«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ και ο αδιάκοπος κρότος του κανονιού στα τέσσαρα σημεία του αχανούς ισπανικού κράτους έχουν καταπνίξει του κόσμου τα φρικτά δράματα, που εδημιούργησε και δημιουργεί καθημερινώς στην εσωτερική κοινωνική ζωή της μαρτυρικής χώρας η σημερινή χαώδης κατάστασις.
Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, οι παραλίες και οι προθάλαμοι των νοσοκομείων σάς δίνουν τις εικόνες της πιο βαθειάς ανθρώπινης δυστυχίας. Κάθε άνθρωπος που σκουντάτε για να περάσετε είναι κι ένα δράμα. Κάθε γυναίκα και μια τραγωδία».
Η πολυήμερη αναγκαστική διαμονή του πολεμικού ανταποκριτή της εφημερίδας «Ακρόπολις», Αριστείδη Αγγελόπουλου, τον Δεκέμβριο του 1936 στα σύνορα Γαλλίας-Ισπανίας, όπου ανέμενε την έγκριση της κυβερνήσεως του Μπούργος (σ.σ.: έδρα της εθνικιστικής κυβέρνησης του Φράνκο) για να πάει στο μέτωπο, του έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι μάρτυρες της δυστυχίας των Ισπανών ήταν οι φύλακες στους συνοριακούς σταθμούς.
Στα σύνορα ξεσπούσαν όλες οι κοινωνικές τραγωδίες του εσωτερικού. Φυγάδες, καταδιωκόμενοι απηνώς από τους αντιπάλους, πρόσφυγες που έχασαν σπίτια και προστάτες, εκεί κατέληγαν για να σωθούν. Οι Γάλλοι φιλάνθρωποι καθημερινώς πραγματοποιούσαν εράνους σε χρήμα και σε είδη για να βοηθήσουν τους δυστυχείς συνανθρώπους τους.
«Μαδρίτη θα πει σήμερα καμίνι όπου ψήνονται και παγώνουν μαζί, όπου σκοτώνονται δεξιά κι αριστερά, χωρίς διάκριση, άτομα και σύνολα, υπεύθυνοι και ανίδεοι. Σκοτώνονται κι ο αριθμός των νεκρών είναι ανυπολόγιστος κι ανεξακρίβωτος. Το αίμα έχει μια μονάχα αξία εδώ: τη διαπίστωση του θανάτου».
Από εκεί, ο ανταποκριτής της «Ακροπόλεως» μπήκε στην Ισπανία μια βροχερή νύχτα. Οι Γάλλοι τελωνοφύλακες, παρά την έγκριση της κυβέρνησης του Μπούργος που είχε μαζί του, θεώρησαν καλό να τον προειδοποιήσουν να είναι προσεκτικός
Στη Σαλαμάνκα
«Παντού καταστροφή, ερείπια, θάνατος. Σ’ ολόκληρη την Ισπανία. Το δρεπάνι του χάρου θερίζει αλύπητα κεφάλια, χέρια, πόδια χωρίς διακοπή και διάκριση, και η γη, είτε χωράφι είναι, είτε δρόμος, ή βουνό χιονισμένο ή ειδυλλιακό τοπίο, καλύβα ή μέγαρο, ποτίζεται με άφθονο αίμα, κρουνούς που ρέουν ατελείωτοι, των ανθρώπων που αλληλεξοντώνονται. Τι να περιγράψουν από την κόλαση αυτή τα ολιγόλεξα τηλεγραφήματα των απεσταλμένων και τα σύντομα ανακοινωθέντα των στρατηγείων; Αφήνουν τόσες αμφιβολίες τα δεύτερα. Αναφέρουν αριθμούς νεκρών και τραυματιών, αναφέρονται εις μάχας και βομβαρδισμούς και ανατινάξεις και φοβερές συγκρούσεις, αλλά με τέτοιο τρόπο, που κάνει τον καθένα να διερωτάται: είναι αληθινά αυτά;»
Όταν, τον Δεκέμβριο του 1936, ο Αριστείδης Αγγελόπουλος έφτασε στη Μαδρίτη, δεν του απέμεινε καμιά αμφιβολία. Στην πρωτεύουσα των εθνικιστών, την ιστορική Σαλαμάνκα, πιο πέρα στα δημοσιογραφικά ορμητήρια των απεσταλμένων, την Ταλαβέρα ντε λα Ρέινα και το Τολέδο, είχε κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται σε περιοχές πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά η φρίκη του πολέμου δεν διαγραφόταν έντονη στα μάτια του επισκέπτη. Τα κοράκια είχαν καθαρίσει και το τελευταίο κομμάτι από τα πτώματα που δεν είχαν προλάβει τα συνεργεία να μαζέψουν και η ζωή στα ερείπια είχε κάποια επιφανειακή γαλήνη, μια όψη ρυθμού ζωής.
