Στην Αθήνα, δίπλα στην Ιατρική Σχολή, βρίσκεται καλά «κρυμμένο» το Εγκληματολογικό Μουσείο, για το οποίο λίγος κόσμος γνωρίζει, ωστόσο έχει πολυεπίπεδη αξία και μεγάλη ιστορία.
Με μια πρώτη ματιά, τα εκθέματά του μοιάζουν να είναι απλώς τρομακτικά· εντούτοις, αν παρατηρήσει κανείς τη συλλογή του με ιδιαίτερη προσοχή, θα διαπιστώσει ότι ο ρόλος του είναι πολύ πιο βαθύς.
Στόχος του είναι να παρουσιάσει την ιστορία των εγκλημάτων και της Εγκληματολογίας στη χώρα μας, και παράλληλα να αναδείξει τις επιστήμες που συνέδραμαν στη διαλεύκανση των υποθέσεων, καθώς και να «μιλήσει» για τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα τον 19ο και τον 20ό αιώνα.
Το Εγκληματολογικό Μουσείο λειτουργεί από το 1932 και πλέον βρίσκεται σε μεταβατική φάση, κοιτάζοντας στο μέλλον και δουλεύοντας πάνω στους τρόπους και τα μέσα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξέλιξή του και να δημιουργήσουν τις βάσεις για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στο έργο του.
Οι συλλογές του μουσείου συνιστούν έναν αυθεντικό και πολύπλευρο καθρέφτη της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και της κρατικής αντίληψης γύρω από την εγκληματικότητα.
Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το μουσείο στεγαζόταν σε έναν χώρο στην οδό Σωκράτους, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο κτίριο που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Ακαδημίας και Μασσαλίας, το σημερινό Εντευκτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών «Κωστής Παλαμάς». Πλέον, στεγάζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, στο Γουδί.
Στόχος είναι το μουσείο να λειτουργήσει στο μέλλον με πιο ανοιχτό προς το κοινό και τους επιστήμονες τρόπο και να παρουσιάσει τεκμηριωμένα και ανανεωμένα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κομμάτι της ελληνικής ιστορίας.
Οι συλλογές του περιλαμβάνουν εκατοντάδες ιστορικά αντικείμενα, ανάμεσα στα οποία εντοπίζονται ανθρώπινα υπολείμματα και έντυπα με ιατροδικαστικό περιεχόμενο. Παράλληλα, συναντά κανείς δείγματα εξαρτησιογόνων ουσιών, πειστήρια δηλητηριάσεων αλλά και προπλάσματα δηλητηριωδών μανιταριών.
Αναφορικά με τα εκθέματα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, μία λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα, όπλα και πολεμικό υλικό και αντικείμενα μαγγανείας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ταριχευμένα κεφάλια που ανήκουν σε λήσταρχους, ανάμεσά τους του Φώτη Γιαγκούλα και του Πάντου Μπαμπάνη.
Το μουσείο φιλοξενεί μία μουμιοποιημένη σορό, αλλά και κέρινα ομοιώματα ανθρώπων, τα οποία φέρουν σημάδια από ασθένειες αλλά και τραύματα από εγκληματικές ενέργειες.
Στη LiFO μίλησε ο καθηγητής Δικαστικής Ανθρωπολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και διευθυντής του Εγκληματολογικού Μουσείου, Κωνσταντίνος Μωραΐτης.
— Πότε ξεκινάει η ιστορία του Εγκληματολογικού Μουσείου;
Το Εγκληματολογικό Μουσείο αποτελεί μονάδα της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ιδρύθηκε το 1932 από τον καθηγητή Ιατροδικαστικής Ιωάννη Γεωργιάδη και αποτελεί το μοναδικό μουσείο στην Ελλάδα με αντικείμενο τις Δικαστικές Επιστήμες (Forensic Sciences) και την Εγκληματολογία. Οι συλλογές του περιλαμβάνουν περισσότερα από 1.500 εκθέματα σημαντικής ιστορικής αξίας, τα οποία χρονολογούνται κυρίως στον 20ό αιώνα. Καθένα από τα εκθέματα αυτά έχει να «αφηγηθεί» με τον δικό του τρόπο την ιδιαίτερη και μοναδική ιστορία του.
