Ο Γιώργος Αγγελόπουλος ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας μόλις ενάμιση χρόνο πριν, μετά από μια σύντομη κρίση που προέκυψε όταν ο προηγούμενος καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ κατηγόρησε τον δήμο Δράμας για αναχρονιστική και ομοφοβική στάση απέναντι στις θεματικές των διαγωνιζόμενων ταινιών, ένα ποσοστό των οποίων αφορούσε θέματα φύλου και συμπερίληψης.
Έχοντας μια σημαντική παρουσία στον κινηματογραφικό χώρο ως κινηματογραφιστής, σεναριογράφος αλλά και έχοντας εργαστεί στη Διεύθυνση Ανάπτυξης και Παραγωγής του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, αποδείχθηκε η ιδανική επιλογή για να αναλάβει τον δύσκολο αυτόν ρόλο και μάλιστα πυροσβεστικά. Τι συνέβη από εκείνη τη στιγμή και μετά; Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε απαντάει σε όλα με ειλικρινή αγωνία για το μέλλον του σημαντικού βορειοελλαδίτικου φεστιβάλ.
― Ανέλαβες το φεστιβάλ σε μια στιγμή αναταραχής και αντεγκλήσεων. Πώς αντιμετώπισες την πρόκληση αυτή;
Όντως η στιγμή που ανέλαβα ήταν δύσκολη. Βρισκόμουν και ο ίδιος σε αμηχανία για το τι έπρεπε να κάνω και αν έπρεπε να θέσω υποψηφιότητα για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή – παρακολουθούσα την όλη κατάσταση από απόσταση ως εξωτερικός παρατηρητής. Επειδή όμως αγαπούσα το φεστιβάλ και θεώρησα ότι βρισκόταν σε μια κρίσιμη στιγμή, λειτούργησα λίγο συναισθηματικά και σκέφτηκα ότι, για κάτι που αγαπώ και πιστεύω, αξίζει να το προσπαθήσω, θεωρώντας ότι ενδεχομένως δεν θα είχα και πολλές ελπίδες. Από την πρώτη στιγμή ήθελα να είμαι σαφής και εξέφρασα πολύ ανοιχτά τη στάση μου, που είναι και στάση ζωής, για πολλά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων συμπερίληψης, για τα οποία είχε γίνει πολλή συζήτηση με την τότε ρήξη μεταξύ διοίκησης και καλλιτεχνικού διευθυντή. Οπότε ξεκαθάρισα πού βρίσκομαι και τι εκπροσωπώ και πώς πιστεύω ότι πρέπει να λειτουργεί ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ. Δεν έδειξα κάτι διαφορετικό για να γίνω αρεστός. Παρ’ όλα αυτά, με επέλεξαν και ως έναν βαθμό εξεπλάγην και ο ίδιος. Το θεώρησα σημάδι ότι υπάρχει η διάθεση να κάνουμε ωραία πράγματα και έπεσα με τα μούτρα, γιατί είχαμε μόνο 6 μήνες να προετοιμάσουμε ολόκληρο φεστιβάλ. Να πω εδώ ότι δεν προερχόμουν από το οικοσύστημα των φεστιβάλ, αν και ήμουν μέρος της κινηματογραφικής κοινότητας και είχα τη θεσμική εμπειρία του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Εν τέλει κάναμε ένα φεστιβάλ που ένιωσα ότι ξεπέρασε τις προσδοκίες όλων. Αυτό μου έδωσε και την ενθάρρυνση που χρειαζόμουν για να πιστέψω ότι μπορούμε να κάνουμε ακόμη περισσότερα.
«Το Φεστιβάλ Δράμας εκπροσωπεί την ανανέωση του χώρου, το νέο και το διαφορετικό, τους ανθρώπους που δεν ανήκουν απαραίτητα ακόμη στην ελληνική κινηματογραφική κοινότητα. Ακόμα κι αν γίνει και τυπικά κρατικό, θα διατηρήσει την ίδια αθωότητα και φρεσκάδα».
