Στο πρόσφατο βιβλίο του «101 ταινίες της δεκαετίας του ’80», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως, ο συγγραφέας και συνάδελφος Δημήτρης Κολιοδήμος περιλαμβάνει τις άχαστες (Οργισμένο Είδωλο, Φάνι και Αλέξανδρος, Μπλε Βελούδο, Μπλέιντ Ράνερ), τις μεγάλες επιτυχίες (Φονικό Όπλο, Το διαμάντι του Νείλου, Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία, Ο πόλεμος των Ρόουζ, Σινεμά ο Παράδεισος), τα ανεξάρτητα που γεννήθηκαν ακριβώς τότε (Mystery Train, Raising Arizona, Drugstore Cowboy, αν και λείπει το Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες), εκπλήξεις που ελάχιστοι περιμένουν (Ήταν όλοι χαμογελαστοί του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, το Νησί του Πασκάλι, Το Μήνυμα, αλλά και το τζεϊμσμποντικό Licence to Kill), μερικά δικά μου αγαπημένα, που χάρηκα που τα είδα στη λίστα (Υγρός Ουρανός, Frances, Κουαρτέτο, και ο τρομερός Άνθρωπος από το Λ.Α. του Φρίντκιν) και πολλές ακόμη, που μπορείτε να ανακαλύψετε διαβάζοντάς το.
Επειδή αυτή είναι η δεκαετία που ως ενήλικος είχα το ξένοιαστο προνόμιο να βλέπω ό,τι θέλω χωρίς να χρειάζεται να γράφω ή να μιλάω γι’ αυτό, παραθέτω μια δεκάδα με ταινίες που αγαπώ και δεν βρίσκονται στις 101. Ανάμεσά τους, ένα αριστούργημα του Ντέιβιντ Λιν που ανυπομονώ να το απολαύσω ξανά στη μεγάλη οθόνη γιατί έχει να μου συμβεί από τότε, και είναι το φιλμ που, χωρίς να έχει γράψει ιστορία, με παρακίνησε να ασχοληθώ λίγο πιο σοβαρά και επαγγελματικά με τη θεωρία του σινεμά.
Rumble Fish
Πρέπει να προσπαθήσεις λίγο για να ξεχωρίσεις τον Αταίριαστο από τους Επαναστάτες χωρίς αύριο, δυο μικρά, νεανικά φιλμ που γύρισε κολλητά ο Κόπολα, με πρωταγωνιστή τον Ματ Ντίλον σε αμφότερα και διατηρώντας αρκετά μέλη του ίδιου καστ, αμέσως μετά το burn out με την Αποκάλυψη και το One from the heart. Για κάποιον λόγο (παρόρμηση, επιθυμία, έμπνευση, θα σας γελάσω…), αποφάσισα να γράψω την πρώτη μου κανονική κριτική για το Rumble Fish, αμέσως μόλις το είδα. Χειρόγραφη και σχετικά ακατάστατη, την έστειλα την επομένη στην «Οδό Πανός», ενώ δεν ήξερα κανέναν στο περιοδικό, και προς μεγάλη μου έκπληξη την είδα δημοσιευμένη τις επόμενες ημέρες – ο κύριος Χρονάς μού τηλεφώνησε και μου ζήτησε να συνεχίσω, και τον ευχαριστώ αναδρομικά για την εμπιστοσύνη. Ωστόσο, μόλις είδα τυπωμένη τη λέξη «μεσαιωνική», αντί για «μεσσιανική» που είχα γράψει, προσπαθώντας να περιγράψω μια τελετουργική χειρονομία του Ράστι, φρίκαρα και δεν ξαναέγραψα τίποτε, μέχρι το «Σινεμά» του Γιώργου Τζιώτζιου, πολλά χρόνια αργότερα. Τι έλεγα στην πρωτόλεια κριτική; Δεν θυμάμαι λέξη, ή μάλλον άλλη λέξη πέραν της καταραμένης μεσσιανικής. Γιατί έγραψα κριτική για τη συγκεκριμένη ταινία; Εκτός από το ότι μου άρεσε, προφανώς γιατί προσπαθούσα να ξεπεράσω το συγκριτικό σοκ: ο σκηνοθέτης του Νονού και της Αποκάλυψης Τώρα τόλμησε να κάνει reboot και να ξεκινήσει με άγνωστα «πιτσιρίκια», από κάτι ελάχιστα εμβληματικό και πομπώδες, με ένα σχήμα που του επέτρεπε να ενσωματώσει τον Βίνε, τον Λίτβακ και τον Μουρνάου σε αμερικανική φόρμουλα. Μωρέ, μπράβο! Οπότε, σκέφτηκα, όλοι μπορούμε να κάνουμε μια αρχή, ανεξάρτητα από το παρελθόν και τα εμπόδια, αν τιμήσουμε τις αναφορές μας.
