ΣΤΙΣ 9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1936 ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» στον Ισπανικό Εμφύλιο, Αριστείδης Αγγελόπουλος, σχεδίαζε να επισκεφθεί το Ποθουέλο, ένα μικρό χωριουδάκι νοτιοδυτικά της Κάζα ντε Κάμπο. Θα ξεκινούσε από τη βίλα του Καμπανέλας, στο Καραμπαντσέλ, όπου και διανυκτέρευσε.
Όταν πριν από δυο μέρες είχε περάσει, πηγαίνοντας προς το Καραμπαντσέλ, ο δημόσιος δρόμος Τολέδο - Μαδρίτης ήταν ανέπαφος. Εκείνη όμως την ημέρα, στην επιστροφή τους προς το Χετάφε, είχε καταστραφεί σ’ ένα σημείο από βομβαρδισμό «ερυθρών αεροπλάνων».
Είχαν κλείσει τον δρόμο, τοποθετώντας δυο σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα, σαν κι αυτά που συναντούσε κανείς κατ’ εκατοντάδες δίπλα σ’ όλους τους δρόμους της Ισπανίας, και έτσι αναγκάστηκαν να λοξοδρομήσουν από τα χωράφια για μια απόσταση ίσαμε πεντακόσια μέτρα.
Στο αυτοκίνητο, εκτός από τον Αριστείδη Αγγελόπουλο, ήταν ένας Ισπανός και ένας Άγγλος συνάδελφός του, ο ταγματάρχης-συνοδός τους και ο σοφέρ. Στο Χετάφε ο ταγματάρχης-συνοδός τους πήγε στο στρατηγείο για να ανακοινώσει ότι θα έφευγαν για το Ποθουέλο.
Εκείνη τη βραδιά «οι ερυθροί» είχαν επιτεθεί γερά για να προλάβουν την αποφασισθείσα γενική επίθεση των εθνικιστών. Το κανονίδι έφθανε ως εκεί και συχνά η πόρτα του μπαρ άνοιγε για να μπουν βιαστικά αγγελιαφόροι μοτοσικλετιστές με κράνη που έσταζαν νερό και λασπωμένα πέτσινα αδιάβροχα.
«Έχουμε το μισό χωριό», τους είπε επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο. «Η μάχη γίνεται από τα σπίτια και ιδίως στο νεκροταφείο. Σήμερα άρχισε καινούργια επίθεση. Το στρατηγείο δεν επιτρέπει να πλησιάσουμε. Το βράδυ που θα μάθουμε τα αποτελέσματα της επίθεσης κανονίζουμε την εκδρομή μας γι’ αύριο».
Το ανακοινωθέν εκείνης της βραδιάς έλεγε: «Επίθεσις των ερυθρών εις τον τομέα του Ποθουέλο απεκρούσθη με σοβαράς απωλείας...»
Στο Ρεταμάρες
Ο πολεμικός ανταποκριτής της «Ακροπόλεως» δεν είδε το Ποθουέλο. Περάσανε κείνη την ημέρα στο Ρεταμάρες, όπου το κρύο είχε παγώσει τη μοναδική πηγή του χωριού.
«Τα σπίτια μύριζαν ακόμη την μυρωδιά των καπνών. Οι βομβαρδισμοί από του αέρος αφήκαν τα πιο περίεργα σημάδια. Έβλεπες μια γραμμή φτωχόσπιτα γερά και στη μέση ένα κατεστραμμένο με μια τεράστια τρύπα στα κεραμίδια. Άλλα φτωχόσπιτα είχαν λεηλατηθή αγρίως και παρέμεναν ανοιχτά κι’ έρημα, χωρίς κανείς να τολμά να τα ερευνήση. Ήσαν σπίτια κομμουνιστών που έφυγαν οικογενειακώς λίγες ώρες προ της καταλήψεως του χωριού, σηκώνοντας ό,τι μπορούσαν. Στους περισσοτέρους δρόμους είδαμε σκαμμένα προχώματα που τα εστέγασαν κατόπιν και τα χρησιμοποίησαν οι χωρικοί για καταφύγια κατά τη διάρκεια των τραγικών στιγμών του εναερίου βομβαρδισμού».
