Καλοντυμένος, όμορφος, bon viveur: Αυτός ήταν ο «ληστής με τις γλαδιόλες»

Καλοντυμένος, όμορφος, bon viveur: Αυτός ήταν ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ο Θόδωρος ντυνόταν πάντα στην τρίχα και πρόσεχε και την τελευταία λεπτομέρεια στην εμφάνισή του. «Ακόμη και στις μεταγωγές ντυνόταν σαν να πήγαινε σε δεξίωση», θα πει αργότερα ένας συγκρατούμενός του.
0

16 Νοεμβρίου 1973. H Αθήνα βρίσκεται σε αστυνομικό κλοιό λόγω των γεγονότων στο Πολυτεχνείο. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί μέσα κι έξω από το Ίδρυμα, πιστοί στο κάλεσμα των φοιτητών μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού που έχουν στήσει και φωνάζουν συνθήματα κατά της χούντας. Η κυκλοφορία από τα βόρεια προάστια προς το κέντρο γίνεται με δυσκολία, ενώ από το ύψος των Αμπελοκήπων είναι σχεδόν αδύνατη. Λίγα χιλιόμετρα μακριά, στο Παγκράτι, ένας 24χρονος άνδρας έχει άλλα σχέδια. Ετοιμάζεται να χτυπήσει την Εθνική Τράπεζα της οδού Πρατίνου. Είναι ο 24χρονος Θόδωρος Βενάρδος, ένας καλοντυμένος και όμορφος νεαρός, που θα μείνει στα εγκληματολογικά χρονικά ως «ο ληστής με τις γλαδιόλες».

Από τα ξημερώματα είχε βάλει σε εφαρμογή το πλάνο του, όταν έκλεψε τη βυσσινί Jaguar του επιχειρηματία Ευάγγελου Συρίγου, ιδιοκτήτη της εταιρείας πουλερικών «Βοκτάς», από γκαράζ στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου, καθώς ο νυχτοφύλακας είχε αποκοιμηθεί και δεν κατάλαβε τίποτα. Έβαλε στο αυτοκίνητο ξένες πινακίδες, που βρήκε στο πορτ μπαγκάζ, επέστρεψε στο σπίτι του στα Ιλίσια, ντύθηκε καθολικός ιερέας με μαύρη καμπαρτίνα και πλατύγυρο καπέλο και στις 9:30 το πρωί βρισκόταν έξω από την τράπεζα. Άφησε αναμμένη τη μηχανή της Jaguar, έκρυψε την κοντόκαννη καραμπίνα μέσα στα ρούχα του, φόρεσε γυαλιά ηλίου και εισέβαλε στο κατάστημα, καλύπτοντας το πρόσωπό του με ένα λευκό μαντίλι. Κατευθύνθηκε προς τον διευθυντή, Νίκο Χατζιώτη, που εκείνη την ώρα μιλούσε στο τηλέφωνο. Του άρπαξε το ακουστικό, το κατέβασε και του έδωσε μια μαύρη σακούλα. «Δώσε εντολή στους ταμίες να τη γεμίσουν! Γρήγορα!», του είπε. Ταυτόχρονα υποχρέωσε τους τέσσερις πελάτες να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να γυρίσουν με το μέτωπο προς τον τοίχο.       

«Ένας λόγος που με ανάγκασε να αποδράσω ήταν ότι στη φυλακή αντί να με ημερεύουν, με εξαγρίωναν. Όσο για τη ληστεία με τις γλαδιόλες, ήταν δική μου έμπνευση, της τελευταίας στιγμής. Νομίζω ότι υπήρξα ευγενικός. Πρόσφερα λουλούδια και μου πρόσφεραν χρήματα».                            

Την ώρα εκείνη μπήκαν στην τράπεζα ακόμα δύο πελάτες. Ο ένας απ’ αυτούς προσπάθησε να φύγει, αλλά ο ληστής τον άρπαξε απ’ τη γραβάτα και τον τράβηξε πάλι μέσα. Σε λίγα λεπτά είχε πάρει 2.375.000 δραχμές, ποσό με το οποίο, εκείνη την εποχή, αγόραζε κανείς τέσσερα διαμερίσματα στο κέντρο της Αθήνας. Παρά την απόπειρα δύο αστυνομικών να καταδιώξουν τον ληστή με περιπολικό, η Jaguar εξαφανίστηκε γρήγορα από το οπτικό τους πεδίο.   

Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Nτύθηκε καθολικός ιερέας με μαύρη καμπαρντίνα και πλατύγυρο καπέλο και στις 9:30 το πρωί βρισκόταν έξω από την τράπεζα. Άφησε αναμμένη τη μηχανή της Jaguar, έκρυψε την κοντόκαννη καραμπίνα στα ρούχα του, φόρεσε γυαλιά ηλίου και εισέβαλε, καλύπτοντας το πρόσωπό του με μαντίλι.
Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ρεπορτάζ της «Ακρόπολις»

