Τρούμπα, η «θολή λιμνοθάλασσα του έρωτος»

Στα μπαρ και τα καμπαρέ της μεσοπολεμικής Τρούμπας Facebook Twitter
0


ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ,
γράφει τον Δεκέμβριο του 1929 ο δημοσιογράφος Ιωάννης Αδραμής στην πειραιώτικη εφημερίδα «Νέοι Καιροί», συνέβαινε το αντίθετο από ό,τι με την Αθήνα.

Μόλις το σκοτάδι απλωνόταν επάνω από την πολιτεία, κάθε κίνηση σχεδόν νεκρωνόταν. Τα βαριά ρολά των καταστημάτων κατέβαιναν, τα γραφεία τελείωναν τις εργασίες τους, οι φάμπρικες άφηναν το υστερικό σφύριγμά τους, ειδοποιώντας για το τέλος του ημερομισθίου. Για λιγοστή ώρα πλημμύριζε τους δρόμους ένα ανθρώπινο κύμα που πειθαρχημένα ξεκινούσε με γρήγορα βήματα για το σπίτι. Μετά τις οκτώ, ο Πειραιάς έμοιαζε με πολιτεία σε κατάσταση, θα μπορούσε να πει κανείς, πολιορκίας.

«Αραιοί, πού και πού, διαβάτες, οι καθυστερήσαντες για ένα ποτηράκι, οι παρατείναντες το ραντεβού, οι αργοπορήσαντες με λίγα λόγια – παίρνουν την προς τον οίκον άγουσαν ταχεί τω βήματι. Και στις 9 μία ησυχία πένθιμη, καταθλιπτική, επικάθεται στο επίνειο του άστεως που ολόκληρη ημέρα σφύζει από ζωή και κίνησι. Στο λιμάνι, όμως, θα βρεις ζωή. Μια δεύτερη ζωή, ολωσδιόλου διαφορετική από τον θόρυβον της ημέρας, απαλλαγμένη από συμφέροντα, φωνές, κακό, αντάρα, μια σχεδόν γαληνιαία, ραφιναρισμένη, νυκτερινή ζωή. Αρχίζει, μόλις πάψει η δουλειά».

Τα μπαρ του Πειραιά 

Ο Ιωάννης Αδραμής βούλωσε τη μύτη του, καθώς τον χτύπησε μια ξινίλα, μια μπόχα από σάπιες οπώρες. Ήταν τα «λεμονάδικα» εκεί και, ως γνωστόν, τα εσπεριδοειδή σαπίζουν εύκολα. Η θάλασσα ήταν κοντά, λίγα μόνο μέτρα από τα καταστήματα, και προς αποφυγή περιττών εξόδων, «μπλουμ! στο νερό». Πιο πέρα, «αλητόπαιδες» που κοιμόνταν πάνω στις πλάκες.

Τα «μπαρ» του πειραϊκού λιμανιού ήταν για γερές κράσεις και γερά πορτοφόλια. Ο ρεπόρτερ των «Νέων Καιρών» δυστυχώς ήταν αδύναμος και από τις δύο πλευρές... Πνίγηκε από τον καπνό του μπαρ. Ζαλίστηκε. Βγήκε έξω να συνέλθει.

Έπειτα μπήκε σε ένα μπαρ για κονιάκ, με την επιγραφή «Τζών Μπούλ Μπαρ», καθώς «απόψε ευρίσκονται μερικά αγγλικά καράβια και αναρτήθηκε η υπ’ αριθ. ένα επιγραφή. Αύριο θα καταπλεύσουν αμερικανικά: η υπ’ αριθμόν δύο “Μπάρμπα Σαμ Μπάρ”. Μεθαύριον γαλλικός στόλος: το μπαρ μετατρέπεται επί το γαλλικώτερον. Και ούτω καθ’ εξής».

Ο δημοσιογράφος των «Νέων Καιρών» κάθισε σε μια γωνία, μόνο και μόνο για να αποφύγει το βλέμμα του «την αγελαδιαίων διαστάσεων “καλλίφωνον” που ογκανίζει, όπως και τον ξερακιανόν σαντουρίσταν με το κονισαλέον φράκον».

Το γκαρσόνι αργούσε, καθώς ο ρεπόρτερ που υποδυόταν τον πελάτη ήταν Έλληνας, είχε δραχμές και ήταν ξεμέθυστος, ενώ «τσακίζεται να περιποιηθεί Άγγλους, με λίρας στερλίνας, και το κυριώτερον, μεθυσμένους». Το κονιάκ που τελικά τον σέρβιρε «δεν έχει καμμίαν ουσίαν», καθώς «είναι το κοκκινισμένο νεράκι που επροορίζετο για τους Άγγλους».

