[Η εκτέλεση των καταδικασμένων καταχραστών του στρατιωτικού ταμείου, αξιωματικών Γεώργιου Ζαριφόπουλου και Διονύσιου Δρακάτου, έγινε στις 26 Νοεμβρίου 1925 και ήταν αποτέλεσμα νομοθετικού διατάγματος του τότε δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου. Το διάταγμα προέβλεπε για τους καταχραστές του δημόσιου χρήματος ακόμη και την ποινή του θανάτου, η οποία θα έπρεπε σε αυτές τις περιπτώσεις να εκτελείται δι’ απαγχονισμού αντί με τουφεκισμό που ίσχυε γενικά. Χαρακτηριστικό της αυθαιρεσίας του παγκαλικού δικτατορικού καθεστώτος είναι και το ότι ο απαγχονισμός τους τελέστηκε βάσει ποινής η οποία, κατά παράβαση του Συντάγματος, επιβλήθηκε αναδρομικά – για αδίκημα που κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξής του (1923-1924) δεν επέσυρε τη θανατική ποινή].
ΗΤΑΝ ΝΥΧΤΑ ΑΚΟΜΑ βαθιά. Ελαφριά βροχή ράντιζε τα πρόσωπα των ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αθήναι», καθώς βάδιζαν στους έρημους δρόμους. Κάπου-κάπου η σκιά ενός αστυφύλακα διέκοπτε τη μονοτονία του δρόμου. Έστριψαν στην Ερμού, διέσχισαν τη Μητροπόλεως και έφτασαν στην πλατεία του Μοναστηρακίου. Επικρατούσε κίνηση. Μια σειρά αυτοκινήτων στάθμευσε, την ίδια στιγμή που κάποιοι περίεργοι περίμεναν.
Εκτελώντας θλιβερό δημοσιογραφικό καθήκον, οι ρεπόρτερ έσπευδαν προς τις φυλακές για να παρακολουθήσουν τις τελευταίες φάσεις της αγωνίας των μελλοθάνατων και τις ύστατες στιγμές τους σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά ο σκοπός της εισόδου τούς έφραξε την είσοδο του προαυλίου.
«Αλτ! Απαγορεύεται!»
«Δημοσιογράφοι!»
«Περάστε...»
Η πρώτη πόρτα ήταν πια ανοιχτή. Την πέρασαν και δέχτηκαν την επίθεση δεύτερου σκοπού. Γνωστοποίησαν την ταυτότητά τους και οδηγήθηκαν έξω από την είσοδο του προαυλίου. Αλλά και ο εκεί σκοπός έφερε αντιρρήσεις.
Ο μελλοθάνατος αντάλλαξε λίγες λέξεις με τον διευθυντή των φυλακών, εξακολουθώντας να είναι ψυχραιμότατος. Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αθήναι» κράτησε την αναπνοή του και με προφανή συγκίνηση που εκδηλώθηκε με ένα ελαφρό τρεμούλιασμα.
«Πού είναι η άδειά σας; Έχετε άδεια Φρουραρχείου;»
«Μα ξέρετε, είναι ακόμα νωρίς».
«Ελάτε αργότερα».
«Μα εμείς έχουμε τώρα δουλειά».
Τέλος, ο σκοπός πείστηκε και η βαριά σιδερένια πόρτα άφησε ελεύθερη τη δίοδο με έναν «ραγχώδη τρόμο» ενώ περιστρεφόταν.
Το προαύλιο των φυλακών ήταν κατάφωτο. Απέναντι ήταν το γραφείο του διευθυντή και δεξιά το κελί των δυο μελλοθάνατων. Κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του Νίκου, διευθυντή της φυλακής, όπου βρίσκονταν τρεις-τέσσερις συνάδελφοί τους. Από αυτούς έμαθαν ότι ο Δρακάτος ξύπνησε και εξομολογούνταν στο παρακείμενο δωμάτιο, ενώ ο Ζαριφόπουλος δεν είχε φτάσει ακόμα.
