε μαζευτεί μέσα μου το άγχος και η πίκρα τόσων χαρακτήρων που φοβόντουσαν μην πεταχτούν χωρίς δεύτερη σκέψη, όχι γιατί τα παιδιά είναι άκαρδα (που είναι λίγο, για να είμαστε ειλικρινείς), αλλά γιατί η εργοστασιακή τους ρύθμιση είναι πεπερασμένη, με ημερομηνία λήξης, αν το θελήσει ο χρήστης. Και τον καουμπόη είχα παίξει, και τον αστροναύτη είχα υποδυθεί, και χίλιους άλλους ρόλους, όπως όλοι οι μπαμπάδες. Και μ’ έπιασε το παράπονο, όπως συχνά συμβαίνει σε κινηματογραφικές σκηνές αριστοτεχνικά τοποθετημένες ώστε να μιλάνε σε άσχετες γενιές και να προκαλούν διαφορετικά συναισθήματα σαν ηλεκτροπληξία.
Κρίση ήταν και πέρασε. Το παιδί μεγάλωσε, τα περισσότερα παιχνίδια χαρίστηκαν σε γειτονόπουλα, μερικά κρατούν ακόμη εξέχουσα θέση στο ράφι τους, και ίσως περιμένουν τη σειρά τους για να λάμψουν στη συνήθη σκυταλοδρομία τους. Άλλωστε, πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι τι λένε μεταξύ τους όταν λείπουμε;
Μαζί με τα τρία σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, ο Κουέντιν Ταραντίνο, σε μία από τις εξαντλητικά σινεφίλ στιγμές του, ανακήρυξε τα πρώτα «Toy Story» την καλύτερη τριλογία που έχει δει στη ζωή του, προσθέτοντας πως θα έπρεπε να έχει μπει οριστική τελεία στο franchise. Σε ιδανικές συνθήκες ίσως έχει ένα point, αλλά εδώ μιλάμε για μια σειρά που κάθε της στιγμή έχει υπόσταση και fun ταυτόχρονα. Το τέταρτο «Toy Story» ήταν περίφημο, και δεν μου φάνηκε περιττό – εμπλούτισε την ιστορία και την πήγε ελαφρώς αλλού, πάντα με τους βασικούς, αμετακίνητους από το προσκήνιο άλλης μιας κούρσας ενάντια στις παρανοήσεις, τις απερισκεψίες και φυσικά τον χρόνο, χαρακτήρες.
Το πέμπτο «Toy Story», αυτό που ο Στάντον δουλεύει επί 4 χρόνια –φέτος συμπληρώνει 34 από τότε που συνεργάστηκε με τον Τζον Λάσετερ στο σενάριο του πρώτου–, έρχεται στις 18 Ιουνίου και η Disney με κάλεσε στο Λονδίνο για την παγκόσμια πρεμιέρα των πρώτων 45 λεπτών. Ευπρόσδεκτος και ο γιος μου – οικογενειακά τα καλέσματα, το έχει παράδοση το Βασίλειο του Μίκι. «Είστε σίγουροι; Είναι 25 χρονών, σχεδόν δύο μέτρα, με μούσι», απόρησα για να μη γίνει παρεξήγηση, για να πάρω ως απάντηση ένα μεγάλο «ναι».
Κι όμως, ο πρώην παις και έφηβος Ίων πέταξε τη σκούφια του στην ιδέα, με ένα πλατύ χαμόγελο και ανυπομονησία για ένα ακόμη «Toy Story», αδιαφορώντας για τις θεωρίες του Κουέντιν και το πέρας της ενασχόλησής του με τις παιδικές ταινίες και τα παιχνίδια μιας άλλης, μακρινής γι’ αυτόν εποχής! Περισσότερο κι από την περιέργειά μου να δω αν όντως ο Στάντον δεν τα θαλάσσωσε (που, όντως, δεν τα θαλάσσωσε), χάρηκα γιατί κάποιες αγάπες είναι παντοτινές! Οι φάσεις της ζωής είναι μια γοργή σκυταλοδρομία, και αντίστοιχα τα πεισματάρικα παιχνίδια αλλάζουν χέρια και ιδιοκτήτες, μπαίνουν σε κούτες, στοιβάζονται, αποθηκεύονται, κινδυνεύουν, παλεύουν, τσακώνονται, τα ξαναβρίσκουν, ξεσπιτώνονται, φιλοξενούνται σε καινούργια δωμάτια, τέλος πάντων βρίσκουν τρόπους να επιβιώσουν, τουλάχιστον τα περισσότερα, αλλά τώρα αποκτούν έναν εχθρό που, στα ασκημένα μάτια τους, φαντάζει εξωγήινα ακατανόητος.