― Καταρχάς, ποιες είναι οι αντικειμενικές δυσκολίες;
Οι αντικειμενικές δυσκολίες οφείλονται στη νομική μορφή του φεστιβάλ που δημιουργεί θέματα σε διαχείριση, ανθρώπινο δυναμικό, οικονομικούς πόρους και υποδομές, κάνοντας δύσκολο έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του.
― Η αίσθηση που δίνει το φεστιβάλ είναι ότι όλα λειτουργούν αποτελεσματικά. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Μέρος της δουλειάς μας είναι, αν υπάρχουν προβλήματα, να μην τα αντιλαμβάνεται το κοινό και οι επισκέπτες. Όμως πλέον μιλάμε για έναν ιστορικό θεσμό με μισό αιώνα ζωής. Είναι το μοναδικό φεστιβάλ στην Ελλάδα που είναι ταυτόχρονα Oscar qualifying, μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και πιστοποιημένο για τα βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας, μια διάκριση που κατακτήθηκε πριν από λίγες ημέρες. Του χρόνου θα γίνει η 50ή διοργάνωση αυτού του φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους, που είναι το σημαντικότερο της χώρας κι ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη. Είναι φυσικό, λοιπόν, καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο, η κινηματογραφική κοινότητα να ελπίζει σε μια θεσμική αναβάθμιση του φεστιβάλ. Σε μια αναγνώριση του θεσμού αλλά και της ίδιας της πόλης, καθώς το φεστιβάλ είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Δράμα· γεννήθηκε μέσα από την κινηματογραφική της λέσχη, η οποία το ανέδειξε. Καθώς έχει μόλις ανακοινωθεί ένα πενταετές σχέδιο δράσης για τον ελληνικό κινηματογράφο με συνολικούς πόρους 750 εκατομμυρίων, φαίνεται επιτέλους να υπάρχει η πολιτική βούληση για επένδυση στην ανάπτυξη της βιομηχανίας στη χώρα. Ως μέλος της κινηματογραφικής κοινότητας αλλά και από τη θέση μου στο φεστιβάλ, προσδοκώ αυτή η ανάπτυξη να πραγματοποιηθεί σε γερές βάσεις, εξασφαλίζοντας την προστασία και την ανεπηρέαστη λειτουργία ενός από τους βασικούς κινηματογραφικούς πυλώνες της χώρας. Με αφορμή την επέτειο, η χρονική συγκυρία είναι ιδανική και η ανάγκη αδιαμφισβήτητη.
― Τι ακριβώς περιμένεις από μια θεσμική αναγνώριση;
Ουσιαστικά, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Ακόμη και με τις καλύτερες των προθέσεων, μια διοίκηση χωρίς εξειδίκευση και ένας δημοτικός πολιτιστικός οργανισμός με νομική μορφή δημοσίου δικαίου δύσκολα μπορούν να αντεπεξέλθουν σήμερα στις ανάγκες ενός καλλιτεχνικού θεσμού με αυτό το εκτόπισμα. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που επίσης ξεκίνησε από μια κινηματογραφική λέσχη, έκανε σε συντομότερο διάστημα αυτή την αναγκαία μετάβαση για να εξελιχθεί στη διοργάνωση που είναι σήμερα. Είναι προς όφελος και του φεστιβάλ και της πόλης να γίνει ένα τέτοιο βήμα, πάντα με τον δήμο στο πλευρό του φυσικά.
― Οπότε δεν πρόκειται ποτέ να αποκοπεί…
Μια τόσο μεγάλη διοργάνωση πάντα θα χρειάζεται τον δήμο και την Περιφέρεια. Ωστόσο, είναι αυτονόητο πως ένας ιστορικός θεσμός πρέπει να οχυρωθεί και να προστατευτεί από την πολιτεία, ώστε να μη χρειάζεται να ρυθμίζεται εκ νέου με κάθε ενδεχόμενη δημοτική αλλαγή και να μην εξαρτάται από τοπικές προτεραιότητες. Θα πρέπει επίσης να έχει εξειδικευμένο προσωπικό και μια διαχείριση από ανθρώπους που έχουν γνώση του αντικειμένου, επαφή με τη διεθνή κινηματογραφική πραγματικότητα και προτεραιότητα τη διάδοση της τέχνης.