Χρειάστηκε να προχωρήσει πιο πολύ, βαθιά στις πρώτες ζώνες του πυρός. Να περάσει γέφυρες γκρεμισμένες, χωριά ισοπεδωμένα από το κανόνι και τη δυναμίτιδα. Χρειάστηκε να μπει σε πολεμικά στρατηγεία και καταυλισμούς στρατιωτών, να φτάσει τέλος στο μέτωπο, που το μάτι δεν έβλεπε τίποτε άλλο από ερημιά, ενώ το αυτί δονούνταν αδιάκοπα.
Στα γύρω μέτωπα έμεινε δέκα μέρες. Κόντεψε να συνηθίσει τη φρικτή ζωή του χαρακώματος, την αποπνικτική ατμόσφαιρα του καπνού, του κρότου και της φωτιάς που βασίλευε στην «Πανεπιστημιακή πόλη». Μέσα σε εκείνη την κόλαση, ο πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» έχασε πια την αίσθηση του κινδύνου, γιατί δεν ήξερε από πού να φυλαχτεί. Έζησε εκεί ώρες ατέλειωτες, χωμένος στα τσουβάλια και τα χώματα μαζί με τους περίφημους λεγεωνάριους, «τους Μαροκηνούς, κάθε καρυδιάς καρύδι κι ανεμομάζωμα όλης της γης». Και κατάλαβε, «αυτές τις στιγμές που το κανόνι και το μουσκέτο βουίζει στ’ αυτιά σου, ενώ ο καπνός σού πνίγει το λαιμό και σου θολώνει το μάτι, πόσο μακρυά είναι αυτοί που φιλολογούν και παίζουν εκ του ασφαλούς με την ζωή των ανθρώπων αυτών».
Μια εκτέλεση κομμουνιστών αιχμαλώτων
Όλα τα μικρά δείγματα τραγωδιών που ο Αριστείδης Αγγελόπουλος συναντούσε κάθε στιγμή κι όλο εκείνο το σύρε κι έλα των αυτοκινήτων με τους φαντάρους, οι παρελάσεις, ο πολεμικός πυρετός, κι ύστερα η αβάστακτη ζωή του μετώπου, του γεννούσαν ερωτήματα.
«Τί γίνεται στη Μαδρίτη; Σκοτώνουν αληθινά; Είναι έτσι όπως μας τα παριστάνουν; Γιατί; Ως πού θα πάει αυτό το κακό;».
Για πρώτη φορά όμως εκείνα τα ερωτήματα ζωντάνεψαν στη σκέψη του το δειλινό της 6ης Δεκεμβρίου του 1936.