Οι συνάδελφοί τους από τον «Ελεύθερο Τύπο» θα μπορούσαν να τους ενημερώσουν για την ανεξήγητη ευθυμία από την οποία καταλήφθηκε ο Ζαριφόπουλος την τελευταία νύχτα της ζωής του. Συνέταξε, μάλιστα, μαζί με τους συγκαταδίκους του το παρακάτω «ραδιογράφημα», το οποίο έστειλε στους κρατούμενους του νοσοκομείου των φυλακών όπου κρατούνταν προτού απομονωθεί και με τους οποίους είχε συνάψει σχέσεις:
«Ραδιογράφημα
Εξ Άρεως ώρα 9 1/14 μ.μ.
25 Νοεμβρίου 1925
Νοσοκομείον Π. Στρατώνος
Αθήνας (Γης)
Ταξείδιον ευχάριστον. Στοπ. Βρόχος γλυκήτατος εξαποστέλλει ημάς μακράν υμών. Παρακακαλώ τηρήσατε ψυχραιμίαν και υπομονήν, αναμιμνησκόμενοι ότι θάττον ή βράδιον θέλομεν συναντηθεί εκεί όπου ήδη εμείς βαίνομεν και ένθα ουδέ πόνος ουδέ στεναγμός υπάρχει. Εάν ποτέ είτε θεληματικώς ως κακοί άνθρωποι είτε αθελήτως ελυπήσαμεν υμάς, παρακαλούμεν κρατήσατε απόψεις σας ίνα επιλύσωμεν αυτάς κατά την συνάντηση μας.
Ζαριφόπουλος, Δρακάτος, Αϊδινλής»
Όσο ειρωνικό και αν είναι, η εφημερίδα «Απογευματινή», μαζί με τις περιγραφές της τελευταίας αυτής νύχτας, θα φιλοξενήσει στην επόμενη σελίδα του ίδιου φύλλου ένα απόσπασμα για την πιθανότητα ζωής στον πλανήτη Άρη με ποικίλες περιγραφές των κατοίκων του, συνδέοντας και αυτή, όπως και οι μελλοθάνατοι, τις φυλακές της οδού Άρεως με τον ομώνυμο πλανήτη.
Όπως βεβαιώσαν οι ρεπόρτερ της εφημερίδας, χωρίς τη μεσολάβηση μυστηριωδών ραδιογραφικών σημάτων, το βράδυ οι τρεις κατάδικοι γευμάτισαν με όρεξη. Το δείπνο τους αποτελούταν από μαρίδες, σπληνάντερο, σταφύλια και κρασί.
Περίπου στις δύο το πρωί ο Ζαριφόπουλος, ο οποίος διατηρούσε μεγαλύτερη ψυχραιμία, είπε σε όσους βρίσκονταν γύρω του: «Εγώ θα πάω να κοιμηθώ λίγο για να μην πει ο κόσμος ότι δείλιασα. Θέλω να είμαι ψύχραιμος». Τα ξημερώματα έφτασε στις φυλακές ο ιερέας, συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό του φρουραρχείου. Ο Ζαριφόπουλος δεν είχε κατορθώσει να κοιμηθεί, διότι, όπως είπε, το κρεβάτι του είχε κοριούς, ενώ τον Δρακάτο τον ξύπνησε ο αξιωματικός του φρουραρχείου.
«Ξύπνα, συνταγματάρχα. Σας ζητούν στο γραφείο, του είπε χτυπώντας τη θύρα του κελιού του».
Ο Ζαριφόπουλος είπε στον Δρακάτο, όταν σηκώθηκε:
«Ήρθε ο παπάς, Νιόνιο μου. Πήγαινε πρώτος εσύ».
Ο Ζαριφόπουλος εμφανίστηκε λίγο αργότερα μπροστά στην ομάδα των δημοσιογράφων ψύχραιμος και απαθής, με το τσιγάρο στα χείλη και με μαύρη πολιτική ενδυμασία. Επρόκειτο να εξομολογηθεί και αυτός με τη σειρά του.