― Ποια είναι η μέχρι τώρα σχέση σου με τον δήμο;
Ο δήμος πάντα υποστήριζε το φεστιβάλ, ακόμα και σε δύσκολες εποχές, με οικονομική ενίσχυση, ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές. Αν δεν υπήρχε αυτή η υποστήριξη, δεν θα είχε αναπτυχθεί το φεστιβάλ ώστε να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Όπως σε κάθε επαγγελματικό περιβάλλον, υπάρχουν φυσικά και διαφωνίες, τις οποίες προσπαθούμε να επιλύουμε για το καλό του θεσμού, ώστε οι αρμοδιότητες της κάθε πλευράς να είναι σαφείς, χωρίς να γίνονται παρεμβατικές.
― Οπότε, δεν έχουν υπάρξει παρεμβάσεις στις επιλογές του φεστιβάλ μέχρι τώρα;
Προσωπικά, όσον αφορά τον προγραμματισμό ταινιών, δεν έχω δεχθεί καμία παρέμβαση. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα είχε γίνει άμεσα γνωστό, καθώς θα σταματούσα να είμαι μέρος του σχήματος.
― Δεν θα έκανες απόπειρα να επιβάλεις την άποψη σου;
Με τη στάση μου έχει γίνει κατανοητό ότι δεν δέχομαι παρεμβάσεις στο κομμάτι αυτό. Για την υλοποίηση του καλλιτεχνικού σκέλους, ωστόσο, υπάρχει και το διαδικαστικό κομμάτι, το οποίο έχει τις αγκυλώσεις του, όπως εξήγησα και προηγουμένως, και εκεί μπορεί να προκύψουν δυσκολίες. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ που στήνεται σε μικρό διάστημα με περιορισμένο προσωπικό και προϋπολογισμό. Η νομική του μορφή και η γραφειοκρατία που τη συνοδεύει δεν το βοηθούν να ανθήσει στον βαθμό που μπορεί.
― Διέρρευσε πριν από λίγο καιρό μια επιστολή σου για οικονομική ασυνέπεια του οργανισμού. Τι συνέβη;
Ήταν μια επιστολή προς το Δ.Σ. που διέρρευσε αποσπασματικά, με επίκεντρο σημεία που δεν ήταν αντιπροσωπευτικά του πνεύματός της. Είναι αλήθεια ότι παρέμεινα χωρίς εισόδημα για μεγάλο διάστημα, καθώς υπήρχε οικονομική στενότητα και θέμα ρευστότητας, αφού δεν είχε ακόμη υπογραφεί η νέα προγραμματική σύμβαση μεταξύ υπουργείου Πολιτισμού, δήμου και Περιφέρειας. Όμως το οικονομικό κομμάτι έκτοτε προχώρησε, οπότε σειρά έχει η επίλυση των υπόλοιπων ζητημάτων, τα οποία ήταν και σημαντικότερα.
― Ποια είναι αυτά;
Αφορούν την αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων καλλιτεχνικής διεύθυνσης και διοίκησης, την ομαλή λειτουργία του φεστιβάλ και τη θωράκιση της αξιοπιστίας του.