Κάποιος φίλος του Ισπανός αξιωματικός τούς πήρε, μαζί με έναν Άγγλο συνάδελφό του, για να τους οδηγήσει πίσω από ένα κατεστραμμένο εργοστάσιο υφαντουργίας στο Γιούνκος, χωριό χτισμένο γύρω από τον δρόμο Τολέδο-Μαδρίτης, δεκαπέντε χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα. Επρόκειτο, τους είπε, να δούνε κάτι. Ο Άγγλος συνάδελφος τού σφύριξε στ’ αυτί ότι το «κάτι» αυτό ήταν εκτέλεση αιχμαλωτισθέντων κομμουνιστών. Στην πραγματικότητα δεν είδαν τίποτε, γιατί καμιά εκτέλεση δεν γινόταν παρουσία δημοσιογράφων. Απλώς πέρασε από μπροστά τους ένα απόσπασμα δεκαπέντε στρατιωτών. Όλοι φορούσαν το κλασικό δίκοχο στο κεφάλι, με τη μικρή φουντίτσα, και είχαν τις ίδιες χακί στολές.
Τέτοιες παρελάσεις μικρών αποσπασμάτων ήταν τόσο συνηθισμένες στα χωριά εκείνα. Πρόσεξαν ότι οι φαντάροι στο απόσπασμα εκείνο βάδιζαν κατά τριάδες. Οι μεσαίοι, που ήταν κατάδικοι και οδηγούνταν εκείνη τη στιγμή στον τόπο της εκτελέσης, δεν είχαν όπλο και το περπάτημά τους ήταν κάπως ακανόνιστο. Αυτή μονάχα ήταν η εμφανής διαφορά τους. Προχώρησαν και χάθηκαν πίσω από την άλλη πλευρά του εργοστασίου. Άκουσαν τον θόρυβο της αρβύλας στα χαλίκια των αγρών. Ύστερα από λίγο ξεχώρισε η φωνή του επικεφαλής υπαξιωματικού:
«Άλτο (σ.σ.: σημειωτόν)... άλτ!»
Έγινε σιγή. Μακριά ακούγονταν οι κρότοι αραιών κανονιοβολισμών, από τα πυροβολεία της Μονκλόα και της Κάσα ντε Κάμπο. Κοίταξαν αμίλητοι τον Ισπανό αξιωματικό, που έβγαλε τσιγαρόχαρτο και καπνό για να στρίψει ένα τσιγάρο. Ξαφνικά, με τους κρότους του κανονιού ενώθηκαν ξεροί κρότοι όπλων.
Την ίδια στιγμή ένα σακάτικο φορτηγό αυτοκίνητο περνούσε μπροστά τους και λίγο πιο μακριά διασταυρώθηκε με το απόσπασμα που επέστρεφε. Τώρα ήταν δεκαμελές. Δίπλα τους ο αξιωματικός άναβε ήσυχα το τσιγάρο του. Χωρίς να τους κοιτάξει στα μάτια, είπε:
– Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, δυστυχώς. Αύριο ίσως οι οπλισμένοι αυτοί φαντάροι που βλέπετε θα βρεθούν άοπλοι απέναντι άλλων για να υποστούν την ίδια τύχη. Και χειρότερη μάλιστα, αν πέσουν σε χέρια αναρχικών... Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς... Σκοτώνουν για να μη σκοτωθούν.
– Μα γιατί δεν τους κρατάτε αιχμαλώτους;
– Αιχμαλώτους... Εύκολα το λες αυτό! Και τι θα τρώνε; Περισσεύει;
«Μαδρίτη θα πει σήμερα καμίνι όπου ψήνονται και παγώνουν μαζί, όπου σκοτώνονται δεξιά κι αριστερά, χωρίς διάκριση, άτομα και σύνολα, υπεύθυνοι και ανίδεοι. Σκοτώνονται κι ο αριθμός των νεκρών είναι ανυπολόγιστος κι ανεξακρίβωτος. Το αίμα έχει μια μονάχα αξία εδώ: τη διαπίστωση του θανάτου. Το κανόνι σαρώνει τα καταφύγια, ενώ το αεροπλάνο στέλνει φωτιές και το μυδράλιο θερίζει. Τανκς κυλιούνται στους δρόμους, έρπουν στα ερείπια σαν οδοστρωτήρες που δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Σε τέτοιες στιγμές το κανόνι μόνο έχει τον λόγο κι όχι η φιλολογία. Δεν προφταίνεις να ρωτήσεις το γιατί, να γυρέψεις το τέλος αυτού του κακού. Κρύβεσαι όσο μπορείς πιο βαθειά στο χώμα για να σωθείς.