Η οθόνη της συσκευής αντικαθιστά σε χρόνο dt τη χειροποίητη συντροφιά στο «Toy Story 5», και «ενώ δεν γίνεται να αναγκάσουμε τον κόσμο να παίζει, τουλάχιστον μπορούμε να του δείξουμε πως το engagement με τους φίλους και την ίδια τη ζωή είναι πιο ικανοποιητικό από το συνεχές κόλλημα σε μια συσκευή», είπε ο Τιμ Άλεν, την ίδια στιγμή που ο δις βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χανκς χαιρετούσε το ενθουσιώδες κοινό στο Odeon της Leicester Square, με το ζόρι καθισμένος, λόγω της ζωηρής, παραστατικής ιδιοσυγκρασίας του, δίπλα στον σκηνοθέτη και τους συμπρωταγωνιστές του.
Ο Χανκς έκανε φωνές, πηδούσε πάνω κάτω για να μεταδώσει την αιώνια αισιοδοξία του Γούντι (που εδώ έχει αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του, και οι συναγωνιστές του φροντίζουν να του το υπενθυμίζουν), και έβαλε όλους τους συναδέλφους του να κάνουν το περίφημο flop, δηλαδή να πέσουν «τέζα», όπως κάνουν τα παιχνίδια στην ταινία όποτε αντιλαμβάνονται πως κάποιος μπαίνει στον χώρο που βρίσκονται. Μάλιστα έκανε κι ένα tease, λέγοντας πως η στιγμή που η 8χρονη πλέον Μπόνι λαμβάνει μηνύματα μίσους για κάτι που δεν έκανε είναι η πιο σπαρακτική της πενταλογίας.
Η Γκρέτα Λι, που γνωρίσαμε στις «Περασμένες Ζωές» και ξεχωρίζει το «Toy Story 3», είναι το νέο μέλος της παρέας, στον «ρόλο-όνειρο», όπως τον περιγράφει, της πράσινης Λίλιπαντ με τα μικρά χέρια και τις μεγάλες προθέσεις, του τάμπλετ που ανταγωνίζεται τα υπόλοιπα παιχνίδια, έχοντας το αβαντάζ της καθημερινής παρουσίας στη ζωή της Μπόνι.
Μετά από απουσία έντεκα ετών από το κόκκινο χαλί, εμφανίστηκε δίπλα στον σύζυγό της με διαφορετικό look η Τζόαν Κιούζακ, που υποδύεται την Τζέσι, δουλεύοντας εντατικά με την ακρίβεια και τον τόνο της φωνής της, όπως παραδέχθηκε, βρίσκοντας τις λύσεις δίπλα στον σκηνοθέτη Στάντον, ο οποίος ξέρει να ακούει τους ηθοποιούς και να ξεχωρίζει τη σωστή ερμηνεία, ακόμη κι όταν η έλλειψη της κίνησης του σώματος και της έκφρασης του προσώπου γεννά εύλογες ανασφάλειες.
Εντυπωσιασμένος με τη δουλειά της Pixar στο πέμπτο μέρος, ο Τιμ Άλεν, που είδε εκατοντάδες Μπαζ να δραπετεύουν από ένα νησί στα πρώτα πλάνα της ταινίας, χάρηκε ιδιαίτερα που είχε την ευκαιρία να διευρύνει τον χαρακτήρα με νέες πλευρές. Ο Άλεν πήγε την έφηβη κόρη του σινεμά και εκείνη το πάλεψε σκληρά να μείνει συγκεντρωμένη κατά τη διάρκεια όλης της ταινίας, «επειδή τα παιδιά έχουν συνηθίσει στα βίντεο 7 δευτερολέπτων στο Instagram». Συμπλήρωσε δε πως στο τέλος δεν της άρεσε, γιατί είχε καταλάβει τι θα γινόταν από τα πρώτα λεπτά και δεν είχε κίνητρο να παρακολουθήσει από ένα σημείο κι έπειτα. Ο Άλεν τής πρότεινε ένα σχέδιο: να πηγαίνουν μαζί, να βλέπουν όλη την ταινία, και μετά να διαφωνούν. «Αλλά δεν είχε τελείως άδικο», ομολόγησε, παραδεχόμενος πως τα παιδιά θέλουν μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος που να ολοκληρώνεται σύντομα, «εκτός αν μιλάμε για το “Άβαταρ”, που είναι ξεχωριστή εμπειρία».
Το «Toy Story» έφερε μια μικρή επανάσταση ως το πρώτο animation εξ ολοκλήρου φτιαγμένο από υπολογιστές. Αισθητικά, τα πρώτα δείγματα φάνηκαν διαφορετικά, όπως ήταν αναμενόμενο, και παρά το κοφτερό σενάριο και το διάχυτο χιούμορ, οι δυο πρωταγωνιστές μάλωναν συνέχεια, «κάτι που δεν ήταν ενδιαφέρον, ώσπου έκαναν τον Γούντι πιο διαλλακτικό και τον Μπαζ, συγγνώμη για την έκφραση, λίγο πιο χαζούλη», θυμάται ο Άλεν. «Ήταν στον κόσμο του, δεν είχε πάρει χαμπάρι πως ήταν παιχνίδι, κι αυτό ήταν κάτι φρέσκο, που δεν είχαν ξαναδοκιμάσει μέχρι τότε».
«Toy Story 5» | Official Trailer