«ΡΟΥΛΑ Ή ΘΟΔΩΡΟΣ; Νικολέττα ή Νικόλας; Τασούλα ή Αναστάσης; Αργυρούλα ή Αργύρης;
“Ναι, και τα δύο, κυρ-αστυνόμε μου”, εφώναζαν ερωτώμενα τα οκτώ βρωμερά όντα εις το γραφείον του τμήματος Ηθών, όπου ο αστυνόμος Αναγνωστάκος και οι αρχιφύλακες Χρυσικόπουλος και Μπισμπίκης τα είχαν κουβαλήσει από το δωμάτιον των ακατονόμαστων οργίων των, για να τα υποβάλουν εις ανάκρισιν».
Στο διαφθορείο της οδού Μεσολογγίου
Σύμφωνα με όσα αφηγείται ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις» τον Αύγουστο του 1932, λίγες μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί μία ανώνυμη επιστολή προς τον διοικητή Γενικής Ασφαλείας, Έβερτ, με την καταγγελία ότι σε δωμάτιο οικίας της οδού Μεσολογγίου αριθ. 6 «διημέρευε και διανυκτέρευε μία ολόκληρος δωδεκάς νέων, μεταξύ των οποίων εύρισκετο και μία γυναίκα».
Η ανώνυμη αυτή καταγγελία, σύμφωνα με τους αστυνομικούς του τμήματος Ηθών, ήταν ενδεχόμενο να απεστάλη από κάποιον «έντιμον περίοικον, ο οποίος, φρίττων, αντελήφθη τι συνέβαινεν εις το διαφθορείον». Περισσότερο όμως πιθανολογούνταν ότι ήταν προϊόν κάποιας επαγγελματικής αντιζηλίας.
Η είσοδος των αστυνομικών προκάλεσε πανικό, αλλά και ζωηρότατη αγανάκτηση «του αρχηγού Νικολάου Μυλωνά. Εφώναζε, ωρυόμενος και επικαλούμενος τα συνταγματικά δίκαια».
«Οπωσδήποτε, η ανώνυμος αυτή επιστολή απήλλαξε ενός αίσχους ένα κεντρικόν τμήμα της πόλεως, όπως είναι η οδός Μεσολογγίου, πάροδος της οδού Ακαδημίας, και έρριψε εις χείρας της αστυνομίας τρεις κακοποιούς, οι οποίοι από πολλού ανεζητούντο».
Τα αστυνομικά όργανα, έπειτα από παρακολούθηση, διαπίστωσαν ότι «ακατονόμαστα όργια συνέβαιναν εις το δωμάτιον της οδού Μεσολογγίου. Οι ανήθικοι νέοι και προ παντός το μοναδικόν θηλυκόν μέλος της δωδεκαμελούς σπείρας εκουβαλούσαν, ημέραν και νύκτα, πολυάριθμα θύματα δικά των και διεστραμμένων ορέξεων. Το δωμάτιον είχε μεταβληθή εις πραγματικόν εργοστάσιον ακολάστων ικανοποιήσεων, όπου συμπαρεσύροντο μάλιστα και άλλοι πτωχοί νέοι και αλητοκόριτσα».
Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι η δωδεκαμελής σπείρα είχε και άλλες επιχειρήσεις, όπως το ξάφρισμα των πορτοφολιών των θυμάτων με τη μέθοδο του «κουβά»: «Πάνω στην ώρα που ο πελάτης είναι απορροφημένος με τρυφεράς απασχολήσεις, σιγά σιγά ξεπροβάλλει ένας άλλος, βουτά το πορτοφόλι ή το ξαφρίζει από το σακκάκι που είναι κρεμασμένο και κατόπιν εξαφανίζεται. Ο λωποδύτης είναι κρυμμένος ή πίσω από ένα παραβάν ή κάτω από το έπιπλον της αμαρτίας όταν το θύμα εισέρχεται εις το δωμάτιον, ώστε δεν τον βλέπει».
Στην οδό Μεσολογγίου βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι ένα παραβάν, η αστυνομία επομένως πίστευε ότι πολυάριθμοι πελάτες «ελεηλατήθησαν εις στιγμάς χυδαίων απασχολήσεων».
Σύλληψη κατόπιν αιφνιδιασμού
Ακολούθησε η σύλληψη κατόπιν αιφνιδιασμού στις 11 το πρωί, «όταν η σπείρα, κατακόπος από τας νυκτερινάς της απασχολήσεις, εκοιμάτο βαθύτατα και στοιβαδόν».
Η είσοδος των αστυνομικών προκάλεσε πανικό, αλλά και ζωηρότατη αγανάκτηση «του αρχηγού Νικολάου Μυλωνά. Εφώναζε, ωρυόμενος και επικαλούμενος τα συνταγματικά δίκαια».