Αυτές τις στιγμές δεν υπάρχει τίποτε άλλο: ζωή ή θάνατος.
Ζωή ή θάνατος είναι όλο το τραγικό ερώτημα των μαχομένων στην Ισπανία. Κι όχι κομμουνισμός ή φασισμός».
Στην περιώνυμη «Πανεπιστημιακή Πόλη»
Ο απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» ξεκίνησε για τις πρώτες γραμμές. Για την περιώνυμη «Πανεπιστημιακή Πόλη», που φλεγόταν από το πρωί ως το βράδυ, τη χτυπούσαν και χτυπούσε, βομβάρδιζε και την κανονιοβολούσαν χωρίς να είναι δυνατή η απόλυτη καταστροφή της.
Ξεκίνησε από τη βίλα του Καμπανέλας, το παρατηρητήριο των ξένων πολεμικών απεσταλμένων. Εκεί ήταν η γραμμή του πυρός, όπου τα εθνικιστικά στρατεύματα δεν είχαν περάσει ακόμη τον ποταμό, και ήταν ταμπουρωμένα ακόμη στη μία όχθη του. Απέναντι χτυπούσαν οι κομμουνιστές.
Για να εισέλθει κανείς στην «Πανεπιστημιακή Πόλη» έπρεπε να προχωρήσει κατά μήκος της όχθης του ποταμού και να φτάσει στην Κάσα ντε Κάμπο.
Ήταν σχεδόν αδύνατον να την επισκεφθεί. Όχι μονάχα γιατί γύρω της έπεφταν χαλάζι οι σφαίρες των κομμουνιστών, αλλά και γιατί δεν υπήρχαν μέσα μεταφοράς. Παρακάλεσε τον ταγματάρχη να τον πάρει μαζί του με το τεθωρακισμένο αυτοκίνητο των προμηθειών και του ταχυδρομείου.
Το αυτοκίνητο ήταν όπως όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα, με τη διαφορά ότι επάνω σκεπαζόταν με ατσαλένιες λαμαρίνες σε σχήμα λάμδα και γύρω γύρω προστατευόταν από άλλες λαμαρίνες σαν αποκριάτικη καμήλα. Βαμμένο αρχικά γκρι, ήταν τώρα και στις τέσσερις πλευρές του ένα μωσαϊκό επιγραφών με κόκκινα γράμματα:
«Αρρίμπα Εσπάνια!», «Η Μαδρίτη είναι δική μας», «Ζήτω ο θάνατος» κι ένα σωρό άλλες φράσεις και σκίτσα λουλουδιών, κανονιών, καραφλών φαντάρων με σηκωμένες δυο τρεις τρίχες της κεφαλής τους, σχεδιασμένα με κιμωλία.
Ο Αγγελόπουλος πέρασε πρώτος στο τεθωρακισμένο. Από μια χαραμάδα που είχε εμπρός, στη θέση του οδηγού, και δυο στρογγυλές τρύπες στα πλάγια, φωτιζόταν λίγο το σκοτεινό εσωτερικό του. Δεν είχε άλλη θέση από του οδηγού. Μία μόνο οριζόντια λαμαρίνα κι απάνω σ’ αυτήν δέματα, αρνιά γδαρμένα, κοφίνια με αχλάδια, τσουβάλια με όσπρια και γαλέτες, όπλα και δυο φαντάροι ξεμανίκωτοι παρ’ όλο το κρύο.