— Δημιουργήθηκε αρχικά ως εκπαιδευτικός χώρος για φοιτητές της Ιατρικής. Πώς μπορεί να μετασχηματιστεί σήμερα σε έναν «ζωντανό» ερευνητικό κόμβο χωρίς να χάσει τον ακαδημαϊκό του χαρακτήρα;
Η πλειονότητα των εκθεμάτων συλλέχθηκε πράγματι με σκοπό την εκπαίδευση των φοιτητών της Ιατρικής κατά τον 20ό αιώνα. Ωστόσο, η ραγδαία πρόοδος της επιστήμης προσδίδει διαρκώς νέο νόημα σε αυτές τις ιστορικές συλλογές. Σήμερα, οι σύγχρονες εξελίξεις στις Δικαστικές Επιστήμες και στη Βιοϊατρική Τεχνολογία συμβάλλουν ενεργά στην επαναξιολόγηση ιστορικών ζητημάτων και υποθέσεων υπό το φως νέων ερευνητικών δεδομένων. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, το μουσείο προσελκύει πλέον επιστήμονες με ειδικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αποτελώντας έναν δυναμικό κόμβο παραγωγής νέας γνώσης.
— Υπάρχουν σχέδια για πλήρη ψηφιοποίηση των συλλογών, όπως τρισδιάστατη σάρωση εκθεμάτων, ψηφιακά αρχεία πειστηρίων ή εικονικές περιηγήσεις με τεχνολογία VR/AR;
Υπάρχει πρόβλεψη για ψηφιοποίηση ορισμένων εκθεμάτων, αλλά και των οστεολογικών συλλογών του μουσείου, οι οποίες προέρχονται από άτομα γνωστού φύλου, ηλικίας και αιτίας θανάτου. Παρόμοιες συλλογές υπάρχουν και σε άλλα μουσεία και ερευνητικά ιδρύματα διεθνώς και αποτελούν ιδανική βάση δεδομένων για την εκπαίδευση συστημάτων μηχανικής μάθησης και την ανάπτυξη νέων μεθόδων στη Δικαστική Ανθρωπολογία, με σκοπό την εφαρμογή τους μελλοντικά στη διερεύνηση υποθέσεων. Η ψηφιοποίηση επιτρέπει σε επιστήμονες από όλο τον κόσμο να έχουν άμεση πρόσβαση στο υλικό του μουσείου, χωρίς να απαιτείται η μετακίνησή τους για την πραγματοποίηση της μελέτης τους.
— Ποια είναι η μεγαλύτερη τεχνική δυσκολία στη συντήρηση ενός εγκληματολογικού μουσείου σε σχέση με ένα συμβατικό ιστορικό μουσείο; Υπάρχουν ειδικά πρωτόκολλα για οργανικά ή ευαίσθητα εκθέματα;
Τα εκθέματα του Εγκληματολογικού Μουσείου απαιτούν εξειδικευμένα και διαφορετικά μεταξύ τους πρωτόκολλα συντήρησης. Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στη διαχείριση των ανθρωπίνων υπολειμμάτων, καθώς, για παράδειγμα, υπάρχει αυξημένη ανάγκη αντικατάστασης των μονιμοποιητικών υγρών στα νεκροτομικά παρασκευάσματα οργάνων. Παράλληλα, οι ταριχευμένες κεφαλές που ανήκουν σε λήσταρχους του 20ού αιώνα παρουσιάζουν αλλοιώσεις και υπό ιδανικές συνθήκες θα έπρεπε να διατηρούνται σε ειδικές ψυχόμενες προθήκες. Εξίσου απαιτητική είναι και η συντήρηση των κέρινων προπλασμάτων, αλλά και των πυροβόλων όπλων, η ορθή συντήρηση των οποίων απαιτεί την πλήρη λύση-αποσυναρμολόγησή τους, καθιστώντας τη διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη. Δυστυχώς, τα έσοδα του μουσείου είναι πενιχρά, με αποτέλεσμα η ορθή συντήρηση αυτού του μοναδικού και ευαίσθητου υλικού να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη χωρίς την απαραίτητη εξωτερική υποστήριξη.
— Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την επιστημονική διερεύνηση του εγκλήματος, θεωρείτε ότι ένα μουσείο σαν το δικό σας μπορεί να λειτουργήσει και ως «γέφυρα» μεταξύ της ιστορικής και της σύγχρονης επιστήμης;
Οι συλλογές μας λειτουργούν ως ένα ουσιώδες ιστορικό αρχείο νοσημάτων και αιτιών θανάτου, αλλά και μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διερεύνηση του εγκλήματος κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αυτό το μοναδικό απόθεμα ιστορικών πειστηρίων και δεδομένων ενισχύει τη διεπιστημονική προσέγγιση. Όσο η Βιοϊατρική Τεχνολογία και οι μέθοδοι μηχανικής μάθησης εξελίσσονται, οι παλαιές συλλογές αποκτούν νέο νόημα, λειτουργώντας ως ιδανική «γέφυρα» για την επανεξέταση της ιστορίας των Δικαστικών Επιστημών μέσα από τα μάτια της σύγχρονης επιστήμης.