Τα «μπαρ» του πειραϊκού λιμανιού ήταν για γερές κράσεις και γερά πορτοφόλια. Ο ρεπόρτερ των «Νέων Καιρών» δυστυχώς ήταν αδύναμος και από τις δύο πλευρές... Πνίγηκε από τον καπνό του μπαρ. Ζαλίστηκε. Βγήκε έξω να συνέλθει.

Στα μπαρ και τα καμπαρέ της μεσοπολεμικής Τρούμπας Facebook Twitter

Τα καμπαρέ της Τρούμπας 

«Τα καμπαρέ του Πειραιώς είναι το μοναδικό καταφύγιο των διαβατάρικων πουλιών του λιμανιού», γράφει ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Πατρίς» Γ. Μπουκουβάλας τον Μάρτιο του 1930.

Μόλις «σκατσάραν» τα καράβια, ένα-ένα, στιβαρά και μελαμψά, πηδούσαν τα ναυτόπουλα της οποιασδήποτε εθνικότητας στις βάρκες, για να βγουν κατόπιν στην προκυμαία. Εκεί τα περίμενε κάποιος «κράχτης» που έσπευδε να τα πληροφορήσει: «Υπάρχουν πρώτης τάξεως κέντρα της χαράς και του έρωτος στην πόλη μας...»

Και βέβαια τα καμπαρέ δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν την ημέρα, ούτε τις πρώτες ώρες της νύχτας. Έπρεπε να περάσουν ώρες και ώρες, να σημάνουν μάλιστα και τα μεσάνυχτα. Δεδομένου δε ότι τα καράβια κατέπλεαν στο λιμάνι πριν από τη δύση του ηλίου, εκείνοι που επέβαιναν σ’ αυτά είχαν ολόκληρες ώρες μπροστά τους μέχρι ν’ ανοίξουν οι πόρτες των καμπαρέ «και να ριχτούν εις το πιοτό, εις τα τρυφερά αγκαλιάσματα της μιας και άλλης σαντέζας».

«Θέλετε ν’ απολαύσετε το σπάνιο θέαμα της διασκεδάσεως όλων των φυλών της γης κάτω από την ίδια στέγη; Δεν έχετε να κάνετε τίποτα άλλο, παρά να εκστρατεύσετε μια νύχτα εις την Τρούμπα του Πειραιώς. Εις τα καμπαρέ της Μαντάμ Αντέλας και του Κρανιδιώτη θ’ απολαύσετε τα πιο παράξενα και τα πιο παράδοξα συμπλέγματα».

Κάθε καρυδιάς καρύδι εκεί έπεφτε. Δηλαδή, τα πληρώματα των ξένων και των ελληνικών καραβιών που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι εκεί έδιναν τα ραντεβού τους τις νύχτες.

Στα μπαρ και τα καμπαρέ της μεσοπολεμικής Τρούμπας Facebook Twitter

«Να, λοιπόν που δεν πρόκειται περί καμπαρέ της συνηθισμένης φόρμας και του περιεχομένου, αίφνης σαν και εκείνα που ξέρουν οι Αθηναίοι και που ονομάζουν “υπογείους παραδείσους”. Από της πλευράς της ποικιλίας του περιεχομένου των αποκτούν ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, που αδικαιολόγητα δεν έχει συγκινήσει μέχρι σήμερα τους κοσμικογράφους των».

Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Πατρίς» διακινδύνευσε το πέρασμα μιας νύχτας ανάμεσα στη χάβρα των καμπαρέ αυτών, στα οποία μιλούσαν περισσότερο τα μάτια και τα χέρια και λιγότερο το στόμα.

Οι γυναίκες των καμπαρέ της Τρούμπας είχαν προσόντα που θεωρούνταν απαραίτητα για την πρόοδο του κέντρου αφενός και την υλική ευδοκίμησή τους αφετέρου. Δεν χρειαζόταν να είναι μόνο παραστρατημένες, ωραίες, «μαργιόλες και μαγκιόρες». Έπρεπε προπάντων να γνωρίζουν «τσάτρα πάτρα» όλες τις γλώσσες του κόσμου!

«Η σαντέζα της Τρούμπας ποτέ δεν παρασύρεται εις τα ρηχά νερά. Άμα θα βρει την κατάλληλη ευκαιρία, θα κάμει μια και καλή βουτιά και θα παρασύρει μέχρι τον πάτο της λιμνοθάλασσας με τα θολά νερά των παθών, το σκλάβο των ματιών ή του κορμιού της».