–Τι κατάστασις είναι αυτή, καλέ; Μπα, καλέ! Δεν έχουμε ντυθεί ακόμη κι εμπήκατε έτσι χωρίς να χτυπήσετε!
«Αλλ’ αυτά οι αστυνομικοί τα ήκουσαν ερήμην και, νεγκλιζέ, τους εκουβάλησαν εις το τμήμα Ηθών, τους κατέγραψαν εις το οικείον βιβλίον των ασέμνων και χθες τους οδήγησαν εις το Μονομελές Πλημμελειοδικείον. Περίεργον είναι ότι δεν υπάρχει ειδικός νόμος και, επειδή η οκτάς δεν κατελήφθη επ’ αυτοφώρω εις τας ασχημοσύνας της, εισήχθη εις δίκην επί παραβάσει του νόμου περί επαιτείας και αλητείας. Μόνον οι τρεις, Γ. Μαρτζώκης, Ν. Μυλωνάς και Ν. Γρηγοριάδης, καταζητούμενοι δι’ εντάλματα διά κλοπάς, θα εισαχθούν εις δίκην και διά τα αδικήματα αυτά. Οι άλλοι παρ’ ολίγον να αφεθούν ελεύθεροι».
Η δίκη στο Μονομελές
«Οπωσδήποτε, οι οκτώ βρωμεροί νέοι», σύμφωνα με τον ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», «εισήχθησαν εις δίκην χθες δι’ αλητείαν και επαιτείαν εις το Μονομελές. Η θηλυπρεπής συμμορία παρήλασε με τας χειροπέδας, χαριέντως σινούμενα κουνάμενα ανάμεσα από τους συγκεντρωθέντας περίεργους και από έναν ολόκληρον κόσμον της ποιότητός των, ο οποίος είχε προσέλθει εις το Πλημμελειοδικείον από ενωρίς διά να θαυμάση τους ήρωας του “επαγγέλματος”. Εις την πρώτην γραμμήν οι βδελυροί φίλοι, άλλοι άνθρωποι γνωστοί εις την αστυνομίαν διά τας ανωμάλους ορέξεις των και οι αρχηγοί διαφόρων συναφών με την συλληφθείσαν σπείραν λωποδυτικών συμμοριών».
–Αχ! Καλέ πολιτσιμάνε, θα μας χτικιάσετε! Κι εδώ στα παγκάκια θα μας βάλετε;
Άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πιο ζωηρές, ενώ άλλες προσπαθούσαν να κοκκινίσουν τα χείλη τους δαγκώνοντάς τα.
–Καλέ, τι βλέπουνε; Α! να μου χαθείτε, παλιοάνδρες!
–Ντομνίτσα μου, κουράγιο!
–Νικολέττα, το νου σου. Να τα πεις καλά, πουλάκι μου.
«Κι η Νικολέττα, ένα σιχαμερό, χτικιάρικο πλάσμα, καθησύχαζε τα πλήθη των ομοίων με ένα τσάκισμα της μέσης, με έναν κυματισμό του σώματος, φέροντας το μικρό της δάχτυλο στο στόμα».
Ένα πανηγύρι τρικούβερτο γινόταν στο προαύλιο του Πρωτοδικείου την ώρα που η αστυνομία μάταια προσπαθούσε να ανοίξει διάδρομο προς την αίθουσα του Μονομελούς. Αλλά και τα «θηλυπρεπή οντάρια ανθίσταντο, ώσπου επενέβη αρχηγός άλλης σπείρας και τους συνεβούλευσε να υπακούσουν».
«Ο Πρόεδρος καλεί τους κατηγορουμένους. Φαίνονται να έχουν λησμονήσει τα ανδρικά των ονόματα, διότι δεν ανταποκρίνωνται στην πρόσκλησι του Προέδρου, παρά μόνον όταν τους φωνάζουν οι πόλισμαν: Γεωργία, Νικολέττα, Δόμνα, Θεοδώρα, Γιαννούλα, Μανικιουρίστα! Και παρατάσσονται προ του δικαστηρίου. Ένας κρατεί στα χέρια του ένα ολοκαίνουργο σιδερωμένο παντελόνι, ένας άλλος φορεί... πασουμάκια. Και όλοι μπροστά στους δικαστάς χαμηλώνουν τα μάτια τους. Κι όταν αρχίζει η διαδικασία, προσπαθούν να δώσουν στη φωνή τους τόνο ανδρικό».
Στην απολογία τους για την κατηγορία της αλητείας οι τέσσερις ισχυρίστηκαν ότι βρέθηκαν τυχαία στο σπίτι της Νικολέτας. Ένας είπε ότι ήταν ράφτης και είχε πάει για πρόβα.