«Καλημέρα σας, κύριοι», τους είπε.
Κανείς δεν απάντησε. Μερικοί έσκυψαν τα κεφάλια τους. Η στιγμή ήταν τραγική. Ο μελλοθάνατος αντάλλαξε λίγες λέξεις με τον διευθυντή των φυλακών, εξακολουθώντας να είναι ψυχραιμότατος. Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αθήναι» κράτησε την αναπνοή του και με προφανή συγκίνηση που εκδηλώθηκε με ένα ελαφρό τρεμούλιασμα πλησίασε τον Ζαριφόπουλο και του απηύθυνε την ερώτηση:
«Έχετε να μας πείτε τίποτε, κύριε Ζαριφόπουλε;»
Ο μελλοθάνατος μειδίασε και κούνησε το κεφάλι του.
«Τι να σας πω; Περιμένω από στιγμή σε στιγμή να τελειώσει αυτό το φριχτό μαρτύριο».
«Μα είναι πιθανό να έλθει χάρη».
Το βλέμμα του Ζαριφόπουλου, του μυστηριώδους ανθρώπου με το ωχρό αλλά ψυχρό πρόσωπο, αφήνει προς στιγμή μια αστραπή ελπίδας. Αλλά έπειτα βυθίζεται πάλι απλανές στα σκοτάδια του μυστηρίου.
«Εμείς θα εκτελεστούμε. Εγώ το ξέρω, το έχω προαισθανθεί, είμαι απολύτως βέβαιος».
«Υπάρχουν ακόμα ελπίδες», σπεύδει να διαβεβαιώσει ο διευθυντής.
«Μη με κοροϊδεύετε εμένα σαν να είμαι παιδάκι. Ξέρω εγώ καλά τι θα γίνει. Αλλά μη φοβάστε καθόλου. Θα πεθάνω σαν παλικάρι, σαν άντρας. Θα το δείτε εξάλλου».
Σιώπησε μια στιγμή και κατόπιν εξακολούθησε:
«Εγώ δεν λυπάμαι καθόλου για τη ζωή μου. Μια ζωή είναι και αυτή. Αλλά εκείνο το οποίο με θυμώνει είναι ότι εμείς πεθαίνουμε σήμερα πληρώνοντας τις αμαρτίες των άλλων. Τι έκανα εγώ; Τι έκανε ο Δρακάτος; Τίποτε. Και όμως, εμείς καταδικαζόμαστε σε θάνατο, ενώ ο Φαρδέλλος, ο αρχηγός των καταχραστών, ο Παναγόπουλος ο αρχιλωποδύτης και ο Αναγνωστόπουλος θα μείνουν μερικά χρόνια φυλακή. Είναι δικαιοσύνη αυτή; Να μας παίρνουν άλλοι στον λαιμό τους; Λυπάμαι κατάκαρδα τον δυστυχισμένο τον Δρακάτο που έχει ολόκληρη οικογένεια».
Σταμάτησε μια στιγμή, ενώ νεκρική σιγή βασίλευε γύρω του. Και αφού άναψε ένα ακόμα τσιγάρο, συνέχισε με τη χοντρή και βαριά φωνή του:
«Αν εγώ ήθελα να πλουτίσω, υπήρχαν χίλιοι δυο τρόποι. Ένας διευθυντής αστυνομίας είναι παντοδύναμος. Παρ’ όλα αυτά το δικαστήριο με έκρινε άξιο της ποινής του θανάτου. Ας είναι. Γραφτό ήταν και αυτό».
Ξαφνικά, σαν να θυμήθηκε κάτι, ζήτησε πένα και χαρτί και έγραψε την εξής επιστολή προς τον διευθυντή της φυλακής:
«Κύριε Νίκου,
Σας παρακαλώ θερμώς όπως παραδώσετε τας αποσκευές μου και τα πράγματα μου εις τον κ. Στεφ. Βοβολίνην, ίνα τα παραδώσει εις τους οικείους μου.