Οι Εγγλέζοι, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Μαροκινοί, όσοι περνούσαν, έστω για μια νύχτα, για μια ώρα, για ένα λεπτό από τα καμπαρέ της Τρούμπας, είχαν να πουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το κορίτσι που γνώρισαν.

Η τζαζ οργίαζε μέσα στο πρώτο καμπαρέ 

Στα μπαρ και τα καμπαρέ της μεσοπολεμικής Τρούμπας Facebook Twitter

Πλησίαζαν πια μεσάνυχτα και το γλέντι στην Τρούμπα είχε κορυφωθεί. Η τζαζ οργίαζε μέσα στο πρώτο καμπαρέ που συνάντησε ο ρεπόρτερ της «Πατρίδος». Αλλά και τα λιγωμένα γέλια και τα ξεφωνητά αναστάτωναν τα πάντα. Δυο-τρία παραπατήματα έξω απ’ την πόρτα και έπειτα μια «βιαία εισόρμησις εις τον επίγειον παράδεισον».

Μέσα, η θολή ατμόσφαιρα σκότιζε πιο πολύ το κεφάλι των παιδιών και θόλωνε απελπιστικά τα μάτια τους. Ζητούσαν ένα, οποιοδήποτε, αποκούμπι και το έβρισκαν. Ήταν οι αγκαλιές της Ντόλυ, της Μαίρης και της Φιφής.

«Χρυσό μου, τι μου γίνεσαι;» Και η απάντηση ήταν ένας παρατεταμένος αναστεναγμός! 

«Αυτό αρκεί για να πεισθεί η παμπόνηρη σαντέζα ότι έχει στην αγκαλιά της ένα “ψημάρι” πρώτης τάξεως. Αρχίζουν τότε παράφοροι εναγκαλισμοί και βροχή, κατακλυσμός, θύελλα… φιλιών. Κατεποντίσθη το θαλασσοπούλι εις την θολήν λιμνοθάλασσαν του έρωτος. Την ιδία και χειρότερη τύχη βρίσκουν και οι σύντροφοί του.

Οι γυναίκες βάζουν τα δυνατά τους να φανούν αντάξιες της αποστολής των. Άλλωστε η μαντάμ Αντέλλα από τον πάγκο παρακολουθεί αγρύπνως κάθε κίνησι. Είναι ένα σωστό μεγαθήριο που σε κατατρομάζει η ματιά και το απροσδιόριστο πάχος της. Κρατάει όλα τα νήματα των οργιαστικών γυναικών, τας οποίας κινεί κατά βούλησιν».

Η περιπόθητη παραγγελία δεν αργούσε να δοθεί από έναν της παρέας και να συμπληρωθεί από τους άλλους: «Γκαρσόν, σαμπάνια φέρε μας... Σαμπάνια; Σαμπάνιες... μπουκάλες αράδα!»

Φεγγοβολούσαν τα μάτια των γυναικών από ευχαρίστηση και συνέχιζαν τους ερωτικούς διαξιφισμούς. Έτσι περνούσε η ώρα μέχρι το πρωί.

Εκεί κατά τις τρεις το πρωί αποχωρούσαν πρώτες οι Γερμανίδες, γυναίκες της ορχήστρας. «Έπειτα μια-μια οι αμαρτωλές γυναίκες, πότε με φίλους των και πότε μονάχες των. Πάντως εις τις τέσσερες δεν υπάρχει κανένα θηλυκό».

Οι απάτες της νύχτας διαλύονταν απ’ τα μυαλά των πελατών και το φάσμα της σκληρής, της αδυσώπητης πραγματικότητας πρόβαλλε μπροστά τους. Όταν έβγαινε ο ήλιος και οι καπνοί άρχιζαν να διαλύονται απ’ το κεφάλι τους, τα ναυτόπουλα ανασήκωναν το κεφάλι από το τραπέζι, όπου βρίσκονταν μπρούμυτα πεσμένα τις ώρες της κραιπάλης, και δεν έβλεπαν ούτε ίχνος γυναίκας γύρω τους. Η αποστολή τους είχε λήξει μέχρι την εξόφληση του λογαριασμού. Ωστόσο, είχαν γλεντήσει κι αυτό τους ευχαριστούσε και τους ικανοποιούσε.