Ο Ισπανός συνάδελφος του Αριστείδη Αγγελόπουλου έπαιρνε διάφορες φωτογραφίες. Σε μια στιγμή, ενώ ακουμπούσε την πλάτη του στην πόρτα μιας τρώγλης, σημαδεύοντας με τον φωτογραφικό φακό την απέναντι οικοδομή, ριγμένη σε περίεργα συμπλέγματα καμένων μαδεριών, η πόρτα της τρώγλης γκρεμίστηκε υπό το βάρος του σώματός του και ο συνάδελφός του έπεσε ανάσκελα επάνω της. Τρέξανε να τον σηκώσουν. Συγχρόνως, μέσα από τη μισογκρεμισμένη τρώγλη, ερχόταν μια φτωχά ντυμένη γυναίκα. Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα βρόμικο μωρουδάκι.
«Ευτυχώς ο Ισπανός συνάδελφος δεν ετσάκισε το κεφάλι του και αφού επήρε την φωτογραφία ζητεί από την γυναίκα εκείνη μερικές πληροφορίες. Μαθαίνουμε ότι έχει άντρα και δυο άλλα παιδιά δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων. Τα παιδιά της πολεμούν στη Μαδρίτη με τους κομμουνιστάς. Ο πατέρας έμεινε στο χωριό κι’ όταν οι εθνικισταί το κατέλαβαν ξεκίνησε μαζί των. Και πολεμά τώρα κι’ αυτός απέναντι στα παιδιά του. Ίσως να σκότωσε κανένα, αν δεν έπεσε νεκρός από τα βόλια των...
Τέτοιες μυθιστορηματικές τραγωδίες είναι το απλούστερο θέαμα του πολέμου αυτού. Βρίσκεις παρόμοιες σε κάθε σου βήμα. Σου αφηγούνται άλλες με την απλότητα ενός μικρού ανεκδότου...
Προχωρούμε στην εκκλησιά. Δεν την είχαν κάψει οι αριστεροί. Την εχρησιμοποίησαν ως την τελευταία στιγμή για να στεγάσουν τους πρόσφυγες των διπλανών εμπόλεμων χωριών. Στο εσωτερικό βλέπεις ακόμη μερικά στρώματα ξεκοιλιασμένα. Εκεί εκοιμούντο».
Από τις εικόνες, τα άγια τραπέζια και τους άμβωνες δεν είχε μείνει τίποτε όρθιο. Το σκέπαρνι τα είχε γκρεμίσει όλα. Έξω από την εκκλησιά έβρισκε κανείς τα υπολείμματά τους.
«Τρεις γυναικούλες στα μαύρα ντυμένες κλαίνε δίπλα σ’ ένα κασσόνι γεμάτο κάρες σκελετωμένες και κόκκαλα. Τα μάζεψαν από τις διάφορες γωνιές. Ανήκουν σε παπάδες και καλογρηές του χωριού.
Κάτω από την μικρή ελικοειδή κλίμακα ενός άμβωνος, το σκέπαρνι απεκάλυψε μια μυστική πόρτα που οδηγεί στα υπόγεια διαμερίσματα της εκκλησιάς. Εκεί εφύλαγαν τους σκελετούς. Τώρα δεν μπορείς να πλησιάσης το άνοιγμα της πόρτας. Σε συνεπαίρνει αμέσως μια δυσοσμία φρικώδης. Είναι γεμάτα πτώματα τα υπόγεια».