Σας αφήνω με πολλήν αγάπη.
Γ. Ζαριφόπουλος
Αθήναι 26 Νοεμβρίου 1925»
Ενώ ο Δρακάτος διατηρεί τις ελπίδες του
Μετά από λίγες στιγμές βγήκε κάτωχρος μαζί με τον ιερέα ο Δρακάτος και ο Ζαριφόπουλος σηκώθηκε. Ήταν η ώρα 6.05. Ενώ ο Ζαριφόπουλος εξομολογούνταν, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Αθήναι» πλησίασε τον Δρακάτο. Δεν ήταν ομιλητικός και φαινόταν υπερβολικά ταραγμένος.
«Εγώ διατηρώ τις ελπίδες μου. Μέχρι τελευταία στιγμή, κατά την οποία θα ανέβω στην αγχόνη, θα ελπίζω. Εγώ είμαι αθώος. Ο Φαρδέλλος με πήρε στον λαιμό του και με έφερε σε αυτά τα χάλια. Τουλάχιστον δεν λάβανε υπόψη τα σαράντα χρόνια της έντιμου ζωής μου; Γιατί να με κρεμάσουν αφού δεν έκανα τίποτα;»
Τα μάτια του μελλοθάνατου κινούνταν νευρικά και η φωνή του έτρεμε.
«Σας ορκίζομαι ότι είμαι αθώος. Μεθαύριο θα αναγνωριστεί η αθωότητά μου. Είμαι ένα θύμα».
Έπειτα, άφησε στον διευθυντή της φυλακής την επιστολή προς τη σύζυγό του:
«Λίζα μου,
Σε πίκρανα στις τελευταίες στιγμές. Ο Θεός ας με συγχωρέσει. Το σπίτι του Αμαρουσίου το οποίον οικοδομήθη δι’ ιδίων σου χρημάτων να προσπαθήσεις να επιστραφεί στα παιδιά. Σε παρακαλώ να σφίξεις την καρδιάν των και σου συνιστώ μεγάλην υπομονήν.
Με φιλιά εσέ και τα παιδιά,
Νιόνιος»
«Εδώ είναι ο βρόχος»
Ξημέρωνε. Από το παράθυρο του προαυλίου φαινόταν ο Ζαριφόπουλος να μεταλαμβάνει των αχράντων μυστηρίων. Έπειτα, οδηγήθηκε και αυτός στο απομονωτήριο. Μαζί με τον Δρακάτο βημάτιζαν νευρικά. Μια στιγμή ο Δρακάτος χειρονομεί, στέκεται και αναπαριστά την αγχόνη.
«Εδώ είναι ο βρόχος, είπε και έσφιξε με τα δάχτυλα τον λαιμό του. Ένα σφίξιμο και τελείωσε το παν».
Ο Ζαριφόπουλος τον εμπαίζει για την ταραχή του.
«Δεν ντρέπεσαι, καημένε; Δεν είναι τίποτα…»
Από τις 7.15 μέσα στους ψηλούς τοίχους της φυλακής οι δημοσιογράφοι ανέμεναν με την ανυπομονησία της περιέργειας αλλά και με την περιέργεια της τραγικότητας το τέρμα της τραγωδίας. Οι καρδιές σφίγγονταν. Ο ουρανός, νεφελώδης και μελανός, επαύξανε τη θλιβερότητα των συναισθημάτων. Το φάσμα του θανάτου φτερούγιζε πάνω τους.
Στις 8 κατέφθασαν ο ταγματάρχης του Φρουραρχείου, ο λοχαγός και άλλοι αξιωματικοί με το εκτελεστικό απόσπασμα. Παρατηρήθηκε εξαιρετική κίνηση και άρχισε η προετοιμασία για την εκκίνηση. Έπειτα κατέφθασε το μεγάλο αυτοκίνητο για την παραλαβή των μελλοθάνατων.