― Φέτος για πρώτη φορά εγκαινιάζεται μια νέα κατηγορία, που είναι το ντοκιμαντέρ. Νομίζω ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς σε μια εποχή καταιγισμού εικόνων τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας έχουν περίπου καταλυθεί. Τι σε έκανε να πάρεις αυτή την πρωτοβουλία;
Ισχύει αυτό που λες και δυστυχώς η πραγματικότητα συνεχίζει να μας ξεπερνάει και να μας πολιορκεί με σκληρότητα. Δυστυχώς έχουμε αναισθητοποιηθεί με όσα βλέπουμε. Έχουμε κορεσθεί με εικόνες καταστροφής και τις θεωρούμε κανονικότητα, είτε πρόκειται για μια γενοκτονία που συμβαίνει, είτε για την ίδια την καθημερινότητά μας. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια τα ντοκιμαντέρ έχουν βρει έναν τρόπο να ανανεώνουν συνεχώς το είδος. Θεωρώ ότι το να μπαίνουν σε ένα πρόγραμμα που στην πλειονότητά του συγκροτείται από ταινίες μυθοπλασίας ίσως τα αδικεί, γιατί δεν μπορούν να αξιολογηθούν με τον ίδιο τρόπο. Επειδή θέλαμε να τους δώσουμε μεγαλύτερο χώρο, δημιουργήσαμε το διεθνές πρόγραμμα. Ενώ ξεκίνησε κάπως δειλά, τελικά λάβαμε πάρα πολλές συμμετοχές. Για πρώτη φορά διαγωνίζονται έξι ελληνικές συμμετοχές, που είναι η μεγαλύτερη εκπροσώπηση του είδους που είχαμε ποτέ από την Ελλάδα. Υπάρχει ανοδική τάση στην ελληνική παραγωγή και θεωρώ ότι πολύ σύντομα θα έχουμε και εθνικό διαγωνιστικό ντοκιμαντέρ με πλούσιο εγχώριο περιεχόμενο που θα μπορεί να το υποστηρίξει. Ξεκινώντας με το διαγωνιστικό ως βάση, χτίσαμε προγράμματα και δράσεις γύρω από το ντοκιμαντέρ για να το στηρίξουμε και να το αναδείξουμε. Αφενός έχουμε το σπουδαίο αφιέρωμα στη μητέρα του ελληνικού ντοκιμαντέρ, την Αλίντα Δημητρίου, με τέσσερις από τις πάνω από πενήντα ταινίες που έχει κάνει επάνω σε θέματα κοινωνικοπολιτικά, φεμινισμού και γυναικείας αγωνιστικότητας. Ήταν μια φοβερή δημιουργός, η οποία, σε μια εποχή που ήταν ακόμη πιο ανδροκρατούμενος ο χώρος του σινεμά, ανέδειξε θέματα που σπάνια καταγράφονταν. Αυτό βλέπουμε στους «Φούρνους», που καταγράφουν τη μητριαρχική κοινότητα του νησιού, στο «Θέατρο στο βουνό», που ασχολείται με τις παραστάσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ, στο «Σπάτα, το στιφάδο του Αγίου Πέτρου» που μιλάει για τη δύναμη της κοινότητας και τις αντιδράσεις προτού χτιστεί το αεροδρόμιο στα Σπάτα και, τέλος, στους «Καρβουνιάρηδες», που αφορούν τους ανθρακωρύχους στην Εύβοια τη δεκαετία του ’70 – υπέροχες ταινίες που προβάλλονται πρώτη φορά ψηφιακά αποκατεστημένες. Επειδή θέλουμε να έχουν όλοι την ευκαιρία να τις δουν, θα υπάρχει δωρεάν είσοδος. Συμπληρωματικά θα έχουμε και ένα εργαστήριο σε συνεργασία με το Beldocs, το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ του Βελιγραδίου, αλλά και συζητήσεις για την παραγωγή ντοκιμαντέρ στην περιοχή των Βαλκανίων.
― Τα τελευταία χρόνια επανέρχονται τα ίδια θέματα, κάτι που είναι κατανοητό γιατί αντανακλούν όλα όσα απασχολούν τους/τις νέους/-ες δημιουργούς. Μήπως όμως αυτό περιορίζει τη δημιουργικότητά τους;
Είναι γεγονός ότι κάποιες θεματολογίες είναι συχνές στο φεστιβάλ αλλά και στον ελληνικό κινηματογράφο γενικότερα. Καθώς οι μικρού μήκους είναι το ξεκίνημα πολλών κινηματογραφιστών, αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι συμβαίνει και του τι θα συμβεί. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι ακόμα και με τις ίδιες θεματικές πολλοί δημιουργοί καταφέρνουν να αναδείξουν κάτι νέο με μια διαφορετική ματιά. Και φέτος έχουμε πολλές οικογενειακές ιστορίες που οπτικοποιούνται με ψυχαναλυτική διάθεση. Οι δημιουργοί καταπιάνονται με κάτι γνωστό αλλά υπό νέους κανόνες ή με ένα νέο βλέμμα που έχει διαμορφωθεί από όσα ζουν σήμερα. Πάντα οι ταινίες θα αφήνουν ένα αποτύπωμα της εποχής που γυρίστηκαν, κι ας καταπιάνονται με κοινά θέματα. Φέτος, για παράδειγμα, λόγω της ατμόσφαιρας πολέμου γύρω μας, είχαμε περισσότερες υποβολές που αφορούσαν στρατό και φαντάρους. Έχει ενδιαφέρον γιατί διερευνάται το θέμα των αντιρρησιών συνείδησης, που απασχολεί πολλούς νέους σήμερα, όπως και καταστάσεις τοξικής αρρενωπότητας ή μεταχείρισης μεταναστών από τον στρατό.