Ο Ισπανός δημοσιογράφος, που έχει ξαναπεράσει απ’ εδώ, του εξηγεί: «Κάτω στα υπόγεια οι ερυθροί εσκότωσαν τους ομήρους τους. Τους άφησαν άταφους. Όταν οι εθνικιστές κατέλαβαν αιφνιδιαστικά το χωριό τούτο, οι χωρικοί δεν πρόφτασαν να φύγουν. Εδώ μέσα στην εκκλησιά συνελήφθησαν οι πρόσφυγες των άλλων χωριών. Τους υπεχρέωσαν αμέσως να κατέβουν κι’ αυτοί στα υπόγεια, ενώ η αποσύνθεση των πτωμάτων είχε αρχίσει. Και τους εξετέλεσαν, για τιμωρία, επάνω στα ίδια πτώματα των ομήρων…»
Στο χωριό ερημιά. Πού και πού συναντούσαν καμιά γυναικούλα να κουβαλά νερό. «Τι τρώνε;»
Ο Ισπανός σήκωσε τους ώμους του. «Πώς να ξέρω. Θα έχουν προμήθειες…» Μπήκανε στο μοναδικό μπακάλικο του χωριού. Ο καταστηματάρχης τούς υποδέχτηκε ευγενικά. «Τι θα μας δώσεις να φάμε;» ρώτησε ο ταγματάρχης. «Ό,τι βλέπετε». Γύρω τα ράφια ήταν κενά. Στους πάγκους μια σπασμένη ζυγαριά. Τίποτε άλλο. «Περιμένω να μου φέρουν κονσέρβες από το Τολέδο», τους είπε ο μπακάλης.
Γυρίσανε νωρίς στο Τολέδο, πεινασμένοι. Και εκεί το πρόβλημα της στέγης και του στομαχιού παρέμενε βέβαια άλυτο.
«Μπορείς όμως να κουτσοφας σάντουϊτς και σαλαμικά. Και να διασκεδάσης λίγο την ανία του μετώπου, καθώς ανακατεύεσαι στους στενούς δρόμους του με τις εκατοντάδες των περιπατητών. Βαβυλωνία σωστή φυλών και ανθρώπων. Μαροκηνοί, αράπηδες, Γερμανοί, Ιταλοί, και Ισπανοί. Σε σκουντούν, σε πατάνε. Σουλατσάρουν πάνω-κάτω με τραγούδια, πειράζουν μικρές και μεγάλες σπανιόλες. Γίνεται του κουτρούλη το πανηγύρι χωρίς την παραμικρή παρεξήγηση. Ποιος τολμά να παρεξηγηθή γιατί ένας πολεμιστής πείραξε στο δρόμο έστω την αδελφή του ή την γυναίκα του; Πολεμιστής είναι. Αύριο ίσως τον φάνε τα βόλια...»
Η γιορτή της Ινφαντερίας
Πολλοί δημοσιογράφοι ξενύχτησαν στο Τολέδο για να δουν το πρωί της επομένης τη γιορτή της Ινφαντερίας (Ημέρα του Πεζικού), στην οποία έλαβαν μέρος όλα τα εφεδρικά στρατεύματα των γύρω μετώπων. «Είχαν συγκεντρωθή από βραδύς οι φαντάροι στο Τολέδο και καθώς η πόλη ήταν μικρή, στενόχωρη και μισοκατεστραμμένη, οι περισσότεροι πέρασαν τη βροχερή εκείνη βραδιά στο πόδι. Ευτυχώς τα καφέ-μπαρ ήταν ανοιχτά και το Τολέδο διέθετε πέντε εξ’ απ’ αυτά. Μέσα εκεί κοσμοπλημμύρα. Γκέτες, δίχωχα, πιστόλια δίπλα στους καφέδες, ντουφέκια κρεμασμένα στις καρέκλες και Βαβυλωνία γλωσσών».
«Οι περισσότεροι έπαιζαν ντόμινο. Γινόταν μάχη σωστή και μέσα, καθώς κτυπούσαν με μανία τα κόκκαλα, παρατάσσοντάς τα το ένα δίπλα στ’ άλλο για να τ’ ανακατέψουν σε λίγο και να τα παραμερίσουν, προκειμένου να μεταβληθή το μάρμαρο του τραπεζιού σε χάρτη των πολεμικών επιχειρήσεων της Μαδρίτης. Τότε άρχιζε ζωηρά συζήτηση, ενώ τα γκαρσόνια ξελαρυγγιάζονταν παραγγέλλοντας “καφέ-κόν-λέτσες” (καφέ με γάλα) ή “κούνα αραγχάτας” (πορτοκαλάδα) και οι φαντάροι αναποδογύριζαν με τις φαρδιές μπέρτες τους τις καρέκλες καθώς περνούσαν τους στενούς διαδρόμους των τραπεζιών, για να κάτσουν στο βάθος του μπαρ». Εκεί «υπάρχει σκηνή, και ορχήστρα, και σπανιόλες κοντοστρούμπουλες που τραγουδούν παθητικά και χορεύουν πεταχτά πάσο-ντόμπλε τσακίζοντας την κοιλιά των».