Αποφεύγοντας δρόμους με μεγάλη κυκλοφορία, για να μην πέσει σε μπλόκο, ο νεαρός ληστής έφτασε στα Σπάτα, μια περιοχή που γνώριζε καλά, αφού εκεί είχε μεγαλώσει και εκεί έμενε η μητέρα του, Φωτεινή, με τον δεύτερο σύζυγό της. Έκρυψε την καραμπίνα και τα χρήματα μέσα σε θάμνους, εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και, αρκετές ώρες αργότερα, όταν έπεσε το σκοτάδι και βεβαιώθηκε ότι οι διώκτες του είχαν χάσει τα ίχνη του, της χτύπησε την πόρτα. Η γυναίκα ανησύχησε που τον είδε λασπωμένο και ταλαιπωρημένο. «Ήμουν στο Πολυτεχνείο, με κυνηγούσε η αστυνομία», της είπε. Λίγο αργότερα έφτασε στα Σπάτα η αδελφή του, η όμορφη Ανίτα, που ήταν δύο χρόνια μικρότερή του και φοιτούσε σε σχολή μανεκέν, για να τον φυγαδεύσει στο διαμέρισμά της.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια

Ο Θόδωρος Βενάρδος γεννήθηκε από μια «άγουρη» μάνα 15 ετών, που χώρισε, όταν εκείνος ήταν μόλις τεσσάρων, και ξαναπαντρεύτηκε, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να γνωρίσει καλά καλά τον βιολογικό του πατέρα, ο οποίος έφυγε για τη Βραζιλία. Ο πατριός του δεν τον ήθελε στα «πόδια» του και του έκανε τη ζωή δύσκολη. Μεγάλωσε ουσιαστικά με τον παππού και τη γιαγιά του, με τους οποίους δεν πέρασε και την πιο εύκολη ζωή. Ήθελαν «να τον κάνουν άνθρωπο», όπως είπαν στη μάνα του όταν τον πήραν κοντά τους, αλλά τον έντυναν με βρόμικα ρούχα και τον είχαν να κοιμάται στο υπόγειο. Ο Θόδωρος μεγάλωσε πρόωρα. Του έλειψε η στοργή και η παιδική ανεμελιά. Ήταν, πάντως, καλός μαθητής. Τελειώνοντας το σχολείο πήγε στη σχολή Πυθαγόρας για να σπουδάσει μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού.

Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας κατηγορήθηκε ότι ανατίναξε μια αποθήκη πυρομαχικών. Συνελήφθη, βασανίστηκε και τελικώς απολύθηκε για λόγους υγείας. Παντρεύτηκε μικρός, μόλις στα 24 χρόνια του, με τη 17χρονη Τούλα, την οποία «πολιόρκησε» με πάθος, παρά τις αντιδράσεις των γονιών της, που δεν ήθελαν για γαμπρό τους κάποιον που θαλασσοδερνόταν και έλειπε για μήνες από το σπίτι του. Ο Θόδωρος τους έπεισε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την κόρη τους. Έτσι κι αλλιώς, η θάλασσα δεν τον «σήκωνε». Δύο χρόνια μετά το πρώτο του μπάρκο, τα παράτησε. Μετά τον γάμο έπιασε δουλειά ως τορναδόρος σε ένα ναυπηγείο, στο οποίο τον έστειλε ο πεθερός του, που ήταν φίλος με τον ιδιοκτήτη. Ο Θόδωρος όμως έλεγε ότι ήταν «γεννημένος για μεγάλη ζωή». Κι έτσι ο γάμος του δεν κράτησε ούτε τρεις μήνες, αφού του άρεσαν τα γλέντια και οι γυναίκες...

Ο Θόδωρος ντυνόταν πάντα στην τρίχα και πρόσεχε και την τελευταία λεπτομέρεια στην εμφάνισή του. «Ακόμη και στις μεταγωγές ντυνόταν σαν να πήγαινε σε δεξίωση», θα πει αργότερα ένας συγκρατούμενός του. Μετά τη ληστεία στο Παγκράτι άρχισε την ντόλτσε βίτα. Ξόδευε πολλά σε ταξίδια στο εξωτερικό και σε διασκέδαση. Πρώτος προορισμός του, μόλις τέσσερις ημέρες αργότερα, ήταν η Ζυρίχη. Ακολούθησαν κι άλλες πόλεις της Ελβετίας και της Ευρώπης. Επιστρέφοντας στην Αθήνα έγινε ο καλύτερος πελάτης στα μπουζούκια, όπου του άρεσε να επιδεικνύεται, αλλά και στο καζίνο της Πάρνηθας. Έπαιζε μεγάλα ποσά, συνοδευόμενος πάντα από όμορφες γυναίκες. Μόνο σ’ ένα βράδυ έχασε στη ρουλέτα εκατό χιλιάρικα.

Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, έγινε ο καλύτερος πελάτης στα μπουζούκια, όπου του άρεσε να επιδεικνύεται, αλλά και στο καζίνο της Πάρνηθας. Έπαιζε μεγάλα ποσά, συνοδευόμενος πάντα από όμορφες γυναίκες.

Η σύλληψη στο οπλοπωλείο

Ο πολυτελής βίος του δεν πέρασε απαρατήρητος. Έτσι, στις 26 Ιανουαρίου 1974, σχεδόν δυόμισι μήνες μετά τη θεαματική ληστεία της τράπεζας, οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον «στρίμωξαν» σ’ ένα οπλοπωλείο στην οδό Αριστείδου, στο κέντρο της Αθήνας, όπου παζάρευε μια αυτόματη καραμπίνα, παρέα με τη φίλη του, την Μπελίντα, η οποία, σύμφωνα με κάποιες εφημερίδες, είχε υποβληθεί σε εγχείρηση φυλομετάβασης στην Καζαμπλάνκα.                                   