— Το μουσείο διαθέτει πειστήρια από τον 19ο και κυρίως από τον 20ό αιώνα. Υπάρχει σκέψη να δημιουργηθεί μια ψηφιακή βάση δεδομένων προσβάσιμη σε ερευνητές διεθνώς;
Ο διεθνής προσανατολισμός είναι ήδη κομμάτι της φιλοσοφίας μας. Το μουσείο συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πανεπιστημιακής Κληρονομιάς (Universeum) και επιδιώκει την ανάδειξη των συλλογών του ως παγκόσμιου σημείου αναφοράς για την ιστορία των Δικαστικών Επιστημών. Στόχος είναι αυτός ο σπάνιος επιστημονικός πλούτος να γίνει, μέσω ψηφιακών υποδομών, προσβάσιμος στην ερευνητική κοινότητα διεθνώς.
— Πώς διαχειρίζεστε το ηθικό όριο μεταξύ της επιστημονικής τεκμηρίωσης και του κινδύνου να μετατραπούν τα εκθέματα σε «θέαμα», ειδικά σε μια εποχή που το true crime περιεχόμενο έχει τεράστια απήχηση;
Η διαχείριση αυτού του ορίου επιτυγχάνεται πρωτίστως μέσω της ελεγχόμενης πρόσβασης. Αυτό δεν είναι απλώς δική μας επιλογή, αλλά πάγια τακτική πολλών συναφών μουσείων διεθνώς, με στόχο να αποτραπεί η μετατροπή των συλλογών σε ατραξιόν «σκοτεινού τουρισμού» (dark tourism). Σε απόλυτη αρμονία με αυτήν τη φιλοσοφία, το Εγκληματολογικό Μουσείο δεν είναι ανοιχτό στο ευρύ κοινό, αλλά απευθύνεται αποκλειστικά σε φοιτητές και αποφοίτους συναφών επιστημών, σπουδαστές των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας και ερευνητές. Διατηρώντας τον χώρο αυστηρά ακαδημαϊκό, διασφαλίζουμε ότι τα «σκληρά» εκθέματα προσεγγίζονται με αμιγώς επιστημονικούς όρους. Έτσι, αποκλείουμε την ικανοποίηση της νοσηρής περιέργειας και κάθε μορφή εντυπωσιασμού, προστατεύοντας παράλληλα τη μνήμη των εμπλεκόμενων ατόμων.
— Αν το μουσείο αποκτούσε απεριόριστη χρηματοδότηση για μία μόνο τεχνολογική αναβάθμιση, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;
Αρχικά, η απόλυτη προτεραιότητα θα ήταν η αναβάθμιση των συστημάτων συντήρησης, όπως η εγκατάσταση σύγχρονων ψυχόμενων προθηκών για τα ευαίσθητα βιολογικά υλικά. Ωστόσο, από καθαρά τεχνολογική/ερευνητική σκοπιά, θα επένδυα σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ψηφιοποίησης και ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης, συζευγμένο με εξοπλισμό για την ασφαλή αποθήκευση των δεδομένων, επιτρέποντας στους ερευνητές να επεξεργάζονται ψηφιακά μοντέλα των ευρημάτων σε πραγματικό χρόνο.
— Υπάρχει σχεδιασμός ώστε το μουσείο να γίνει περισσότερο προσβάσιμο στο κοινό μέσω online εκπαιδευτικών προγραμμάτων;
Στους μελλοντικούς στόχους του μουσείου περιλαμβάνεται σαφώς η δυνατότητα της ψηφιακής πρόσβασης στις συλλογές μας. Ο σχεδιασμός online εκπαιδευτικών προγραμμάτων αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα προοπτική προς αυτή την κατεύθυνση, προσφέροντας τη δυνατότητα σε διαδικτυακούς επισκέπτες να έρθουν σε επαφή με τις συλλογές του με τρόπο ελεγχόμενο, ηθικά δομημένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο. Επίσης, στο πλαίσιο της γενικότερης εξωστρέφειας, το μουσείο διοργανώνει διαλέξεις που πραγματοποιούνται από διακριμένους επιστήμονες στον χώρο των Δικαστικών Επιστημών, οι οποίες είναι ανοιχτές στο κοινό, ενισχύοντας τον άμεσο διάλογο της σύγχρονης επιστήμης με την κοινωνία.