― Οι νέοι και οι νέες έχουν κινηματογραφική παιδεία ή ξέρουν την εικόνα από το TikTok;
Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα έχει αποκτήσει άλλη σημασία για τις νεότερες γενιές. Μπορεί πολλοί να μη γνωρίζουν την ιστορία του κινηματογράφου ή να μην έχουν δει ταινίες-σταθμούς από μεγάλους σκηνοθέτες. Είναι αυτό ανασταλτικό για τη δημιουργία μιας ωραίας ταινίας; Μάλλον όχι. Το να γνωρίσουν αυτούς τους σκηνοθέτες και το έργο τους θα τους βοηθούσε να κάνουν ακόμη καλύτερες ταινίες; Μάλλον ναι.
― Οι κριτικές επιτροπές πρέπει να αποτελούνται από ανθρώπους κοντά στην ηλικία των συμμετεχόντων ή μόνο από επαγγελματίες του κινηματογράφου;
Είμαι της άποψης ότι μια κριτική επιτροπή πρέπει να αποτελείται από διαφορετικές ματιές. Αυτό μπορεί να σημαίνει, σε έναν βαθμό, και διαφορετικές ηλικίες και γενιές. Σίγουρα οι νέοι έχουν πιο άμεση επαφή με τους δημιουργούς μικρού μήκους. Αλλά και ένας μεγαλύτερος και πιο έμπειρος επαγγελματίας μπορεί, χάρη στην πείρα του, να αναγνωρίσει το ταλέντο πιο εύκολα. Φέτος έχουμε στις επιτροπές άτομα που στο παρελθόν διαγωνίστηκαν με ταινίες τους στη Δράμα και πλέον έχουν μια λαμπρή πορεία, όπως η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, ο Ζαχαρίας Μαυροειδής, η Δάφνη Χαιρετάκη, αλλά και πολλοί ακόμη εξαιρετικοί στο πεδίο τους επαγγελματίες. Επίσης έχουμε διεθνείς επαγγελματίες που θεωρώ ότι είναι απαραίτητοι στη σύσταση μιας επιτροπής, γιατί μπορούν να αναγνώσουν τις ελληνικές ταινίες σε άλλο πλαίσιο, που ίσως τους επιτρέψει να είναι πιο αντικειμενικοί παρατηρητές κάποιων στοιχείων, διακρίνοντας πράγματα που σε εμάς δεν είναι τόσο εμφανή. Έτσι, έχουμε στις επιτροπές και πολλά μέλη του δικτύου της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
― Η οποία φέρνει τα βραβεία της φέτος τον χειμώνα στην Ελλάδα.