Ο Βενάρδος είχε πάνω του 25.000 δραχμές, αλλά και αποδείξεις εισόδου στο Μον Παρνές, για να μπορεί ανά πάσα στιγμή να δικαιολογήσει τα χρήματα που είχε μαζί του. Έτσι έκανε και τη στιγμή της σύλληψής του. Ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει στο καζίνο, αλλά δεν έπεισε τους αστυνομικούς, που έπεσαν πάνω του και του πέρασαν χειροπέδες. Στο σπίτι του βρέθηκαν 1.139.000 δραχμές, που επιστράφηκαν στην τράπεζα. Άλλες 548.000 δραχμές είχε δώσει στην Ανίτα, η οποία επίσης συνελήφθη. Με τα χρήματα αυτά είχε αγοράσει αυτοκίνητο και ένα στερεοφωνικό συγκρότημα, τα οποία κατασχέθηκαν.

Ο φάκελος της δικογραφίας ξεπερνούσε τις 400 σελίδες, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του κατηγορίες και για άλλες ληστείες και κλοπές, από το 1968, τις οποίες αρνούνταν. Η Μπελίντα ανακρίθηκε για περισσότερο από μία εβδομάδα στην Ασφάλεια, αλλά, όπως φάνηκε, δεν ήξερε τίποτα για τη δράση του Θόδωρου Βενάρδου και αφέθηκε ελεύθερη. Ο ίδιος κατηγορήθηκε ακόμη και για τον τραυματισμό του 42χρονου χωροφύλακα Θανάση Σερέτη, τον οποίο, όπως είπαν οι αρχές, έβαλε στο στόχαστρο για να του αρπάξει το υπηρεσιακό του όπλο, δύο εβδομάδες πριν από τη ληστεία στο Παγκράτι, τα ξημερώματα της 2ας Νοεμβρίου 1973. Εκείνος όμως επέστρεφε εκείνη την ώρα στο σπίτι του στην Ηλιούπολη και το είχε αφήσει στην υπηρεσία του, στις Φυλακές Ανηλίκων Βουλιαγμένης. Ο Βενάρδος τον πυροβόλησε στα πόδια με την καραμπίνα μέσα από το αυτοκίνητο και τράπηκε σε φυγή άπρακτος.              

Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ρεπορτάζ της «Ακρόπολις»
Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ο Βενάρδος με την αδελφή του, Ανίτα.

Η θεαματική απόδραση από τον Κορυδαλλό

Τα κάγκελα δεν κράτησαν πολύ τον υπόδικο ληστή. Δύο μήνες μετά την προφυλάκισή του, στις 24 Απριλίου, στις 16:15 το απόγευμα, απέδρασε από τις φυλακές Κορυδαλλού, όταν ένας φρουρός προθυμοποιήθηκε να πιάσει την μπάλα των κρατουμένων που είχε πέσει –όχι, φυσικά, κατά λάθος– στη «νεκρή» ζώνη, ανάμεσα στην περίφραξη και τον εξωτερικό τοίχο. Ο νεαρός κρατούμενος έκανε κάτι που φαινόταν ακατόρθωτο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σκαρφάλωσε στο συρματόπλεγμα του εσωτερικού μαντρότοιχου, ανέβηκε στη σκοπιά και αφού εξουδετέρωσε τον φύλακα με μια κλοτσιά στο κεφάλι, πήδηξε από ύψος πέντε μέτρων και το έβαλε στα πόδια χωρίς να έχει ούτε γρατζουνιά. Την ίδια ώρα οι συγκρατούμενοί του ξεσπούσαν σε ιαχές και χειροκροτήματα. Ήταν τέτοιος ο αιφνιδιασμός των φρουρών, που ούτε συναγερμό χτύπησαν ούτε πυροβόλησαν, έστω προειδοποιητικά στον αέρα. Κι έτσι, ο νεαρός δραπέτης, αν και δυσκολεύτηκε να βρει μέσο διαφυγής, κατάφερε να εξαφανιστεί, αλλάζοντας τρία ταξί.       

cover
«Ακόμη και στις μεταγωγές ντυνόταν σαν να πήγαινε σε δεξίωση», θα πει αργότερα ένας συγκρατούμενός του.

Ακολούθησε ανακοίνωση του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως: «Ανακοινούται ότι ο κρατούμενος Βενάρδος Θεόδωρος, επωφεληθείς της στιγμιαίας απουσίας του φρουρού εκ της θέσεώς του, όστις εκινήθη κατά παράκλησιν των κρατουμένων διά να επαναφέρει εντός του προαυλίου την μεταξύ προαυλίου και περιτειχίσματος των φυλακών πεσούσαν σφαίραν ποδοσφαίρου, διέφυγε διά της κλίμακος της σκοπιάς. Ενεργούνται αναζητήσεις».             

Μετά την απόδρασή του, ο Θόδωρος Βενάρδος λούφαξε σε μια ερημιά στη Χασιά, τρώγοντας ό,τι μπορούσε να αρπάξει από τις στάνες των κτηνοτρόφων. Τις επόμενες ημέρες βρήκε καταφύγιο σε δύο εγκαταλειμμένα σπίτια στην Εκάλη. Κατέληξε σ’ ένα δωμάτιο που του βρήκε ο πατριός του, στην οδό Σερίφου 34 στην Κυψέλη. Μάλιστα είχε καλύψει τα παράθυρα με σκούρο μπλε χαρτί και εφημερίδες, ώστε το σπίτι να φαίνεται ακατοίκητο. Στις 16 Μαΐου 1974, και ενώ η Αστυνομία τον αναζητούσε παντού, έκλεψε δύο αυτοκίνητα, ένα Rover από την Εκάλη και ένα Fiat 124 από τα Πατήσια. Το πρώτο θα το χρησιμοποιούσε στη ληστεία που είχε σχεδιάσει στον Κολωνό. Το δεύτερο θα το άφηνε στο Μπουρνάζι, για να το πάρει μετά τη διαφυγή του και να εξαφανίσει τα ίχνη του. 

