ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ στα «Παράσιτα», το «Possible Love» φέρνει αντιμέτωπα δυο ζευγάρια με ταξικές διαφορές στη σύγχρονη Νότια Κορέα και ο σκηνοθέτης Λι Τσανγκ-ντονγκ αφιερώνει την ταινία του στον Κριστόφ Κισλόφσκι και τον εμβληματικό «Δεκάλογό» του – sans θρησκευτική εμπλοκή και υφολογική συνάφεια.
Το «ουκ επιθυμήσεις» ό,τι ανήκει στον πλησίον σου, συμπεριλαμβανομένης και της γυναίκας ή του άνδρα του εν προκειμένω, είναι το θέμα της «Πιθανής Αγάπης», σε ένα πρώτο επίπεδο, και η ιστορία ξεκινά όταν μια ευκατάστατη γυναίκα (η Τσο Γέο-γιονγκ, η πλούσια μητέρα στα «Παράσιτα»), σύζυγος ενός ισχυρού, αν και φαινομενικά cool τύπου από τον χώρο των funds, θέλει να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη σκηνοθεσία, μάλλον για να βρει δημιουργική απασχόληση παρά για να βιοποριστεί, και γυρίζει ντοκιμαντέρ για τις συνέπειες μιας απεργίας σε μια βιομηχανική επιχείρηση.
Σε μια κοινωνία πολυδιαφημισμένου υλισμού όπως είναι η κορεατική, ο σκηνοθέτης της «Ποίησης» παρατηρεί τις συνέπειες και εμπνέεται από τις περιστάσεις: οι σημαντικές στιγμές στην ταινία γεννιούνται από τη στιγμή και όχι από έναν δραματικό μηχανισμό.
Η γνωριμία με την πρωταγωνίστρια του βασικού interview γίνεται τυχαία, από μια βέρα που πέφτει σε σκοτεινό πάρκινγκ, μετά από θλιβερό γεγονός. Στην κάμερα της χαρωπής Γιε Τζι μιλά εξομολογητικά η λυπημένη Μι Οκ (η Τζον Ντο-γιον που έχει πάρει βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών για το «Secret Sunshine», και πάλι του Λι), ενδόμυχα ελπίζοντας να βοηθήσει τον σύζυγό της, ο οποίος περιφέρεται αμίλητος και πίνει σε κάθε ευκαιρία, να ξεπεράσει το τραύμα της απόλυσης και να σταθεί καλύτερα στα συζυγικά και πατρικά του καθήκοντα.
Οι πιο προσωπικές αναπολήσεις αλλά και μια διάθεση αμοιβαίας κατανόησης φέρνουν συμπάθεια, barbeque, παρέα, ανθρώπους που δεν έχουν πολλά κοινά αλλά κάπως δυσκολεύονται να το παραδεχτούν ανοιχτά. Η ενσυναίσθηση της Τζι είναι κατασκευασμένη και ασθμαίνουσα, ένα χόμπι που βαφτίζει αποστολή, ενώ ο φακός της γίνεται όλο και πιο αδιάκριτος, χωρίς να είμαστε σίγουροι αν προτίθεται να κάνει σινεμά βεριτέ ή αν απο ανία θέλει να τρυπώσει σε άρρητες ζώνες, και φτάνει σε αποκορύφωμα εύθραυστης οικειότητας και αναπόφευκτης σύγκρουσης όταν καλεί τη νέα φίλη της μαζί με τον σύζυγο στο γκράντε εξοχικό που διατηρεί με τον Σανγκ Γου, «σαν το σπίτι από ένα μυθιστόρημα που δεν έχω διαβάσει ποτέ», όπως επισημαίνει η Μι Οκ. Η ερωτική ένταση που υποβόσκει εκδηλώνεται την ίδια στιγμή που το κοινωνικό χάσμα αποκαλύπτεται βαθύτερο από ποτέ, πέρα από τους καλούς τρόπους και τις αναγνωριστικές πρώτες συναντήσεις που προσωρινά συγκαλύπτουν τις διαφορές.