Το αυτοκίνητο συνέχιζε αργά τον δρόμο του. Αντάλλασσαν κουβέντες δύσκολα, γιατί ούτε οι κρότοι ούτε τα τινάγματα του αυτοκινήτου τους άφηναν ήσυχους. Χόρευαν κυριολεκτικά πάνω στα δέματα με τις κουβέρτες και τα τσουβάλια με τα τρόφιμα. Απέναντί τους οι δυο φαντάροι ζέσταιναν τα χέρια τους με το χνότο τους.
Μια απότομη ομοβροντία τους ξάφνιασε. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα κι ακούστηκε άλλη κι άλλες πολλές.
– Μην κουνιέσαι γιατί φτάνουμε στη γέφυρα...
Το αυτοκίνητο κίνησε πάλι αργά κι ανέβηκε κάποιο ύψωμα. Ύστερα καινούργιο μαρσάρισμα της μηχανής κι ανέβηκαν πάλι.
– Κάμπο ντελ Μόρο! φώναξε ο ταγματάρχης. Πατάμε στη Μαδρίτη!
ΤΑ ΣΑΡΑΒΑΛΙΑΣΜΕΝΑ ΚΤΙΡΙΑ της «Πανεπιστημιακής Πόλης» χρησιμοποιούνταν από τα στρατεύματα του Φράνκο και ως πρώτοι σταθμοί επαφής με τα γύρω χαρακώματα. Ομάδες ομάδες πηγαινοέρχονταν, κάπνιζαν, γελούσαν και έπιναν κόκκινο κρασί από πέτσινα παγούρια. Άλλοι, καθισμένοι σε πέτρες και τσουβάλια ή και σταυροπόδι στα λιθόστρωτα, αφηγούνταν τα επεισόδια της χθεσινής μάχης ή της προχθεσινής επίθεσης. Μαροκινοί ανακατεμένοι με καρλιστάς (εθελοντάς από την επαρχία της Ναβάρρας, που ξεχωρίζουν με τα κόκκινα μπερέ τους), λεγεωνάριοι με χίλιων ειδών αμφιέσεις (ό,τι είχε κανείς το φορούσε), «ρεκετέ» (μοναρχικοί εθελοντές) με χακί μπέρτες (απλές κουβέρτες με μια τρύπα στη μέση – ίσα ίσα για να περνά το κεφάλι) που έφεραν κόκκινο σταυρό στο στήθος.
– Μας χτυπούν από το Βασιλικό Παλάτι κι από την Βασιλική Ιππευτική Σχολή. Σκύψε...
Αλλά πού να σκύψει άλλο; Ήταν μπρούμυτα μέσα στα τσουβάλια. Στις ατσαλένιες στέγες έπεφτε χαλάζι. Τρέχανε τώρα, μέχρι που φτάσανε σε ένα κτίριο. Ο ρεπόρτερ της «Ακροπόλεως» κοίταξε ψηλά το κτίριο. Του θύμισε το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου στην Αθήνα. Μέτρησε πέντε πατώματα. Ο ταγματάρχης είχε πάρει το όπλο επ’ ώμου και το δέμα του. Προχώρησαν στην είσοδο, δηλαδή ένα γκρεμισμένο παράθυρο του υπογείου. Πατούσαν άδειους κάλυκες και γεμάτες σφαίρες, χωμένες σε χώματα, γυαλιά, κουρέλια και άχρηστα αντικείμενα πεταμένα εδώ κι εκεί. Ένας διάδρομος είχε στη μέση ένα βουναλάκι από πέτρες και τοίχους γκρεμισμένους. Τον πέρασαν για να εισέλθουν στο μαγειρείο της «Πανεπιστημιακής Πόλης».
Πρώτη τους γνωριμία οι μάγειροι.
– Όλα καλά... Δεν έχουμε νερό....