— Ποια θεωρείτε ότι είναι η πιο υποτιμημένη επιστημονικά συλλογή και αντίθετα η πιο ενδιαφέρουσα για εσάς, και γιατί;
Η πιο υποτιμημένη είναι σίγουρα η συλλογή κέρινων προπλασμάτων, τα οποία φιλοτεχνήθηκαν την περίοδο 1932-1962 από πραγματικά ιατροδικαστικά περιστατικά, με σκοπό την εκπαίδευση των φοιτητών της Ιατρικής. Τα εν λόγω προπλάσματα είναι μοναδικά στο είδος τους διεθνώς, καθώς απεικονίζουν ρεαλιστικά κακώσεις, παθολογικές αλλοιώσεις και ευρήματα ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος. Δυστυχώς, εξαιτίας της μακροχρόνιας έκθεσής τους στο περιβάλλον έχουν συσσωρεύσει ρύπους, με αποτέλεσμα να χρήζουν άμεσης συντήρησης. Ωστόσο, υπάρχει πρόβλεψη για τη συντήρησή τους από επιστημονική ομάδα ειδικών από το Ινστιτούτο Εξελικτικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης.
Αναφορικά με την πιο ενδιαφέρουσα συλλογή, θα έλεγα ότι ως δικαστικό ανθρωπολόγο, με συναρπάζουν οι πληροφορίες που μας αποκάλυψε η σύγχρονη τεχνολογία κατά τη μελέτη των ταριχευμένων κεφαλών των διαβόητων ληστάρχων. Για παράδειγμα, η αξονική τομογραφία της κεφαλής του Φώτιου Γιαγκούλα κατέδειξε ότι δεν είχε διενεργηθεί νεκροτομική διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας και ο εγκέφαλος διατηρείτο στην ανατομική του θέση (in situ). Αυτό συνάδει ιστορικά με πληροφορίες που ανέφεραν πως ο αρμόδιος εισαγγελέας είχε διατάξει ρητά το καταδιωκτικό απόσπασμα να αποφύγει τους πυροβολισμούς στο κεφάλι, για να διατηρηθούν αναγνωρίσιμα τα όμορφα χαρακτηριστικά του. Αυτό φαίνεται ότι έγινε σεβαστό και μετά τον θάνατό του από τον ιατροδικαστή!
— Πώς φαντάζεστε το Εγκληματολογικό Μουσείο σε δέκα χρόνια; Περισσότερο δημόσιο μουσείο εμπειρίας ή ένα υβριδικό μοντέλο φυσικής και ψηφιακής παρουσίας;
Το μέλλον του μουσείου εξαρτάται από τον τρόπο που θα επιλέξουμε να αφηγηθούμε την ιστορία του. Προκειμένου να διατηρήσει τη βιωσιμότητα και τη σημασία του, πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να παρέχει στον σύγχρονο επισκέπτη/μελετητή μια εμπειρία εναρμονισμένη με τα σύγχρονα ενδιαφέροντα. Το οραματίζομαι ξεκάθαρα ως ένα υβριδικό μοντέλο. Έναν χώρο που γεφυρώνει το ιστορικό βάθος των συλλογών του με τη σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα, προσφέροντας τόσο φυσική αλληλεπίδραση με τα εκθέματα όσο και ψηφιακά εργαλεία για την εξ αποστάσεως μελέτη.
— Το Εγκληματολογικό Μουσείο ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Πώς αντικατοπτρίζεται μέσα στις συλλογές του η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και της αντίληψης περί εγκλήματος;
Οι συλλογές του μουσείου συνιστούν έναν αυθεντικό και πολύπλευρο καθρέφτη της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και της κρατικής αντίληψης γύρω από την εγκληματικότητα. Η εξέλιξη της αντίληψης περί εγκλήματος διαφαίνεται περίτρανα μέσα από τη διαχείριση της ληστοκρατίας, ενός φαινομένου που ταλάνισε την ελληνική ύπαιθρο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Οι λήσταρχοι εκείνης της περιόδου κινούνταν συχνά στα όρια μεταξύ στυγνού εγκληματία και κοινωνικού «τιμωρού», διαπράττοντας από απαγωγές, ζωοκλοπές και δολοφονίες μέχρι αγαθοεργίες. Το ελληνικό κράτος, στην προσπάθειά του να εμπεδώσει την τάξη και να αποδείξει την ισχύ του απέναντι σε αυτές τις μορφές παραβατικότητας, κατέφευγε σε σκληρά μέτρα, αποκόπτοντας και εκθέτοντας την κεφαλή κάθε λήσταρχου σε δημόσια θέα ως ένδειξη της αποτελεσματικότητας του κατασταλτικού του μηχανισμού.