Το πέρασμα στην Ινδία
True story: Αμέσως μετά τον εμπορικό θρίαμβο του Δόκτωρ Ζιβάγκο, ο σπουδαίος Ντέιβιντ Λιν «μετρούσε» τις επιλογές του, όταν ήρθε στα χέρια του το σενάριο της Μαντάμ Μποβαρί, που είχε γράψει ο Ρόμπερτ Μπολτ (με δύο Όσκαρ για τον Ζιβάγκο και τον Άνθρωπο για όλες τις εποχές) για τη σύζυγό του, Σάρα Μάιλς. Το αποτέλεσμα δεν ενδιέφερε τον σκηνοθέτη του Λόρενς της Αραβίας και ζήτησε από τον συνεργάτη του να αλλάξει τους συσχετισμούς των χαρακτήρων και να μεταφέρει τη δράση σε ένα χωριό της Ιρλανδίας το 1916. Παρά τα μετεωρολογικά και οικονομικά προβλήματά της, η Κόρη του Ράιαν δεν τα πήγε άσχημα στα ταμεία, τερματίζοντας στην έκτη θέση των εμπορικότερων του 1970, αλλά έλαβε κάκιστες κριτικές, που τη χαρακτήρισαν κενή και λογοτεχνία του κομμωτηρίου. Σαν να μη έφτανε αυτό, οι πλέον ευυπόληπτοι National Society of Film Critics της Νέας Υόρκης, με προεξάρχουσα την Πολίν Κέιελ (που θεώρησε την Κόρη του Ράιαν μια αηδιαστική, παραφουσκωμένη ιστοριούλα), τον προσκάλεσαν στο ιστορικό ξενοδοχείο Αλγκόνκουιν για ένα γεύμα που προοιωνιζόταν πολιτισμένο και φιλικό, και, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον έβαλαν στη γωνία, ζητώντας του κανονικά εξηγήσεις για την ταινία, που έκριναν πως ήταν προσβλητικά μεγάλης κλίμακας και δεν είχε καμία επαφή με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, ούσα αντιδραστική και irrelevant. Τζέντλεμαν, αν και θιγμένος, ο Λιν τους άκουσε σιωπηλά, χαιρέτησε και αποχώρησε, έχοντας ορκιστεί στον εαυτό του πως δεν θα ξανακάνει ποτέ του ταινία – τόσο πολύ πήρε κατάκαρδα την απόρριψη από τους ίδιους περίπου ανθρώπους που μια δεκαετία πριν τον εξυμνούσαν.
Ευτυχώς ξεπέρασε την ήττα του και ανακάλεσε πανηγυρικά μετά από 14 χρόνια, μεταφέροντας το εκπληκτικό μυθιστόρημα του Ε.Μ. Φόρστερ, «Το πέρασμα στην Ινδία», που είχε διαβάσει ήδη από το 1960 και απολαύσει στο θεατρικό του ανέβασμα – προτού τον αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά ο Τζέιμς Άιβορι, που επίσης ήθελε να το σκηνοθετήσει κάποια στιγμή. Έργο βάθους και δυσβάστακτων διλημμάτων, οπτικής μεγαλοπρέπειας αλλά και υπέροχα σιωπηλών σκηνών, με την αιθέρια μουσική του Ζαν-Μισέλ Ζαρ, ξεχωρίζει κυρίως για την κομβική σκηνή στις απόκοσμες σπηλιές του Μπαραμπάρ και τους καλογραμμένους λόφους της Σαβαντούργκα. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της κατακτημένης, όπως δηλώνει το επώνυμό της, Αντέλα Κουέστεντ, κέρδισε η ελάχιστα γνωστή Αυστραλή Τζούντι Ντέιβις, γιατί όταν της έκανε ακρόαση, ο Λιν τη ρώτησε τι πιστεύει για τον χαρακτήρα της Αντέλα κι εκείνη απάντησε: «Δεν έχει συμφιλιωθεί με τη σεξουαλικότητά της και φρικάρει στη σπηλιά». Μπίνγκο: αυτό είναι το κλειδί του μυστηρίου, και σε όλη τη διάρκεια αυτού του υπέρκομψου, με υπνωτικό ρυθμό από τον Λιν, που το μόνταρε ο ίδιος (!), άδικα παραγνωρισμένου έπους, δυο πολιτισμοί παλεύουν να δικαιωθούν γύρω από τους ισχυρισμούς μιας άσχετης δεσποινίδος – το ανομολόγητο οικείο μέσα από το χάος του γοητευτικού εξωτισμού, το έλασσον στο όλον.