Είμαστε χαρούμενοι που συμμετέχουμε στην υποδοχή τους με μια σημαντική δράση. Το Short Film Network είναι το δίκτυο που συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Ευρώπης και κάθε χρόνο πραγματοποιεί μια συνεδρίαση σε κάποιο από τα φεστιβάλ-μέλη του δικτύου. Ενώ η Δράμα είναι μέλος για πάνω από είκοσι χρόνια, δεν είχε φιλοξενήσει ποτέ αυτή την ετήσια συνάντηση. Επομένως, ήταν ένας στόχος που έβαλα από πολύ νωρίς και η συγκυρία των βραβείων της Ακαδημίας ήταν η ιδανική αφορμή για να γίνει φέτος. Πλέον, με τη σημαντική υποστήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ, γίνεται πραγματικότητα. Είναι μια ιστορική στιγμή για το φεστιβάλ αλλά και για τη χώρα, καθώς θα παραβρεθούν καλλιτεχνικοί διευθυντές και programmers από τα σημαντικότερα φεστιβάλ, θα συμμετέχουν στις δράσεις του Short film hub και θα έρθουν σε επαφή με τους Έλληνες κινηματογραφιστές και τη δουλειά τους.
― Τι κερδίζει και τι χάνει ένα νεανικό φεστιβάλ που γίνεται μεγάλος εθνικός θεσμός;
Δεν θεωρώ ότι το Φεστιβάλ Δράμας κινδυνεύει από μια τέτοια «σοβαροφάνεια» γιατί αν παρακολουθήσει κανείς τους διαγωνιζόμενους που έρχονται κάθε χρόνο, μπορεί να αναγνωρίσει ανάμεσά τους αρκετά γνώριμα ονόματα αλλά στην πλειονότητα είναι νέοι. Το Φεστιβάλ Δράμας εκπροσωπεί την ανανέωση του χώρου, το νέο και το διαφορετικό, τους ανθρώπους που δεν ανήκουν απαραίτητα ακόμη στην ελληνική κινηματογραφική κοινότητα. Ακόμα κι αν γίνει και τυπικά κρατικό το φεστιβάλ, θα διατηρήσει την ίδια αθωότητα και φρεσκάδα, αλλά θα γίνεται κάτω από ένα πιο αποτελεσματικό γι’ αυτούς πλαίσιο.
― Συμμετέχει η τοπική κοινωνία σε όλο αυτό ή πρόκειται για μια απόβαση Αθηναίων;
Νομίζω ότι συμμετέχει κάθε χρόνο όλο και πιο ενεργά. Σίγουρα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και θέλω και οι δημότες να το νιώθουν και οι ίδιοι «δικό τους», καθώς είναι οι οικοδεσπότες. Γιατί υπάρχει λόγος που το φεστιβάλ γεννήθηκε και άνθησε στη Δράμα και βασικό συστατικό αυτού είναι οι άνθρωποι της πόλης.
― Πλησιάζοντας στην έναρξη, έχει ενδιαφέρον και η οπτική ταυτότητα του φετινού φεστιβάλ. Τι δείχνουν οι αφίσες σας;
Τρεις κωδωνοφόρους που συναντάμε με ονομασίες λαογραφικών δρωμένων όπως μπάμπιντεν, μπαμπούγερα κ.ά. Έχουν σχέση με τις ενδυμασίες στη Δράμα και στα γύρω χωριά στις αρχές του χρόνου και συνδέονται με διονυσιακά έθιμα που μέσω της γιορτής και του χορού κάνουν τη γη πιο εύφορη. Για μας έχει συμβολική σημασία, καθώς με τις ταινίες μας ελπίζουμε να γίνει πιο «γόνιμος» και ο τρόπος σκέψης των θεατών. Ήθελα συνειδητά να αναδείξουμε φέτος τον τοπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό επέλεξα τις συγκεκριμένες μορφές, που ανήκουν στα πιο δημοφιλή δραμινά δρώμενα. Κάθε φεστιβάλ ξεχωρίζει χάρη στις ρίζες του και στον τόπο στον οποίο βρίσκεται. Είναι και μια προσπάθεια να νιώσουν οι άνθρωποι της Δράμας ακόμη πιο «δικό τους» το φεστιβάλ.
― Οπότε, όλα έτοιμα;
Πανέτοιμα, και ανυπομονούμε να υποδεχτούμε στη Δράμα το πιο νεανικό φεστιβάλ της χώρας. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι ταινίες είναι προσβάσιμες για όλους και online μέσω της πλατφόρμας μας, εντελώς δωρεάν σε όλη την Ελλάδα.
― Καλό φεστιβάλ, λοιπόν!
Ευχαριστώ.