Από κοντά, αν και στην ουσία απόμακρα, τα δυο αταίριαστα ζευγάρια μάς συστήνονται με δηλωτικούς διαλόγους αλλά και ελλειπτικές σεκάνς που αδράττουν τις στιγμές και ενώνουν το background με το παρόν που βιώνει αλλιώς ο καθένας από τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Αντί για αναληθοφανή ευσπλαχνία και μεγαλόπνοη γενναιοδωρία, ο Λι Τσανγκ-ντονγκ υπερβαίνει το κλασικό σχήμα της επιφανειακής ζήλειας της φτωχής γυναίκας που κρυφοκοιτάζει με νευρική περιέργεια τα ακριβά ρούχα, τις σινιέ τσάντες και τη γυάλινη επιδερμίδα της χαμογελαστής φιλενάδας, ή αντίστοιχα του κατατρεγμένου πατέρα (ενός ψυχικά ακινητοποιημένου δεκάχρονου αγοριού), που νιώθει άβολα μπροστά στα άκοπα αποκτήματα ενός ευειδή, προνομιούχου, χαλαρού άνδρα.
Σε μια κοινωνία πολυδιαφημισμένου υλισμού όπως είναι η κορεατική, ο σκηνοθέτης της «Ποίησης» παρατηρεί τις συνέπειες και εμπνέεται από τις περιστάσεις: οι σημαντικές στιγμές στην ταινία γεννιούνται από τη στιγμή και όχι από έναν δραματικό μηχανισμό. Ωστόσο, ένα άνεργο «φάντασμα» στο φάσμα της κατάθλιψης τσακώνεται πιο λυτρωτικά με τη φιλότιμη σύντροφο από ό,τι ένα «πλαστικό» ζευγάρι που φθείρεται αόρατα από φευγαλέες γκριμάτσες ενόχλησης.
Παίρνοντας τον χρόνο του από την μια ταινία στην επόμενη (αλλά και τον χρόνο του στην εξέλιξη της πλοκής), ο Λι ιχνογραφεί την ολοένα πιο δυσδιάκριτη εργατική τάξη, σε αντιπαράθεση με το βλέμμα της άλλης πλευράς, που αδυνατεί να κατέβει στο επίπεδο της στενής προοπτικής και των λιγοστών επιλογών: το «Possible Love» «βράζει» εξίσου αργά με το πιο ακροβατικό «Burning» αλλά σημαδεύει πιο εύστοχα και διεξοδικά τον στόχο του.
Με «βιβλιοστάτες» έναν απαθή αγοραστή κι έναν ραγισμένο απόβλητο, οι εξωστρεφείς γυναίκες φαίνεται να αναζητούν αυτό που τους λείπει με βαθύτερη απελπισία και συχνά πιο άτσαλα βήματα, γνωρίζοντας, εκτός φυσικά από το ότι οι καλές προθέσεις δεν σε στέλνουν πρώτη θέση στον παράδεισο, ότι η επιθυμία δεν εξασφαλίζει την αξιοπρέπεια και ο φθόνος ακυρώνει κάθε ειλικρίνεια. Ξέρουμε σε ποιον παραστέκεται ο Λι. Αναμενόμενα, αποφεύγει την ευκολία της συγκατάβασης για χάρη της απόχρωσης.
Το «Possible Love», που διεκδικεί με αξιώσεις τον Χρυσό Λέοντα στο 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, το διέσωσε από τα προβλήματα στην παραγωγή το Netflix, στη streaming πλατφόρμα του οποίου θα κυκλοφορεί αποκλειστικά από τον Νοέμβριο, αν και θα έχετε την ευκαιρία να το παρακολουθήσετε για μια προβολή στις αθηναϊκές αίθουσες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, σε λίγες εβδομάδες.
Possible Love | Official Trailer | Netflix