«Αλλά και οι ξένοι ναυτικοί δεν πάνε πίσω. Αυτοί γίνονται “τάπα” απ' το μεθύσι. Πολλές φορές μάλιστα, για να πιουν και να φιλήσουν τα πυρά χείλη μιας σαντέζας, πουλούν τα σακάκια και τα παπούτσια των. Δεν θα ήτανε καμμία υπερβολή αν λέγαμε ότι εάν υπάρχουν κέντρα που τρέχει ο χρυσός και ο άργυρος αφειδώς, αυτά είναι τα καμπαρέ του Πειραιώς...».

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τρούμπα: Ιστορίες του λιμανιού

Ιστορία μιας πόλης / Τρούμπα: Ιστορίες του λιμανιού

H Αγιάτη Μπενάρδου μιλά με τον Βασίλη Πισιμίση, ιδιοκτήτη παλαιοβιβλιοπωλείου στο Κερατσίνι και συγγραφέα του βιβλίου «Τρούμπα, Βούρλα, Λιμάνι - Χώρος και μνήμη του πειραϊκού περιθωρίου στον 20ό αιώνα», για τη σεξεργασία στην Τρούμπα.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ιστορίες περιθωρίου και σεξεργασίας στην Τρούμπα και τα Βούρλα

Βιβλίο / Ιστορίες περιθωρίου και σεξεργασίας στην Τρούμπα και τα Βούρλα

Το νέο βιβλίο του Βασίλη Πισιμίση είναι μια ιστορική καταγραφή της «ιερής πορνείας» και των ανθρώπων που τη διαχειρίζονταν στις περιοχές του Πειραιά, με συγκλονιστικές αφηγήσεις και ντοκουμέντα.
M. HULOT
«Ο πρώτος ήταν ένας χαμάλης»: Μια πόρνη του 1935 στα Βούρλα της Δραπετσώνας, αφηγείται τη ζωή της

Ελλάδα / «Ο πρώτος ήταν ένας χαμάλης»: Μια πόρνη του 1935 στα Βούρλα της Δραπετσώνας, αφηγείται τη ζωή της

Mια αποκαλυπτική συνέντευξη που πήρε ένας Γάλλος δημοσιογράφος το 1935 από μια πόρνη της περιβόητης συνοικίας Βούρλα της Δραπετσώνας για το περιοδικό Voila
ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΣΙΤΑΡΑ
Μια νύχτα με τους κοκαϊνομανείς της Δραπετσώνας

Μεσοπόλεμος / Μια νύχτα με τους κοκαϊνομανείς της Δραπετσώνας

Τον Αύγουστο του 1927, ο δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης, που πρώτα ζούσε και μετά έγραφε, κατόρθωσε, παρέα με τον σκιτσογράφο Κλεόβουλο Κλώνη, να περάσει μια νύχτα σε ένα κοκαϊνοποτείο της Δραπετσώνας.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Tρούμπα: Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ / Tρούμπα: Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια

Η LIFO κατεβαίνει στην πιο αμαρτωλή περιοχή του Λεκανοπεδίου και μιλά με νοσταλγούς και ναύτες για την αληθινή ένταση, τα περιστατικά και τους ήρωες εκείνου του λάγνου γκέτο, που τώρα φυτοζωεί.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ
Εν μέσω των γυναικών της αμαρτίας. Μια επίσκεψη στα Βούρλα τον Φλεβάρη του 1936

Μεσοπόλεμος / Εν μέσω των γυναικών της αμαρτίας. Μια επίσκεψη στα Βούρλα τον Φλεβάρη του 1936

Η συγγραφέας, δημοσιογράφος και φεμινίστρια Λιλίκα Νάκου επισκέφθηκε το –υπό κρατική διαχείριση– πορνείο των Βούρλων τον Φλεβάρη του 1936, συνομίλησε με τις «γυναίκες της αμαρτίας» και μετέφερε τις εντυπώσεις της.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τώρα είναι μια συνοικία γεμάτη πρόοδο και ζωή

Μεσοπόλεμος / «Ο οικοδομικός οργασμός ήλλαξε διά μιας την όψιν της Κυψέλης»

Ο Κανάρης δεν υπήρξε μόνο ένας από τους πρώτους Έλληνες «βομβιστές» (ως διάσημος, ξακουστός μπουρλοτιέρης) αλλά και το πρώτο σύμβολο κυψελιώτικου χιπστερισμού στη μεσοπολεμική του εκδοχή.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Στάση στην Ιερά Οδό για να ζητήσεις την εύνοια της Αφροδίτης και του Έρωτα