– Χρειάζονται νερό όχι για να πιουν, ούτε για να πλυθούν. Ούτε καν για να πλύνουν τα κρέατα· θέλουν να το ζεσταίνουν και να βράζουν μέσα στο καζάνι τις κονσέρβες. Όταν είναι κρύες δεν ανοίγουν, ούτε το παστό κρέας τους μασιέται έτσι παγωμένο.
Ο ταγματάρχης ρώτησε τον Αριστείδη Αγγελόπουλο αν ήθελε να δει τον συνταγματάρχη Γιάγκουε και εκείνος τον ακολούθησε.
Μπήκανε σ’ ένα δωμάτιο. Εκεί ήταν ένας άνδρας μετρίου αναστήματος, με πρόσωπο στενόμακρο, ηλιοκαμένο. Ο Αριστείδης Αγγελόπουλος δεν τον ξεχώριζε από έναν απλό στρατιώτη. Είχε το ίδιο κοινό σουλούπι όλων. Φορούσε μπότες, κλασική χακί μπέρτα με γούνινο καφέ γιακά και δίκοχο.
– Τι θέλετε να δείτε εδώ;
– Ό,τι μπορώ. Κι ιδίως να πάρω μερικές φωτογραφίες.
Βγαίνοντας από το κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής, ο ταγματάρχης πληροφόρησε τον Αριστείδη Αγγελόπουλο:
– Σήμερα το κρύο δεν επιτρέπει επιθέσεις και περιορίζονται σε ανταλλαγή πυρών από τις πολεμίστρες των σπιτιών και των χαρακωμάτων. Θα μπορέσουμε λοιπόν να πάμε ως τις πρώτες γραμμές και να πάρεις πιο ενδιαφέρουσες φωτογραφίες.
Την ίδια στιγμή ένα δυνατό βουητό σαν πέρασμα ρουκέτας σφύριζε πάνω από τα κεφάλια τους. Έσκυψαν απότομα. Η οβίδα έσκασε έξω από τον μισογκρεμισμένο μαντρότοιχο είκοσι μέτρα μακριά τους και καθώς μισοσήκωσε το κεφάλι του είδε έναν πίδακα από χώμα που τινάζονταν στον αέρα. Ο ταγματάρχης τον τράβηξε προς το υπόγειο για καλό και για κακό.
Καταφύγανε στην αίθουσα-κουζίνα του καταυλισμού. Στις γωνιές μικρά καζανάκια έβραζαν. Έκαιγαν τα φοιτητικά θρανία και έβραζαν κονσέρβες κλειστές. Τις είχαν ρίξει μέσα στο καζάνι μαζί με τις τενεκεδένιες καραβάνες, τα κουτάλια, τα πιρούνια.
– Για να σκοτώσουμε τα μικρόβια, εξήγησε ο μάγειρος του καταυλισμού. Μας θέρισε η διάρροια. Δεν έχουμε νερό.
– Ε! Συ, Λάργκο Καμπαλλέρο (σ.σ.: σοσιαλιστής και αρχηγός της Γενικής Ένωσης Εργατών, διετέλεσε πρωθυπουργός της Ισπανίας στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου), φώναξε ο μάγειρας.
– Ξαφνιάζομαι. Τι θέλει ο Λάργκο Καμπαλλέρο εδώ; Γυρίζω και βρίσκομαι αντιμέτωπος μ’ ένα νεαρό με ξυρισμένο κεφάλι και με δυο αγκαλιές τσακισμένα ξύλα θρανίων υπό μάλης. Έρχεται προς το μέρος μας σκυφτός. Τα σκισμένα ρούχα του μόλις προστατεύουν τις μελανές από το κρύο σάρκες του. Ο μάγειρας τον σκυλοβρίζει με λέξεις που δεν μπορώ να καταλάβω. Εκείνος αμίλητος ρίχνει τα ξύλα στο πάτωμα και αρχίζει να ψαρεύει τις κονσέρβες από το καζάνι. Ελλείψει κουτάλας, βουτά τα χέρια του στο καυτό νερό και τ’ αποσύρει όσο μπορεί πιο γρήγορα μαζί με ένα κουτί. Σύννεφο καπνός σηκώνεται κι οι πόνοι από το τσουρούφλισμα των χεριών ζωγραφίζουν στο αμούστακο πρόσωπο του δυστυχισμένου εκείνου τις πιο τραγικές γκριμάτσες. Ήταν ένα ράκος ανθρωπινό.