Στις 8.15 εμφανίζονταν οι δυο μελλοθάνατοι στο κατώφλι του κελιού, περιτριγυρισμένοι από τους αξιωματικούς. Ήταν και οι δύο κάτωχροι και δεμένοι με χειροπέδες. Βιαστικοί και σοβαροί, προχωρούσαν προς την έξοδο μέσα σε κλίμα συγκίνησης. Δυο-τρεις γνωστοί του Ζαριφόπουλου τον φίλησαν στα χέρια. Οι μελλοθάνατοι βγήκαν έξω ευθυτενείς και επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο μαζί με τον ιερέα και τους αξιωματικούς.
Δεν ντρέπεστε, λοιπόν; Δεν ντρέπεστε και οι δυο σας;
Προτού κλείσει η θύρα, κατάφερε να τρυπώσει στο αυτοκίνητο ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Εσπέρα», Πέτρος Πικρός. Το αυτοκίνητο, αργό, βγήκε από την πόρτα των φυλακών και οδήγησε τους δυο καταδίκους προς το μοιραίο, προς τον θάνατο και τον εξιλασμό.
Έξω από τις φυλακές άπειρα πλήθη κόσμου συνωστίζονταν, ενώ η πλατεία Μοναστηρακίου ήταν κατάμεστη. Η πένθιμη συνοδεία περνούσε αργά, έστριψε στην οδό Ερμού και κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Πλήθη κόσμου παρακολουθούσαν την πορεία, ενώ ατελείωτη σειρά αυτοκινήτων ακολουθούσε.
«Και εδώ ακόμα;» ρώτησε ο Ζαριφόπουλος τον Πέτρο Πικρό μόλις τον αντιλήφθηκε δίπλα του.
Έπειτα έφτυσε στο πάτωμα μια φτυσιά που πιτσίλησε στο πρόσωπο τον ίδιο, τους συναδέλφους του, ακόμα και τους αναγνώστες τους. Ο ιερέας μέσα στο αυτοκίνητο-φέρετρο είχε αρχίσει τη νεκρώσιμο ακολουθία: «Άμωμοι εν οδώ!».
«Δεν ντρέπεστε, λοιπόν; Δεν ντρέπεστε και οι δυο σας;» Ε; είπε στον ρεπόρτερ, κοιτώντας τον παπά με ένα είδος βραχνού τριγμού στη φωνή του ο μελλοθάνατος, σαν να έβγαινε από τάφο.
Το αυτοκίνητο με τους ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αθήναι» μπήκε στη λεωφόρο Κηφισίας, τη διέτρεξε ολοταχώς και εντός ολίγου πλησίαζε στου Γουδή. Γύρω κόσμος, γυναίκες, παιδιά, σούστες, αμάξια πολυτελείας, αυτοκίνητα και ταξί που κατευθύνονταν και αυτά προς τον τόπο της εκτέλεσης.
Πλησίαζαν. Η αγχόνη διαγραφόταν μακριά, ενώ ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό. Μια μυρωδιά θυμαριού σκορπιζόταν και ευχαριστούσε τις ταλαιπωρημένες αισθήσεις των δημοσιογράφων. Η τραγωδία, γοργή και στυγνή, έβαινε προς τη λύση της.
Δυο στύλοι κάθετοι και ένας οριζόντιος σχημάτιζαν ένα τεράστιο Π χρώματος τεφρού. Στον οριζόντιο στύλο βρίσκονταν τρεις τροχαλίες από τις οποίες κρέμονταν χοντρά σχοινιά, καταλήγοντας σε βρόχο με σιδερένιο κρίκο. Από κάτω, δυο τροχοφόρα ξύλινα ανάβαθρα του ίδιου χρώματος, που είχαν πέντε βαθμίδες το καθένα. Το μακάβριο αυτό θέαμα ήταν πλαισιωμένο από καταπράσινα δέντρα.