Αμαντέους
Ο λόγος που το Πέρασμα στην Ινδία πήρε μόνο δυο Όσκαρ, για την Πέγκι Άσκροφτ από το Πετράδι του Στέμματος στον ρόλο της κυρίας Μουρ και για τη μουσική του Ζαρ, παρά τις 11 υποψηφιότητές του, ονομάζεται Αμαντέους, και κανείς από τους εκατομμύρια θεατές και τα μέλη της Ακαδημίας δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον ιδιοφυή παλιμπαιδισμό του Μότσαρτ και στη μοχθηρή μετριότητα του Σαλιέρι, θεϊκά ερμηνευμένου από τον Φ. Μάρεϊ Έιμπρααμ, στην πρωτομπαρόκ μουσικοδραματική διελκυστίνδα που διασκεύασε από το θεατρικό φαινόμενο του Πίτερ Σάφερ ο Τσέχος Μίλος Φόρμαν. Είναι πάντα ένα έργο μαεστρικό και πολύπλοκο, αλλά πολύ fun στη θέαση, γι’ αυτό και ίσως πολλοί το υποτιμούν.
The Killer
Νονός του πρώιμου σινεμά του Ταραντίνο και προσωπικότητα στην κινηματογραφική βιομηχανία του Χονγκ Κονγκ, ο Τζον Γου επηρεάστηκε από τον Σαμουράι του Μελβίλ και τους Κακόφημους Δρόμους του Σκορσέζε για να γυρίσει την ιστορία του εκτελεστή που κατά λάθος τυφλώνει μια τραγουδίστρια καμπαρέ και τα βάζει με τη μαφία, σε ένα δράμα στο οποίο κόβεις τη δράση και τις τύψεις με το μαχαίρι. Για ακόμη περισσότερη triad περιπέτεια, δείτε τα δύο A better tomorrow του ίδιου, πάντα σε παραγωγή Τσούι Χαρκ, καθώς και τις πιο ιδιοσυγκρασιακές Μέρες Αγριότητας, από το 1990, το ντεμπούτο του Καρβάι Γουόνγκ.
Mephisto
Στο Fatherland του Παβλικόφσκι που βραβεύτηκε στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, η Έρικα Μαν (Σάντρα Χίλερ) επισκέπτεται το διαλυμένο Βερολίνο αμέσως μετά τον πόλεμο με τον νομπελίστα πατέρα της και σε μια καταπληκτική σκηνή δίνει ένα δυνατό σκαμπίλι στον πρώην σύζυγό της, τον σούπερ σταρ του γερμανικού σινεμά Γκούσταβ Γκρίντκενς, αγαπημένο των ναζί και διαβόητο κομπορρήμονα για τις «υποκριτικές» του επιδόσεις. Αυτός είναι η έμπνευση για το Μεφίστο του Ούγγρου Ιστβάν Σάμπο, μια σπουδή στον δισυπόστατο χαρακτήρα του κίβδηλου ντελικανή που κυριολεκτικά πουλάει την ψυχή του στον διάβολο – ο Μεφιστοφελής ήταν και ο πιο γνωστός του ρόλος. Ο Κλάους Μαρία Μπραντάουερ σε ένα tour de force.
Ran
Ο Ακίρα Κουροσάβα έγραψε το σενάριο αμέσως μόλις τελείωσε τα γυρίσματα του Ντέρσου Ουζαλά το 1975 και το άφησε να «κοιμηθεί» για τουλάχιστον μια επταετία (έκανε τη Σκιά του Πολεμιστή ενδιάμεσα), χωρίς ποτέ να αντιληφθεί πλήρως, ούτε να εξηγήσει επαρκώς, ότι η ιστορία του πολέμαρχου Χιντετόρα, η οποία άντλησε έμπνευση από τον φεουδάρχη Μοτονάρι που αποκαλούσαν Ζητιάνο Πρίγκιπα και έζησε τον 16ο αιώνα, είναι φτυστό ο Βασιλιάς Λιρ, με το βασίλειο και τους τρεις γιους που το διεκδικούν. Αναλογίες μπορεί κάποιος να εντοπίσει και στον ίδιο τον σκηνοθέτη, και το Ραν, η πιο ακριβή παραγωγή στα χρονικά της Ιαπωνίας μέχρι το 1985, με τα βαρύτιμα κοστούμια της Έμι Βάντα και τη λεπτομερή σκηνογραφική δουλειά, καταπλήσσει ακόμη, και άνετα εκλαμβάνεται ως μία από τις μεστότερες σαιξπηρικές μεταφορές στο σινεμά.