– Είναι κομμουνιστής που παραδόθηκε όταν κατελήφθη το κτίριο μαζί με καμιά δεκαριά άλλους. Νόμισαν ότι θα μπορέσουν να γλυτώσουν, επειδή κρύφτηκαν στο υπόγειο. Οι άλλοι εστάλησαν πίσω. Αυτόν τον κρατήσαμε για τις βαριές δουλειές. Το φυλλάδιό του έλεγε ότι είναι Ισπανός. Δεν ξέρει ούτε λέξι ισπανική. Ρώσος δεν είναι. Γάλλος δεν είναι. Ή Τσέχος ή Πολωνός. Τον βγάλαμε Λάργκο Καμπαλλέρο…
Στα πυροβολεία της Μονκλόα
Η αναχώρηση του ρεπόρτερ για τα πυροβολεία της Μονκλόα καθυστέρησε δυο ώρες, γιατί το θωρακισμένο είχε φύγει για να μεταφέρει τους τραυματίες. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος επίσκεψης στα πυροβολεία από τα πόδια τους.
Ξεκινήσανε στις δύο το απόγευμα. Ο ουρανός ήταν τόσο συννεφιασμένος που ο Αγγελόπουλος νόμιζε πως νύχτωνε. Παγωμένος αέρας τους χτυπούσε τα μάγουλα και η μύτη τους, κατακόκκινη, έσταζε. Ο σάλος των οβίδων που διασταυρώνονταν στον γκρίζο ουρανό συνεχιζόταν. Προχωρήσανε σκυφτοί. Τρέχανε όπως μπορούσανε πάνω στα χαλάσματα σαν να τους καταδιώκουν οι κρότοι των οβίδων.
Απέναντί του τώρα είχε τα κανόνια, που ζητούσαν να καταστρέψουν και να κατακτήσουν. «Παρατεταγμένα σε γραμμές τρία-τρία, άλλα πίσω από στίβες σάκκων με άμμο, άλλα πίσω από θάμνους, άλλα πίσω από χαλάσματα των μικροοικημάτων της Πανεπιστημιακής πόλεως. Κατάμαυρα και σκονισμένα στις ρόδες και τις τετράγωνες σιδερένιες ασπίδες, που φέρουν εμπρός. Στέκουν με την μπούκα προς τη Μαδρίτη. Δίπλα τους κάσες σιδερένιες με θήκες μέσα, οβίδες εις παράταξιν, οι στρατιώται πηγαινοέρχονται. Σκουπίζουν τους σωλήνες των κανονιών. Φέρνουν οβίδες, τις αμπαρώνουν στην μπούκα και τραβούν χοντρά σχοινιά».
Ο λοχαγός τούς προσέφερε ένα ποτό, κάτι σαν ρακί, που ήταν υποχρεωμένοι να το πιούνε με τη σειρά και από το ίδιο φλασκί από γουρουνίσιο δέρμα.
Στα χαρακώματα
Η ώρα ήταν μόλις τρεις παρά τέταρτο το απόγευμα και σκοτείνιαζε. Η καταχνιά δεν άφηνε να δει κανείς περισσότερο από εκατό μέτρα. Κι ένας αέρας παγωμένος σφύριζε μαζί με τις οβίδες, ενώ τα σύννεφα χαμηλά ανακατεύονταν πάνω από το κεφάλι του Αριστείδη Αγγελόπουλου.