Ιστορία μιας πόλης / Στάση στην Ιερά Οδό για να ζητήσεις την εύνοια της Αφροδίτης και του Έρωτα

Το Ιερό της Αφροδίτης μεταξύ Αθήνας και Ελευσίνας υπήρξε τόπος στάσης και λατρείας των ταξιδιωτών προς την Ελευσίνα. Η αρχαιολόγος Ευσταθία (Έφη) Ανέστη παρουσιάζει την ιστορία, τα ευρήματα και τη σημασία ενός από τα πιο ξεχωριστά αλλά λιγότερο γνωστά ιερά της αρχαίας Αττικής.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ταυρομαχίες για πατριωτικούς σκοπούς

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ / «Ο Ισπανός, χάρις στο θέαμα της ταυρομαχίας, συνήθισε το αίμα»

Ο πολεμικός απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» παρακολούθησε «ένα θέαμα με μεγαλοπρέπεια μεσαιωνική, ένα θέαμα κτηνώδες» ενώ βροντούσαν τα κανόνια του Ισπανικού Εμφυλίου.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Στo «Σωτηρία» ζητούσαν θεραπεία οι φυματικοί της πόλης

Ιστορία μιας πόλης / Στo «Σωτηρία» ζητούσαν θεραπεία οι φυματικοί της πόλης

Το νοσοκομείο «Η Σωτηρία» υπήρξε για περισσότερο από έναν αιώνα σύμβολο του αγώνα κατά της φυματίωσης. Σήμερα, το ομώνυμο μουσείο διατηρεί ζωντανή αυτή την ιστορία μέσα από αντικείμενα, αρχεία και μαρτυρίες. Μαζί με την ιστορικό και μουσειολόγο Ασημίνα Γρηγορίου ανακαλύπτουμε την ιδιαίτερη κληρονομιά του.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Μεσοπόλεμος / «Θα πετάξετε εάν θέλετε, υπό τον όρον ν’ αποσιωπήσετε ό,τι δείτε»

Ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» στον Ισπανικό Εμφύλιο πέταξε πάνω από τη Μαδρίτη και το Εσκορεάλ με αεροπλάνο των εθνικιστών. «Διανύσαμε 230 χιλιόμετρα. Ο αεροπόρος μού είπε ότι δεν μας έρριξαν από κάτω. Ο Θεός κι η ψυχή του».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Πώς οι αποικίες των Μεγαρέων άλλαξαν τον αρχαίο κόσμο;

Ιστορία μιας πόλης / Ο αποικίες των Μεγαρέων άλλαξαν τον αρχαίο κόσμο

Οι νέες πόλεις που ίδρυσαν οι Μεγαρείς στη Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο δημιούργησαν ένα πυκνό δίκτυο, μοναδικό στην ελληνική αρχαιότητα. Οι αρχαιολόγοι Ειρήνη Σβανά και Λουκάς Ζώνας μιλούν για τον αποικισμό, την εξάπλωση του ελληνικού στοιχείου και τη σχέση των νέων κοινοτήτων με τη μητρόπολη.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Τώρα ο πατέρας πολεμά τα παιδιά του. Ίσως να σκότωσε και κανένα»

Μεσοπόλεμος / «Τώρα ο πατέρας πολεμά τα παιδιά του. Ίσως να σκότωσε και κανένα»

Ο πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» περιγράφει τις εντυπώσεις του από τον Ισπανικό Εμφύλιο, από τα ερείπια του Ρεταμάρες και την Ημέρα του Πεζικού στο Τολέδο.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Ξερολιθιές, νεράιδες, ανεμόμυλοι: Αυτή είναι η ιστορία της Νάξου

Ιστορία μιας πόλης / Ξερολιθιές, νεράιδες, ανεμόμυλοι: Αυτή είναι η ιστορία της Νάξου

Ο επίκουρος καθηγητής Μουσειολογίας Στέλιος Λεκάκης μιλά για το παρελθόν του νησιού, και τον τρόπο με τον οποίο τα υλικά μνημεία συνδέονται με την προφορική και την άυλη κληρονομιά.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ένας Έλληνας ρεπόρτερ στον Ισπανικό Εμφύλιο

Μεσοπόλεμος / «Παντού καταστροφή και θάνατος». Ένας Έλληνας ρεπόρτερ στον Ισπανικό Εμφύλιο

Ο πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» περιγράφει τις εντυπώσεις του από τα γαλλοϊσπανικά σύνορα μέχρι τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, όπου είδε να χύνεται «άφθονο αίμα, κρουνούς που ρέουν ατελείωτοι».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