Tampopo
Ράμεν γουέστερν από τον Γιούζο Ιτάμι, ένα από τα πιο αστεία φιλμ για το σεξ και το φαγητό, μινόρε επιτυχία όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1985, αλλά καραμπινάτο καλτ τα επόμενα χρόνια, με τύπους που πάνε κι έρχονται και ενίοτε μιλούν ευθέως στους θεατές, βινιέτες και ξύλο, πλούσιους που πνίγονται και φτωχούς που τους σώζουν, και πολλά αχνιστά noodles στο σουρεάλ και περιζήτητο εστιατοριάκι που διατηρεί η χήρα Ταμπόπο.
Μια απίθανη... απίθανη πτήση
Η τρομερή επιτυχία της κωμωδίας Ο Ατσίδας και το Λαγωνικό και της συνέχειάς της, στην Αμερική, ενός επεισοδιακού road movie ανάμεσα σε φλυαρία και ρέψιμο, με αμάξια, μπίρες και το μουστάκι του Μπερτ Ρέινολντς, συνεχίζει να αποτελεί μυστήριο – το μόνο που εξηγεί είναι γιατί η Σάλι Φιλντ πήρε τόσο εύκολα Όσκαρ: αν μπορεί να ξεφύγει από τέτοια μπαλαφάρα και να παίξει τη Νόρμα Ρέι, ε τότε αξίζει βραβείο! Αντίθετα, η Απίθανη... απίθανη πτήση των Ζάκερ-Έιμπραμς-Ζάκερ εγκαινίασε τη δεκαετία αλλά και τη χιονοστιβάδα των παρωδιών γνωστών, ασήκωτων από την υπερβολική σοβαροφάνεια ταινιών, με μια εντελώς meta, σαν υπολογισμένη με μετρονόμο, θεόμουρλη ωστόσο, καρτουνίστικη σε βαθμό Hellzapoppin’ και Τεξ Έιβερι, βλοσυρά παιγμένη προσέγγιση από εξαιρετικά ταλαντούχους ηθοποιούς σε ρόλους που αδειάζουν το νόημα των ρόλων που τους είχαν κάνει αξιοπρεπείς καριερίστες, και με άπειρα cameos, από την Έθελ Μέρμαν μέχρι τον Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ. Κλασικό στα ελληνικά θερινά για άπειρα καλοκαίρια, το Airplane και πολλές σκηνές από τις συνέχειές του κρατούν πάντα γερά. Ακόμη γελάω με την ουρά που κάνουν οι οπλισμένοι αγανακτισμένοι για να δείρουν μια επιβάτιδα σε ανερμάτιστο πανικό!
Επικίνδυνες Σχέσεις
Μπορεί το Βαλμόν του Μίλος Φόρμαν, πάνω στην ίδια πηγή, το έργο του Σοντερλό ντε Λακλό, να απασχόλησε τους πιο ψαγμένους, και σίγουρα έχει τις στιγμές και την ιδιαίτερη προσέγγισή του, αλλά οι Επικίνδυνες Σχέσεις του Στίβεν Φρίαρς συλλαμβάνουν την ψυχρή μοχθηρία της Μερτέιγ από την Γκλεν Κλόουζ και τον αντιπαθητικό αμοραλισμό του Τζον Μάλκοβιτς/Βαλμόν σε μια πυκνή ίντριγκα που σπινθηρίζει από διαβολεμένη κακία. Και φυσικά η Μισέλ Φάιφερ είναι τόσο απίστευτα όμορφη! Όσο και στους Fabulous Baker Boys, την καλύτερη ταινία της.
Η σκυλίσια ζωή μου
Ένα αγόρι που έχει τη μητέρα του άρρωστη και έχει χάσει τον σκύλο του και συγκρίνει τη μίζερη ζωή του σε ένα χιονισμένο χωριό της Σουηδίας με εκείνη μιας άλλης, πιο διάσημης σκυλίτσας, της Λάικα του Διαστήματος, με την υπογραφή του Λάσε Χάλστρομ, ακούγεται κακή ιδέα για καλό σινεμά. Ωστόσο, προτού ο Χάλστρομ ξεκινήσει τη «σακχαρώδη» καριέρα του με τα αμέτρητα μελό στο Χόλιγουντ, αυτό το σκανδιναβικό διαμαντάκι στάζει τρυφερότητα και αγνή ανθρωπιά, παραδίδοντας μια εξαίσια «ανήλικη» ερμηνεία από τον Άντον Γκλανζέλιους. Από τις ταινίες που ήταν υποψήφιες στα Όσκαρ του ’88, ανάμεσά τους αριστουργήματα όπως ο Τελευταίος Αυτοκράτορας που σάρωσε με 9 νίκες, το Ελπίδα και Δόξα του Μπούρμαν και το Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού του Τζούισον με τη Σερ και τον Νίκολας Κέιτζ και το «snap out of this», το My life as a dog παραμένει μακράν η αγαπημένη μου.