Οι αξιωματικοί τον πληροφόρησαν ότι θα ξεκινούσαν για το χαράκωμα αμέσως.
Ξαφνικά ο ταγματάρχης ρίχτηκε στο χώμα μπρούμυτα. Ο απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» δεν πρόφτασε να τον δει. Δεξιά κι αριστερά του πέρασε αστραπιαία ένας καινούργιος κρότος που το αυτί του δεν είχε γνωρίσει ως εκείνη τη στιγμή.
«Κάτι σαν το βουητό που κάνει το πέταγμα χρυσόμυγας, αλλά ξαφνικό κι αστραπιαίο. Δεν προλαβαίνεις να καταλάβης. Ένα “φού-φού” ακούς. Μόνον όσοι δοκίμασαν την τρομάρα αυτή μπορούν να νοιώσουν».
Ο ταγματάρχης ξανασηκώθηκε, έκανε δυο βήματα βιαστικά με τα τέσσερα και ρίχτηκε πάλι στο χώμα. Ο ρεπόρτερ ήταν κολλημένος στη γη. Το σαγόνι του τριβόταν στις πέτρες κι η άχνα που έβγαινε από το στόμα του τον εμπόδιζε να δει καλά τον ταγματάρχη. Τον άκουσε που του φώναζε να κάνει ό,τι κι εκείνος. Μπουσούλησε στα χώματα, στηριζόμενος στο ένα χέρι. Με το άλλο κρατούσε την πέτσινη θήκη της φωτογραφικής μηχανής.
Δεν ήξερε πόση ώρα έχει περάσει και σέρνονταν έτσι προς το χαράκωμα. Απέναντί τους ήταν και δεν το φτάνανε. Κάποτε ο ταγματάρχης πήδηξε στους σκαμμένους λάκκους.
«Είμαι είκοσι τουλάχιστον μέτρα πίσω. Θα ’δινα το παν για να ήμουν στη θέση του. Δεν έχω πια χέρια και πόδια και κουράγιο να συρθώ. Ακίνητος τον κοιτάζω, ενώ οι φαντάροι που με αντελήφθησαν γελούν».
Ο ταγματάρχης τον ρώτησε αν τραυματίστηκε. Οι στρατιώτες τον περικύκλωσαν. Έμαθαν από τον αξιωματικό τους ότι είναι δημοσιογράφος. Έφτασαν σκυφτοί απ’ όλες τις γωνιές του χαρακώματος.
«Καθώς είμαι καθισμένος στα χώματα, ακουμπώ σε όγκο τσουβαλιών σκεπασμένο με καραβόπανο. Πατώ σε σφαίρες ριγμένες εδώ κι εκεί και καθώς τις κοιτάζω, το βλέμμα μου σκοντάφτει σ’ ένα κεφάλι ανθρωπινό μεταξύ τσουβαλιών και χωμάτων. Σχεδόν το κλωτσούν τα πόδια μου. Το κεφάλι χαμογελά και σιγά σιγά ξεφυτρώνει ένας ολόκληρος στρατιώτης. Ζητούσε λίγη ζεστασιά, ξεκούραση, ύπνο μέσα σε κείνο τον αληθινό τάφο. Άκουσε την κουβέντα για την φωτογραφία και ήλθε κι αυτός ν’ απαθανατισθεί.
Ενώ κουβαριαζόμαστε στο χαράκωμα, ένας στρατιώτης ανέλαβε να μας φωτογραφίση. Αυτός άρπαξε ένα όπλο και πήδησε στα τσουβάλια. Θέλησε να φαίνεται καλύτερα από τους άλλους. Οι απέναντι κομμουνισταί όμως δεν του την επέτρεψαν αυτή την χαρά. Τον είδαμε, μόλις το φωτογραφικό “ενσταντανέ” τελείωσε, να σωριάζεται στο χώμα κτυπημένος...».