Η δεύτερη ληστεία και οι... γλαδιόλες

Την επόμενη μέρα, στις 9 το πρωί, μπήκε στην Εθνική Τράπεζα της οδού Βορείου Ηπείρου 155, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Μελετίου, φορώντας ένα τζόκει με διακριτικά δεκανέα του αμερικανικού στρατού και γυαλιά ηλίου. Είχε κρύψει την καραμπίνα μέσα σε μια ανθοδέσμη. Ξαφνικά πέταξε στο πάτωμα τα λουλούδια και κραδαίνοντας το όπλο κατευθύνθηκε προς τα ταμεία. «Ληστεία, μην κουνηθεί κανείς!», φώναξε και έδωσε σ’ έναν ταμία μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών. Εκείνος άρχισε να ρίχνει μία μία τις δεσμίδες με τα πενηντάρικα, για να καθυστερήσει τον ληστή και να περιορίσει τη… χασούρα, προκαλώντας τον εκνευρισμό του.

Η λεία του ήταν 555.000 δραχμές. Ο διευθυντής, Μιχάλης Σοφικίτης, προσπάθησε να του κλείσει τον δρόμο με ένα άλλο αυτοκίνητο, ενώ ένας υπάλληλος γαντζώθηκε από το Rover, χωρίς να καταφέρει να τον σταματήσει.

Τρεις ημέρες αργότερα, φορώντας μια λευκή περούκα και στηριζόμενος σ’ ένα μπαστούνι, ο Θόδωρος Βενάρδος άφησε μια επιστολή στο γραμματοκιβώτιο του θεατρικού συγγραφέα Νίκου Καμπάνη, που έγραφε στην εφημερίδα «Τα Νέα». Όπως θα πει μετά τη σύλληψή του, τον γνώριζε και τον εκτιμούσε επειδή είχε πάρει την Ανίτα να τραγουδήσει σε θεατρική παράσταση. Άλλη μία παρέδωσε στον δημοσιογράφο της ίδιας εφημερίδας, Κώστα Καββαθά. Μέσα σε λίγες γραμμές παραδεχόταν τη ληστεία, ζητούσε να παύσει η ποινική του δίωξη, να αφεθεί ελεύθερη η αδελφή του και όλοι οι κρατούμενοι στις φυλακές της χώρας, ενώ έθετε όρους στην Αστυνομία προκειμένου να μη συνεχίσει να την «εκθέτει». Ζητούσε ακόμη να τον στείλουν στη Λατινική Αμερική, παρουσία του πρεσβευτή της χώρας προορισμού του και εκπροσώπου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Προτού περάσει ένα 24ωρο επικηρύχθηκε από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, το οποίο, με ανακοίνωσή του, τον κάλεσε να παραδοθεί εντός 48 ωρών. Ο υπουργός, Γεώργιος Τσουμάνης, υπέγραψε τη σχετική απόφαση, με την οποία προσφέρονταν 300.000 δραχμές για τη σύλληψή του και 200.000 δραχμές για την παροχή συγκεκριμένων πληροφοριών που θα οδηγούσαν στον εντοπισμό του. Για το στρατιωτικό καθεστώς ήταν πλέον ζήτημα τιμής, καθώς ο μύθος του ληστή έπαιρνε διαστάσεις.

Η φυγή στις Ηνωμένες Πολιτείες

Βλέποντας τον κλοιό να σφίγγει, ο Θόδωρος Βενάρδος «τρύπωσε» στις 27 Μαΐου 1974 σ’ ένα νορβηγικό καράβι που έφευγε από το λιμάνι της Ελευσίνας για την Αμερική, εφοδιασμένος με κονσέρβες και νερό. Ωστόσο, την έκτη ημέρα του ταξιδιού εντοπίστηκε από το πλήρωμα. Δήλωσε το όνομα Νικόλαος Σιδέρης, δείχνοντας και την αστυνομική του ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, η ταυτότητα ανήκε στον παλιό ποδοσφαιριστή του Εθνικού και του Ολυμπιακού, Νίκο Σιδέρη, το αυτοκίνητο του οποίου είχε κλέψει ο Βενάρδος έξω από το σπίτι του ποδοσφαιριστή, στην οδό Αστυπάλαιας 46 στην Κυψέλη, λίγες ώρες προτού μπει στο πλοίο. Μέσα στο αυτοκίνητο, εκτός από την ταυτότητα, βρήκε και 8.000 δραχμές. Μέχρι τον κατάπλου στο λιμάνι του Νόρφολκ, που ήταν και ο τελικός προορισμός, ο καπετάνιος έβαλε τον Έλληνα λαθρεπιβάτη –και πρώην ναυτικό– να κάνει διάφορες δουλειές πάνω στο καράβι.

Οι αμερικανικές αρχές διαπίστωσαν ότι η ταυτότητα που είχε παρουσιάσει δεν ήταν δική του και στις 12 Ιουνίου τον απέλασαν αεροπορικώς στην Ελλάδα, μαζί με άλλους πέντε συμπατριώτες μας, που είχαν μπει παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου έφτασε με την πτήση 412 της Ολυμπιακής από Νέα Υόρκη, παρά την προσπάθειά του να αποφύγει τον έλεγχο διαβατηρίων και να το βάλει στα πόδια.          

Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ρεπορτάζ της «Απογευματινής»

Οι αστυνομικοί κάλεσαν τους δημοσιογράφους στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, για να παρουσιάσουν το «λάφυρό» τους. Ο Θόδωρος Βενάρδος αρνήθηκε να φωτογραφηθεί, αλλά έλυσε πρόθυμα όλες τις απορίες τους: «Είχα προετοιμαστεί, γυμναζόμουν καθημερινά και παρατηρούσα όλες τις συνήθειες των φρουρών της φυλακής», είπε για την απόδραση από τον Κορυδαλλό. «Ήταν ένα θαύμα αιφνιδιασμού που κράτησε μόλις οκτώ δευτερόλεπτα. Οι φύλακες τα έχασαν, δεν πρόλαβαν να κάνουν τίποτα. Ένας λόγος που με ανάγκασε να αποδράσω ήταν ότι στη φυλακή αντί να με ημερεύουν, με εξαγρίωναν. Μου έκοψαν και τα μαλλιά. Ήταν για εμένα μεγάλη προσβολή. Όσο για τη ληστεία με τις γλαδιόλες, ήταν δική μου έμπνευση, της τελευταίας στιγμής. Νομίζω ότι υπήρξα ευγενικός. Πρόσφερα λουλούδια και μου πρόσφεραν χρήματα». Όταν ο διοικητής της Ασφάλειας Γιώργος Καρούζος τον ρώτησε εάν ήταν αποφασισμένος να ανοίξει πυρ σε περίπτωση που ερχόταν αντιμέτωπος με αστυνομικούς, απάντησε: «Φονιάς δεν είμαι, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω...».                                                                                            

Ποτέ δεν έγινε γνωστό, πάντως, εάν τα λουλούδια ήταν όντως γλαδιόλες ή απλώς μια ειρωνική ατάκα ενός αστυνομικού, πάνω στην τσαντίλα του, επειδή ο ληστής είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει. Ακολούθησαν έρευνες στην περιοχή της Χασιάς, όπου ξεριζώθηκαν δεκάδες θάμνοι, καθώς ο Βενάρδος δυσκολευόταν να θυμηθεί το ακριβές σημείο όπου είχε θάψει τα χρήματα. Τελικώς βρέθηκε το μεγαλύτερο μέρος: 475.000 δραχμές, μέσα σε μια νάιλον σακούλα, που ήταν τυλιγμένη σ’ ένα τσουβάλι. Όταν οι αστυνομικοί τον ρώτησαν πού ήταν τα υπόλοιπα, ισχυρίστηκε ότι αυτά ήταν όλα όσα είχε αρπάξει και ότι οι υπάλληλοι έκαναν λάθος στο μέτρημα. Την επόμενη μέρα, εν όψει της παραπομπής του στη Δικαιοσύνη, ο αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, Γεώργιος Ζορμπάς, υπέγραψε απαγόρευση δημοσίευσης πληροφοριών από όλες τις εφημερίδες για τη ληστεία στην τράπεζα του Κολωνού και για τις εξελίξεις σχετικά με τη σύλληψή του.

Η δίκη έπειτα από πέντε αναβολές

Η δίκη του Θόδωρου Βενάρδου άρχισε τη Δευτέρα 21 Ιουλίου 1975, έπειτα από πέντε αναβολές, αφού την παραμονή κάθε δικασίμου φρόντιζε να καταπίνει αντικείμενα, ώστε να μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Η υπεράσπιση ζήτησε νέα αναβολή της δίκης και ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, αλλά το αίτημα απορρίφθηκε. Δύο ψυχίατροι, που τον είχαν εξετάσει στη φυλακή, διασταύρωσαν τα ξίφη τους στο ακροατήριο. Ο Χρήστος Βούρδας κατέθεσε ότι ο Θόδωρος Βενάρδος παρουσίαζε διαταραχή προσωπικότητας, αλλά είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. Αντιθέτως, ο Βασίλης Πιπερίγκος υποστήριξε ότι είχε μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. «Το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε δεν ήταν το ενδεδειγμένο», είπε χαρακτηριστικά. «Γνώρισε τρεις πατέρες και δύο μητέρες. Επιπλέον, στον αισθηματικό τομέα είναι αποτυχημένος, ενώ από τον στρατό πήρε απολυτήριο λόγω υγείας. Μετά ήρθαν και οι απόπειρες αυτοκτονίας. Πιστεύω ότι πρέπει να του αναγνωριστεί μειωμένη ευθύνη. Μπορεί να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, αλλά μέχρι ενός σημείου».                                                                                            

cover
«Τρελό προσπάθησε να βγάλει η υπεράσπιση τον Θεόδωρο Βενάρδο. Αλλά η σχετική αίτησή της απερρίφθη από το δικαστήριο, μπροστά στο οποίο ο "ληστής των Τραπεζών", προς μεγίστη έκπληξη του ακροατηρίου, δεν δίστασε χθες ακόμη και να δακρύσει».