Η ώρα ήταν 9. Των δημοσιογράφων είχαν προηγηθεί χιλιάδες κόσμου, περίεργου, που συνωθούνταν για να απολαύσει καλύτερα το απαίσιο θέαμα. Οι κορυφές των γύρω δέντρων είχαν καλυφθεί από θεατές που αναρριχήθηκαν σε αυτά, ενώ άλλοι διανυκτέρευσαν εκεί μέσα στα αυτοκίνητα ή τις άμαξες, για να μη χάσουν το θέαμα. Καθώς τη νυχτερινή βροχή διαδέχτηκε η λιακάδα, εκατοντάδες αυτοκίνητα συνέχιζαν να καταφτάνουν διαρκώς. Ίλη ιππικού διέτρεχε τις πλευρές, απωθώντας τους περίεργους και μόνο στους αξιωματικούς, τους δημοσιογράφους και άλλους προνομιούχους επιτρεπόταν η είσοδος εντός του τετραγώνου.
Στις 9.01, τέσσερις σάλπιγγες σάλπισαν προσοχή. Μέσα στο τετράγωνο εισήλθε το μεγάλο κλειστό αυτοκίνητο των φυλακών, στο οποίο επέβαιναν οι κατάδικοι. Το πλήθος ζητούσε να διασπάσει τη ζώνη για να πλησιάσει, αλλά οι ιππείς ξιφουλκούσαν, ενώ οι λόγχες των «πεζών» προτείνονταν απειλητικές.
Εννιά και οκτώ. Η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε και κατέβηκαν από αυτό ο συνοδός αξιωματικός με τους τέσσερις φρουρούς. Ακολούθησε ο ιερέας και έπονταν οι δυο κατάδικοι δεμένοι μαζί με χειροπέδες. Φορούσαν πολιτική ενδυμασία. Ο ιερέας έψελνε τις νεκρώσιμες ευχές. Οδηγήθηκαν στο μικρό τετράγωνο, όπου ο γραμματέας του Στρατοδικείου διάβασε την καταδικαστική απόφαση.
Μικρός σπασμός ταλάνισε τα μέλη τους
Τους ρώτησαν αν έχουν κάτι να προσθέσουν. Απάντησαν αρνητικά. Ο Δρακάτος μόνο εγχείρισε τα κλειδιά και το ρολόι του στον κυβερνητικό επίτροπο Μπουφίδη, για να τα δώσει στην οικογένειά του.
Διπλός στίχος στρατιωτών βρισκόταν παρατεταγμένος από το μέρος που στέκονταν οι κατάδικοι μέχρι το ικρίωμα. Οι σάλπιγγες κάλεσαν και πάλι σε προσοχή. Οι δυο κατάδικοι με ελεύθερα τώρα τα χέρια, κάτωχροι αλλά σταθεροί, προχωρούσαν προς την αγχόνη, ενώ οι στρατιώτες παρουσίαζαν όπλα. Ο Ζαριφόπουλος ατένιζε προσεκτικά το ικρίωμα. Ο Δρακάτος ένευσε προς τα κάτω, ωχρός επίσης.
Πλησίασε ο δήμιος, ασκεπής και με «πένθος» στον αριστερό του βραχίονα. Πρώτα έδεσε πίσω με σχοινί τα χέρια του Ζαριφόπουλου και κατόπιν του Δρακάτου. Ανέβηκαν και οι δύο στα ανάβαθρα. Ο δήμιος περιέβαλε τα κεφάλια τους με λευκές καλύπτρες και από πάνω τοποθέτησε τον βρόχο. Οι δυο κατάδικοι στέκονταν τώρα ακίνητοι.
Η ώρα ήταν 9.21 ακριβώς.
«Σύρατε!» ακούστηκε η φωνή του ανθυπολοχαγού.
Οι οκτώ στρατιώτες, παρατεταγμένοι εκατέρωθεν των αναβάθρων, τα έσυραν στις πλευρές τους. