ΤΟ «BUNKER» ΕΙΝΑΙ το πρώτο σενάριο που έγραψε ειδικά για το σινεμά ο θεατρικός συγγραφέας του «Πατέρα» και του «Γιου» – έργα που επίσης τα σκηνοθέτησε. Ο Φλοριάν Ζελέρ άντλησε, κατά δική του ομολογία, έμπνευση από τα «Μάτια ερμητικά κλειστά», μία από τις ταινίες που θαυμάζει, προσκαλώντας τον Χαβιέρ Μπαρδέμ και την Πενέλοπε Κρουζ να θολώσουν τα όρια της προσωπικής τους χημείας με την προβληματική δυναμική ενός ζευγαριού που βρίσκεται σε κρίση, εξαιτίας ενός ηθικά αμφιλεγόμενου πρότζεκτ. Ο Μιγκέλ Μορένο σκέφτεται πολύ σοβαρά να αναλάβει την κατασκευή ενός πρότυπου καταφυγίου στη Χαβάη, παραγγελιά ενός tech δισεκατομμυριούχου – ο Πολ Ντέινο, σε σύνδεση με zoom.
Η Σοφία, που έχει αποδεχθεί τη μετακόμιση στο Λονδίνο για χάρη του επιτυχημένου, βραβευμένου συζύγου, και μεγαλώνει τα παιδιά τους συνεχίζοντας να δουλεύει ως editor σε αγγλόφωνο εκδοτικό οίκο, θέτει τον Μιγκέλ προ των ιδεαλιστικών ευθυνών του: αφήνοντας πίσω τη ζωή τους στη Μαδρίτη, πίστευε πως η θυσία θα εξαργυρωνόταν σε οραματικά αρχιτεκτονήματα χάριν μιας αισθητικής πρωτοπορίας και κυρίως, του κοινωνικού καλού, σίγουρα όχι για το προσοδοφόρο καπρίτσιο ενός ολιγάρχη. Παράλληλα, ένας γείτονας εκνευρίζει τον Μιγκέλ γιατί κατά τη διάρκεια εργασιών στο διπλανό σπίτι ανοίγει τρύπα στον διαχωριστικό τοίχο με προοπτική να τοποθετήσει παράθυρο με θέα στο σπίτι της οικογένειας, και η Σοφία γοητεύεται από την ευαλωτότητα ενός best selling συγγραφέα που συνοδεύει στην προώθηση του νέου του μυθιστορήματος.
Η γοητεία του «Bunker» κρύβεται στα βλέμματα που ανταλλάσσουν ο Μπαρδέμ με την Κρουζ, και στις εκφράσεις αξιοπρεπούς απογοήτευσης ενός γάμου που κινδυνεύει με κατάρρευση.
Οι τριβές εξυφαίνονται βραδυφλεγώς, με μια αστική ευγένεια, καθώς το ζευγάρι δεν καταδέχεται να υποκύψει στην έλλειψη ψυχραιμίας και στην αμετάκλητη σύγκρουση. Η γοητεία του «Bunker» κρύβεται στα βλέμματα που ανταλλάσσουν ο Μπαρδέμ με την Κρουζ, και στις εκφράσεις αξιοπρεπούς απογοήτευσης ενός γάμου που κινδυνεύει με κατάρρευση. Ο Μιγκέλ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετική πρόκληση – σε όλη του την καριέρα έχει μάθει να οραματίζεται, να είναι ανοιχτός και να βλέπει πέρα από το ιδιωτικό συμφέρον. Η Σοφία έχει στερηθεί πράγματα, έχει συμβιβαστεί και εκλαμβάνει έμμεσα το έργο ως πολλαπλή απειλή για την ίδια αλλά και για την εικόνα του ανθρώπου που ανέκαθεν θαύμαζε.
Αν κάτι έχει συλλάβει πλήρως ο Ζελέρ είναι το δίκιο που τους πνίγει και το tilt στην αρμονία που κάποτε είχαν αβίαστα μέσα από τη γεωγραφία των συναισθημάτων και των σκέψεων στα πρόσωπα του «βασιλικού ζεύγους» της Ισπανίας στην υποκριτική. Διότι στο σύνολό του το σενάριο έχει γνωστοποιήσει από νωρίς τις προθέσεις του και επαναλαμβάνει τον προφανή, συμβολικό συσχετισμό του εγωιστικού bunker με το αδιαπέραστο καταφύγιο/φυλακή της οικογενειακής ζωής των Μορένο, που χάνουν ακόμη και το μίνιμουμ κατανόησης απέναντι στον τραχύ, ντόμπρο γείτονα ο οποίος τους εξηγεί, μάταια, πως θέλει απλώς ένα ξέφωτο για το ανήλιαγο γκαράζ που μετατρέπει με τα χέρια του σε κατοικία – ένας αρχιτέκτονας, τουλάχιστον, θα έπρεπε να το είχε καταλάβει. Με τον «Πατέρα», ο Ζελέρ εξέπληξε όταν έκανε τη μετάβαση από τη θεατρική συγγραφή σε μια έξοχη κινηματογραφική σκηνοθεσία. Έκτοτε, (παρ)ακολουθεί τα σενάριά του, μέχρι το twist πριν από το φινάλε, με σχηματικότητα στην ανάπτυξη.
Σκηνή από την ταινία «Bunker»