–Από τον τρόμο μου ακόμα κρατώ το παντελόνι στα χέρια μου. Αχ! Τι θα πει κι ο πελάτης!
Άλλος ισχυρίστηκε ότι πήγε εκεί για δουλειά, δεν βρήκε εκείνον που περίμενε και έμεινε στον δρόμο. Μετά έλαβε τον λόγο ο συνήγορος:
–Κύριοι δικασταί, οι πελάται μου, όντως είναι... τοιούτοι, αλλά ως τοιούτους δεν τους οδήγησαν εδώ, παρά ως αλήτας. Ως τοιούτοι δε προκαλούν τον οίκτον, διότι μόνον ως αδικημένους από τη φύσιν πρέπει να τους θεωρήσωμεν.
Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή και ο Πρόεδρος επέβαλε τιμωρία τριών μηνών φυλακής.
–Και πού θα μας φυλακίσουν;
–Στις γυναικείες φυλακές, απάντησαν πειραχτικά.
–Καλέ, στις ανδρικές εμείς θέλουμε. Ακούτε, κορίτσια; Να κάμουμε επανάσταση! Θέλουμε να μας πάνε στις αντρικές φυλακές.
Έπειτα από λίγο επιτέθηκαν κατά φωτογράφων και δημοσιογράφων. Μπροστά στον φακό μούντζωναν και κατέβαζαν ως τ’ αυτιά τα καπέλα τους. Και όταν οδηγήθηκαν σε μία από τις αίθουσες του Πρωτοδικείου για να σωθούν από τον κόσμο, «που είχε εξαγριωθεί από την στάσιν των», μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία ενός φωτογράφου, έβγαλαν τα παπούτσια και κίνησαν να τον χτυπήσουν.
«Αφού με δυο τρεις καρπαζιές των αστυφυλάκων έγιναν αρνάκια, δι’ αυτοκινήτων ωδηγήθησαν στο τμήμα Ηθών».
Το ημιυπόγειο διαφθορείο της Διδότου
Ένα πρωί του Νοέμβρη του 1932, σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα της οδού Διδότου 10 συνελήφθη «ένα μπουλούκι από αηδή υποκείμενα, που μόνον η ανδρική ενδυμασία τα παρουσιάζει σαν άνδρες, αφού και αυτά τα ονόματά των τα μετέτρεψαν εις γυναικεία. Επικεφαλής πάλιν η περίφημος Νικολέττα, ο ξερακιανός εκείνος μαντράχαλος, που συνελήφθη προ μηνών διατηρών διαφθορείον εις την οδό Μεσολογγίου 18.
—Τι θέλετε, καλέ, από μας πάλι;
Και έκανε ένα σιχαμερό σκέρτσο για να φανεί χαριτωμένος, κάτω από μια τρισάθλια γυναικεία ρόμπα. Γιατί αξίζει να σημειωθεί ότι ο Νικόλαος Μυλωνάς εξετέλει τα καθήκοντα του διευθυντού του διαφθορείου, σαν “γυναίκα” οίκων ανοχής. Οι άλλοι έκλαιον και ωδύροντο».
Αργότερα, το βραδάκι, στο κρατητήριο του τμήματος Γενικής Ασφαλείας, όταν συνήθισαν στο περιβάλλον, ηρέμησαν. Κατά τα μεσάνυχτα, δε, ακούστηκαν από το κελί οι γυναικείες τους φωνές σε τραγουδάκια της εποχής μαζί με το ποδοβολητό τους σε τρελό τσιφτετέλι.
Το επόμενο πρωί θα παρουσιάζονταν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Σε βάρος τους υπήρχαν και κατηγορίες για εκβιαστικές πράξεις, καθώς «κυρίως “ξάφριζαν” τα πορτοφόλια διά της μεθόδου του “τσούρνο” όσων παρεσύροντο εις το καταγώγιόν των, διά να κορέσουν τας ακατονόμαστους επιθυμίας των».
«Ένας των νέων αυτών, μόλις παρουσιάζετο “πελάτης”, εκρύπτετο κάτω από το κρεββάτι. Και εις πρώτην ευκαιρίαν “ξάφριζε” το πορτοφόλι, όταν ήτο παραφουσκωμένο, ή το άδειαζεν εντελώς, όταν δεν είχε πολλά χρήματα. Τα θύματα, βεβαίως, ήτο αδύνατον να καταγγέλλουν το πάθημά των, διότι θα έδιναν φυσικώς λόγον των πράξεών των. Μόνον δι’ ανωνύμων επιστολών κατηγγέλθησαν παρόμοιαι κλοπαί, υπό των συλληφθέντων διαπραχθείσαι».