Παράλληλα, η διαφοροποίηση της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη αποτυπώνεται έντονα στο ζήτημα της λαιμητόμου. Ενώ στη Δύση η καρατόμηση ως μέσο επιβολής της θανατικής ποινής αποτελούσε αποδεκτό δημόσιο θέαμα, στον ελληνικό πληθυσμό προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, σε βαθμό που κανένας Έλληνας δεν δεχόταν τη θέση του δημίου, αναγκάζοντας το κράτος να προσλαμβάνει ξένους.
Περνώντας σταδιακά στο αστικό περιβάλλον του Μεσοπολέμου, τα εκθέματα που αφορούν εγκλήματα όπως η δολοφονία Αθανασόπουλου το 1931 καταδεικνύουν το πώς υποθέσεις της εποχής άρχισαν να συγκλονίζουν τη συλλογική «κοινή γνώμη». Η πρωτοφανής κάλυψη από τον ημερήσιο Τύπο οδήγησε στο να περάσει το έγκλημα στη λαϊκή κουλτούρα, εμπνέοντας από τραγούδια μέχρι θεατρικές παραστάσεις, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπου τα μέσα ενημέρωσης διαμορφώνουν την κοινωνική αντίληψη γύρω από το έγκλημα. Από την άλλη πλευρά, η σκοτεινή πλευρά του εγκλεισμού, του σωφρονιστικού συστήματος και των κοινωνικών εξαρτήσεων φωτίζεται μέσα από τα αυτοσχέδια μαχαίρια που κατασκεύαζαν οι κρατούμενοι στις φυλακές, καθώς και από τους αυτοσχέδιους ναργιλέδες (τσίκες) για την κατανάλωση χασίς. Μέσα από αυτά τα ετερόκλητα εκθέματα, παρατηρούμε όχι μόνο την ιστορία του εγκλήματος, αλλά τις κοινωνικές παθογένειες, τις περιόδους κρίσης και τους τρόπους με τους οποίους το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να επιβάλει τον έλεγχο.
— Πολλά εκθέματα συνδέονται με πραγματικές υποθέσεις που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη. Πώς ισορροπεί το μουσείο μεταξύ της ιστορικής μνήμης και του σεβασμού απέναντι στα πρόσωπα πίσω από αυτές τις υποθέσεις;
Αυτή η ισορροπία είναι ο πυρήνας των σύγχρονων ηθικών μας ευθυνών. Ολοκληρώνουμε μια σημαντική μετάβαση από μια κουλτούρα «ιδιοκτησίας» των εκθεμάτων προς μια κουλτούρα αυστηρής «ηθικής διαχείρισης» (ethical stewardship). Θέτουμε ως απόλυτη προτεραιότητα την προσεκτική και αξιοπρεπή μεταχείριση όλων των ανθρωπίνων υπολειμμάτων κατά τη συντήρηση και τη μελέτη, σεβόμενοι πλήρως την ιδιωτικότητα και τη συναισθηματική ευημερία των εν ζωή απογόνων. Ακόμα και η εκπαιδευτική αναγκαιότητα ενός εκθέματος σταθμίζεται προσεκτικά απέναντι στις ηθικές της προεκτάσεις, διασφαλίζοντας τον απόλυτο σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή και μνήμη.
— Δεδομένου ότι η σημερινή οργάνωση των εκθεμάτων εξυπηρετούσε τις εκπαιδευτικές ανάγκες των φοιτητών Ιατρικής των αρχών του 20ού αιώνα, υπάρχει πρόθεση επανασχεδιασμού του χώρου και του τρόπου έκθεσης των συλλογών, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες μουσειακές πρακτικές και αντιλήψεις;
Το Εγκληματολογικό Μουσείο έχει συνεργαστεί στο παρελθόν αλλά και πολύ πρόσφατα με το ΔΠΜΣ Μουσειακές Σπουδές του ΕΚΠΑ για τον σχεδιασμό νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας του. Φέτος, στο πλαίσιο του μαθήματος «Νοηματικός Σχεδιασμός Μουσείων και Εκθέσεων», το οποίο συντονίζει και διδάσκει η επίκουρη καθηγήτρια Μουσειολογίας Μάρλεν Μούλιου, ομάδες φοιτητών σχεδίασαν νοηματικά και χωρικά τρεις πρωτότυπες και πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις για την επανέκθεση του μουσείου, με μεγάλη επιμέλεια και έμπνευση. Η ύπαρξη, άλλωστε, μιας άρτιας μουσειολογικής μελέτης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος, σε άμεση συνεργασία με την Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης της Περιουσίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και τις Πρυτανικές Αρχές.