Στην απολογία του ο Θόδωρος Βενάρδος παραδέχθηκε μόνο τις δύο ληστείες τραπεζών, μία απόπειρα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο στο Κουκάκι και τις κλοπές των αυτοκινήτων, λέγοντας ότι η ομολογία του για τα υπόλοιπα αδικήματα ήταν προϊόν βασανιστηρίων στην Ασφάλεια. Επικαλέστηκε πολιτικά κίνητρα για τις πράξεις του και ισχυρίστηκε ότι μέρος της λείας του προοριζόταν για αγορά όπλων, χειροβομβίδων και ασυρμάτων στο πλαίσιο του αντιδικτατορικού αγώνα. Είπε, μάλιστα, ότι βοήθησε οικονομικά τα παιδιά του Πολυτεχνείου και κάποιους τραυματισμένους φοιτητές. Ύστερα από πενθήμερη ακροαματική διαδικασία, κρίθηκε ένοχος για τέσσερις ληστείες, 67 διαρρήξεις και έντεκα κλοπές αυτοκινήτων. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών και 7 μηνών κατά συγχώνευση, καθώς του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού. Η αδελφή του καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 μηνών.                                                           

Στον Κορυδαλλό, ο Θόδωρος Βενάρδος γνώρισε γρήγορα τον άγριο κόσμο της φυλακής και τους άγραφους νόμους που εφαρμόστηκαν αμείλικτα στο νεανικό του κορμί. Άρχισε να «τρελαίνεται», να μιλάει αλλόκοτα και να κάνει κακό στον εαυτό του, καταπίνοντας βίδες, θερμόμετρα και κουταλάκια. Όταν, στις αρχές του 1978, κοινοποιήθηκε η απόφαση για μεταγωγή του από το νοσοκομείο κρατουμένων του Κορυδαλλού στις φυλακές της Κέρκυρας, έραψε με χοντρή κλωστή τα χείλη και τα αυτιά του. Κι έτσι, ο εισαγγελέας Λαμπίρης, που πήγε για να του πάρει κατάθεση στο πλαίσιο έρευνας για τις συνθήκες κράτησης στην Κέρκυρα, για τις οποίες είχε υποβάλει γραπτώς καταγγελία, έφυγε άπρακτος.

Η απεργία πείνας και η Αννούλα

Τον Αύγουστο του 1981, ο 32χρονος, πλέον, Βενάρδος έκανε απεργία πείνας επί 26 ημέρες και μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά. Η γνωριμία του μέσα στο νοσοκομείο με μια 29χρονη κοπέλα, την Αννούλα όπως την έλεγε, η οποία καταγόταν από τα Χανιά και ήταν χωρισμένη και μητέρα δύο παιδιών, του αναπτέρωσε το ηθικό. Έκανε σχέδια για το μέλλον, καθώς η μητέρα του τούς πέρασε βέρες. Όμως μετά την επιστροφή του στον Κορυδαλλό, προσγειώθηκε στη σκληρή πραγματικότητα. Στις 25 Νοεμβρίου 1982, κι ενώ είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο της Νίκαιας για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, για να αφαιρεθούν από το στομάχι του πέντε μπαταρίες, ένα καρφί και ένα ξυράφι που είχε καταπιεί, ένας από τους τέσσερις χωροφύλακες που ήταν υπεύθυνοι για την επιτήρησή του, ο Μιχάλης Κακλαμάνος, τον τραυμάτισε με δύο σφαίρες στην κοιλιά και στο πόδι.

Οι αρχές υποστήριξαν ότι όλα έγιναν επειδή ο Βενάρδος προσπάθησε να αποδράσει. Ο ίδιος επέμενε ότι απλώς ήθελε να καθίσει μπροστά στην πόρτα του θαλάμου και, όταν του το αρνήθηκαν, προσπάθησε να τη σπάσει. Όπως είπαν κάποιοι γιατροί, οι φρουροί που βρίσκονταν στο διάδρομο του νοσοκομείου, έξω από τον θάλαμο, αρκούσαν για να τον ακινητοποιήσουν ή, έστω, να πυροβολήσουν για εκφοβισμό. Έτσι, όταν ανάρρωσε από το χειρουργείο, επέστρεψε στον Κορυδαλλό. Τον Μάρτιο του 1984 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς τον καταδίκασε σε φυλάκιση 6 μηνών για απόπειρα απόδρασης και αντίσταση κατά της αρχής. Ο Θόδωρος Βενάρδος δεν θύμιζε σε τίποτα τον άνθρωπο που, όπως είπε ο εισαγγελέας της έδρας στην αγόρευσή του, γεννήθηκε για το «ζην επικινδύνως». Καμπουριασμένος, με γκρίζους κροτάφους και ήρεμος, χάρη –προφανώς– στα ψυχοφάρμακα...

Στις φυλακές της Κέρκυρας, όπου μετήχθη στη συνέχεια, καθώς απορρίφθηκαν όλες οι αιτήσεις του να παραμείνει στον Κορυδαλλό, έκανε άλλες έξι απόπειρες αυτοκτονίας. Έφτασε σε σημείο να καταπιεί ένα σύρμα μήκους ενάμιση μέτρου. Η εικόνα του άρχισε να ξεθωριάζει, είχε γίνει σκιά του εαυτού του, ίσως επειδή είχε καταλάβει ότι όλα ήταν μάταια πλέον. «Δεν μπορεί, κάτι απ’ όλα αυτά που καταπίνω θα με σκοτώσει και θα ησυχάσω...», είχε πει στη μάνα του. Δύο αιτήσεις του για αποφυλάκιση λόγω ανηκέστου βλάβης και νοσηλεία του σε ψυχιατρική κλινική απορρίφθηκαν.

Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Το καλοκαίρι του 1984 έκανε αίτηση χάριτος. Όμως, την ημέρα που ο φάκελος έφτανε στο υπουργείο Δικαιοσύνης, συγγενείς και φίλοι τον αποχαιρετούσαν στο νεκροταφείο των Σπάτων. Κρεμάστηκε με ένα σεντόνι, στο κελί 82 της Β' Ακτίνας, στα 35 του χρόνια.
Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ρεπορτάζ του «Ελεύθερου Τύπου»
Από τις ληστείες στον θρύλο: Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» Facebook Twitter
Ρεπορτάζ του «Ελεύθερου Τύπου»

Όπως φάνηκε, το σωφρονιστικό σύστημα, φοβισμένο και εκδικητικό ταυτόχρονα, ούτε μπορούσε ούτε ήθελε να του προσφέρει οποιαδήποτε ψυχολογική στήριξη. Το καλοκαίρι του 1984 έκανε αίτηση χάριτος. Όμως, την ημέρα που ο φάκελος έφτανε στο υπουργείο Δικαιοσύνης, συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούσαν τον Θόδωρο Βενάρδο στο νεκροταφείο των Σπάτων. Είχε κρεμαστεί με ένα σεντόνι από τις σωληνώσεις του καλοριφέρ, στο κελί 82 της Β' Ακτίνας, στα 35 του χρόνια. Ήταν 10 Ιουλίου 1984. Στην κηδεία του έκανε την εμφάνισή του και ένα στεφάνι φτιαγμένο με ορχιδέες, που εστάλη από ανθοπωλείο των Βριλησσίων. Το ανορθόγραφο μήνυμα στην κορδέλα προκάλεσε ταραχή: «Στον αγωνιστή Θόδωρο – Τα αήττητα παιδιά της 17 Νοέμβρη».                                                                 

Η ταινία του Γιάννη Φαφούτη

Το 1981 ο σκηνοθέτης Γιάννης Φαφούτης γύρισε την ταινία «Τα όπλα μου ρίχνουν λουλούδια», με τον Γιώργο Κιμούλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το σενάριο ήταν εμπνευσμένο από τη ζωή του Βενάρδου, του πρώτου μεταπολιτευτικού «αστέρα» της παρανομίας στην Ελλάδα. Ενός ανθρώπου που, έστω και ως αντιήρωας, σχεδόν δοξάστηκε από εκατοντάδες κοριτσόπουλα που του έστελναν ερωτικά γράμματα και φωτογραφίες, αλλά και από τις εφημερίδες, οι οποίες έγραφαν για την «πανελλήνια συγκίνηση» που προκάλεσε ο θάνατός του. Ήταν ένας αγωνιστής; Ένας εκκεντρικός και εγωπαθής παραβατικός; Ή απλώς ένας άνθρωπος που το όνειρό του για μεγάλη ζωή μετατράπηκε σε εφιάλτη, από τον οποίον ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει; Κάποιοι είπαν ότι πίστεψε πως έγινε σύμβολο της αντίστασης ενάντια στον φασισμό και δεν άντεξε στην ιδέα ότι ο κόσμος μπορεί να απολάμβανε το «τσαλάκωμα» των συνταγματαρχών, αλλά δεν απάλλασσε τον ίδιο από τις παράνομες πράξεις του. Στο τέλος έμειναν μόνο οι αμφιβολίες εάν αυτοκτόνησε, όπως είπαν οι επίσημες αρχές διά του ιατροδικαστή Δημοσθένη Μπούκη, εάν εξωθήθηκε στην αυτοκτονία, όπως κατήγγειλαν στο δικαστήριο οι δικοί του άνθρωποι, ή αν δολοφονήθηκε, όπως άφησαν να εννοηθεί κάποιοι συγκρατούμενοί του...

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο μπάτλερ έσφαξε όλη την οικογένεια. Δεν τον βρήκαν ποτέ

Εγκλήματα / Ο μπάτλερ έσφαξε όλη την οικογένεια. Δεν τον βρήκαν ποτέ

Τέσσερα πτώματα στο υπόγειο μιας βίλας στην Εκάλη και ένας ύποπτος που εξαφανίστηκε και τα ίχνη του δεν εντοπίστηκαν ξανά. H περίφημη και ακόμα ανεξιχνίαστη δολοφονία της οικογένειας Χρυσαφίδη από τον μπάτλερ τους έγινε σαν σήμερα το 1991.
ΝΙΚΟΣ ΤΣΕΦΛΙΟΣ
Υπόθεση Άκη Πάνου: Από τον πατρικό έλεγχο στις φονικές σφαίρες

Αληθινά εγκλήματα / Υπόθεση Άκη Πάνου: Από τον πατρικό έλεγχο στις φονικές σφαίρες

Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται την τραγική ιστορία του μεγάλου μαέστρου του λαϊκού πενταγράμμου, που ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι του 1997 έβαψε τα χέρια του με αίμα για χάρη της «μούσας» του.
ΝΙΚΟΣ ΤΣΕΦΛΙΟΣ
ΔΟΥΝΕΙΚΑ

Ρεπορτάζ / Σκάνδαλο παιδεραστίας στα Δουνέικα: Το αποκρουστικό πρόσωπο της «αγίας» ελληνικής κοινωνίας

Η υπόθεση παιδεραστίας στα Δουνέικα, ένα χωριό 900 κατοίκων κοντά στην Αμαλιάδα, τη δεκαετία του ’80, φέρνει στο φως όχι μόνο τα φρικιαστικά εγκλήματα «ευυπόληπτων πολιτών», αλλά και τη συνωμοσία της σιωπής και την υποκρισία που επικρατεί σε κλειστές κοινωνίες.
ΝΙΚΟΣ ΤΣΕΦΛΙΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο εφευρετικός οργασμός του ελληνικού Μεσοπολέμου