Στα ξενοδοχεία «Ρωσία» και «Πατραϊκόν»
Δυο βδομάδες αργότερα τα κρατητήρια της Γενικής Ασφαλείας φιλοξένησαν πάλι μία νέα δωδεκάδα «ψιμυθιωμένων νέων». Ήταν αρκετή μία εκστρατεία των αστυνομικών του τμήματος Ηθών, Μαυρωτά και Μπισμπίκη, στα ύποπτα κέντρα, τις «ειδικές γωνιές» και τα «στέκια» των Αθηνών, για να αποφέρει πλούσια συγκομιδή «τοιούτων κακοφήμων νέων». Αυτή μάλιστα τη φορά, το πράγμα είχε και ευρύτερη σημασία, διότι επρόκειτο και περί εκβιαστών, καθώς, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Νικ. Καπ. στην εφημερίδα «Ακρόπολις», «διά των γνωστών μεθόδων των έγδυναν εντελώς ή ξάφριζαν τα πορτοφόλια των θυμάτων των, με τας ανωμάλους ορέξεις».
Από ένα τέτοιο κρούσμα λωποδυσίας τους δόθηκε και η αφορμή της καταδίωξής τους. «Ένας του ποιού των», που είχε συλληφθεί λίγες μέρες νωρίτερα, προκειμένου να εξευμενίσει τους αστυνομικούς, αποκάλυψε το μυστικό.
–Καλέ πολισμάνε, μη με πάτε στο δικαστήριο και θα σας μαρτυρήσω κάτι.
Το κάτι αυτό ήταν μια κλοπή πορτοφολιού με εκατό δολάρια από παλιννοστούντα εξ Αμερικής ομογενή.
Οι αστυνομικοί δεν έχασαν καιρό. Το ίδιο βράδυ πήγαν στα «στέκια των ελεεινών αυτών δήθεν ανδρών» και απ’ εκεί τους παρακολούθησαν στα ξενοδοχεία τους, όπου και τους συνέλαβαν.
Στο ξενοδοχείο «Ρωσία» βρίσκονταν «τυλιγμένοι σε γυναικείες ρόμπες, ελεεινά βαμμένοι και χαριεντιζόμενοι μεταξύ των». Υποδέχθηκαν τους αστυνομικούς «σινάμενοι κουνάμενοι», φανταζόμενοι ότι επρόκειτο περί πελατών του ξενοδοχείου.
–Καλώς τα παιδιά μας.
–Ντυθείτε γρήγορα και ακολουθήστε μας.
«Τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Στρίγγλιζαν οι πιο πολλοί, τραβούσαν τα μαλλιά των, ουρλιάζαν. Είχαν λησμονήσει σε μια στιγμή τον ρόλον που υπεδύοντο λίγην ώρα πριν. Προσπαθούσαν να μιλήσουν με χοντρή φωνή, να μη τσακίζουν το σώμα των σε πρόστυχα κουνήματα και προ παντός να πείσουν τους αστυνομικούς ότι δεν ήσαν... τοιούτοι. [...] Ενώ δύο άλλοι τρύπωναν κάτω από τα βρωμερά κρεβάτια του ξενοδοχείου, αρνούμενοι να ακολουθήσουν τους αστυνομικούς. Στο τέλος, υπό την απειλήν της διαπομπεύσεως, υπεχώρησαν».
Μισή ώρα αργότερα οι ίδιες περίπου σκηνές στο ξενοδοχείο «Πατραϊκόν». Τρεχάματα απ’ εδώ, τρεχάματα απ’ εκεί. Στο τέλος όμως πιάστηκαν στην παγίδα, «άλλοι με ρόμπες γυναικείες και χτυπητό μακιγιάρισμα, άλλοι ημίγυμνοι. Όλοι πάντως κάτι μαντράχαλοι ως εκεί επάνω, που θα δούλευαν μια χαρά ως χαμάληδες».
Στο κρατητήριο της Γενικής Ασφαλείας ανέκτησαν την ψυχραιμία τους, απέκτησαν κέφι και άρχισαν το γλέντι. Τραγούδησαν πάμπολλα τραγούδια, τροποποιημένα σε «αισχρότατους στίχους, χόρεψαν με μανία τον εθνικόν των χορόν “τσιφτετέλι” κι ύστερα άρχισαν το “αχ!” και το “βαχ!”».
Η δίκη τους έγινε το επόμενο μεσημέρι στο Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο. Την παρακολούθησαν με ενδιαφέρον «όλοι οι κακόφημοι νέοι των υπόπτων κέντρων και των καταγωγίων με αναστεναγμούς και δάκρυα». Το δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών.
«Η ζήλια τους τους έφαγε, ακούστηκε κάποιος από το ακροατήριο», όταν εκδόθηκε η απόφαση.