«Ω, μάμα μία! Ω, μάμα μία!», άκουγε ο Αριστείδης Αγγελόπουλος να φωνάζουν. Ο στρατός διασκέδαζε κι η κατανάλωση πήγαινε πρίμα. Στο ψηλό τεζάκι οι μηχανές παρασκευής καφέ σφύριζαν και πετούσαν σύννεφα καπνού, που ανακατεύονταν με τους άλλους καπνούς των τσιγάρων. Η πόρτα ανοιγόκλεινε στενάζοντας αδιάκοπα κι οι αρβύλες κροτάλιζαν τα λείψανα γαρίδων που είχαν στρώσει το πάτωμα.
«Δεν ξέρω αν θα μπορούσατε να σταθήτε σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον έστω και μια στιγμή. Εγώ πάντως βρήκα ότι το κράμμα αυτό του καφενείου, μπαρ, ταβέρνας, ταραντέλλας και καμπαρέ, εάν δεν είναι επιτυχές, είναι πάντως επικερδές...»
Εκείνη τη βραδιά «οι ερυθροί» είχαν επιτεθεί γερά για να προλάβουν την αποφασισθείσα γενική επίθεση των εθνικιστών. Το κανονίδι έφθανε ως εκεί και συχνά η πόρτα του μπαρ άνοιγε για να μπουν βιαστικά αγγελιαφόροι μοτοσικλετιστές με κράνη που έσταζαν νερό και λασπωμένα πέτσινα αδιάβροχα. Έπιναν έναν καφέ στο πόδι και ξεκινούσαν πάλι στη βροχή. Έναν-δυο που ρώτησε ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» για την πορεία της μάχης δεν ήξεραν τίποτε.
«Συνεχίζεται ακόμη στο Ποθουέλο», του έλεγαν.
Έμεινε όλη τη νύχτα σχεδόν στο μπαρ. Τα φώτα της πόλης είχαν σβήσει από τις δέκα, προς αποφυγήν αεροπορικών επιθέσεων, και το καφέ-μπαρ κατέβασε τα σιδερένια ρολά του, γεμάτα τρυπήματα από τα βόλια. Τα περισσότερα παράθυρά του ήταν καρφωμένα με σανίδες. Δεν υπήρχε τζάμι γερό. Οι σφαίρες είχαν τρυπήσει και τους καθρέπτες ακόμη του μαγαζιού.
Πού να πήγαινε όμως, τη στιγμή που τα ξενοδοχεία είχαν επιταχθεί από τους στρατιωτικούς; Ούτε στον διάδρομο του δημαρχείου μπορούσε να μείνει, γιατί το είχαν καταλάβει οι πρόσφυγες των σπιτιών που κατεστράφησαν. Έμεινε αναγκαστικά στο μπαρ και κάθισε σ’ ένα τραπέζι συντροφιά με έναν Ιρλανδό δημοσιογράφο και παλιό αξιωματικό, έναν Ισπανό, επίσης συνάδελφό του, κι έναν Άγγλο αποσπασμένο στο ισπανικό στράτευμα για εκπαιδευτικούς λόγους.
«Την άλλη μέρα το πρωί ομάδες-ομάδες οι στρατιώται, τέρτσιοι, φαλαγγίται, εθελονταί, λεγεωνάριοι, ρεκέτες, μοναρχικοί, καρλισταί, Ιρλανδοί, παρετάχθησαν στην απέραντη αίθουσα της μητροπόλεως του Τολέδου. Μέσα στην εκκλησία με τα όπλα και τα πιστόλια άκουσαν την δοξολογία και μετά τους ψαλμούς, τη συνοδεία αρμονίου, έψαλλαν κι αυτοί τον επαναστατικό ύμνο. Ήταν η εορτή της Ινφαντερίας αυτή. Και ξεκίνησαν αμέσως για τους διαφόρους τομείς του μετώπου...»