Μεσοπόλεμος / «Μία νέα εφεύρεση, μία εκπληκτική επινόηση»

Ο εφευρετικός οργασμός του ελληνικού Μεσοπολέμου: Ο νέος Ίκαρος, η τορπίλη που δεν αφήνει φυσαλίδες, η ανεξίτηλος γραβάτα, το αθόρυβο τάβλι και άλλες 7.000 ευρεσιτεχνίες με τις οποίες το ελληνικό δαιμόνιο έδειξε όλη του τη δύναμη.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Τώρα είναι μια συνοικία γεμάτη πρόοδο και ζωή

Μεσοπόλεμος / «Ο οικοδομικός οργασμός ήλλαξε διά μιας την όψιν της Κυψέλης»

Ο Κανάρης δεν υπήρξε μόνο ένας από τους πρώτους Έλληνες «βομβιστές» (ως διάσημος, ξακουστός μπουρλοτιέρης) αλλά και το πρώτο σύμβολο κυψελιώτικου χιπστερισμού στη μεσοπολεμική του εκδοχή.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Στάση στην Ιερά Οδό για να ζητήσεις την εύνοια της Αφροδίτης και του Έρωτα

Ιστορία μιας πόλης / Στάση στην Ιερά Οδό για να ζητήσεις την εύνοια της Αφροδίτης και του Έρωτα

Το Ιερό της Αφροδίτης μεταξύ Αθήνας και Ελευσίνας υπήρξε τόπος στάσης και λατρείας των ταξιδιωτών προς την Ελευσίνα. Η αρχαιολόγος Ευσταθία (Έφη) Ανέστη παρουσιάζει την ιστορία, τα ευρήματα και τη σημασία ενός από τα πιο ξεχωριστά αλλά λιγότερο γνωστά ιερά της αρχαίας Αττικής.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ταυρομαχίες για πατριωτικούς σκοπούς

Μεσοπόλεμος / «Ο Ισπανός, χάρις στο θέαμα της ταυρομαχίας, συνήθισε το αίμα»

Ο πολεμικός απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» παρακολούθησε «ένα θέαμα με μεγαλοπρέπεια μεσαιωνική, ένα θέαμα κτηνώδες» ενώ βροντούσαν τα κανόνια του Ισπανικού Εμφυλίου.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Στo «Σωτηρία» ζητούσαν θεραπεία οι φυματικοί της πόλης

Ιστορία μιας πόλης / Στo «Σωτηρία» ζητούσαν θεραπεία οι φυματικοί της πόλης

Το νοσοκομείο «Η Σωτηρία» υπήρξε για περισσότερο από έναν αιώνα σύμβολο του αγώνα κατά της φυματίωσης. Σήμερα, το ομώνυμο μουσείο διατηρεί ζωντανή αυτή την ιστορία μέσα από αντικείμενα, αρχεία και μαρτυρίες. Μαζί με την ιστορικό και μουσειολόγο Ασημίνα Γρηγορίου ανακαλύπτουμε την ιδιαίτερη κληρονομιά του.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Μεσοπόλεμος / «Θα πετάξετε εάν θέλετε, υπό τον όρον ν’ αποσιωπήσετε ό,τι δείτε»

Ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» στον Ισπανικό Εμφύλιο πέταξε πάνω από τη Μαδρίτη και το Εσκορεάλ με αεροπλάνο των εθνικιστών. «Διανύσαμε 230 χιλιόμετρα. Ο αεροπόρος μού είπε ότι δεν μας έρριξαν από κάτω. Ο Θεός κι η ψυχή του».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Πώς οι αποικίες των Μεγαρέων άλλαξαν τον αρχαίο κόσμο;

Ιστορία μιας πόλης / Ο αποικίες των Μεγαρέων άλλαξαν τον αρχαίο κόσμο

Οι νέες πόλεις που ίδρυσαν οι Μεγαρείς στη Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο δημιούργησαν ένα πυκνό δίκτυο, μοναδικό στην ελληνική αρχαιότητα. Οι αρχαιολόγοι Ειρήνη Σβανά και Λουκάς Ζώνας μιλούν για τον αποικισμό, την εξάπλωση του ελληνικού στοιχείου και τη σχέση των νέων κοινοτήτων με τη μητρόπολη.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Τώρα ο πατέρας πολεμά τα παιδιά του. Ίσως να σκότωσε και κανένα»

Μεσοπόλεμος / «Τώρα ο πατέρας πολεμά τα παιδιά του. Ίσως να σκότωσε και κανένα»

Ο πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» περιγράφει τις εντυπώσεις του από τον Ισπανικό Εμφύλιο, από τα ερείπια του Ρεταμάρες και την Ημέρα του Πεζικού στο Τολέδο.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Ξερολιθιές, νεράιδες, ανεμόμυλοι: Αυτή είναι η ιστορία της Νάξου

Ιστορία μιας πόλης / Ξερολιθιές, νεράιδες, ανεμόμυλοι: Αυτή είναι η ιστορία της Νάξου

Ο επίκουρος καθηγητής Μουσειολογίας Στέλιος Λεκάκης μιλά για το παρελθόν του νησιού, και τον τρόπο με τον οποίο τα υλικά μνημεία συνδέονται με την προφορική και την άυλη κληρονομιά.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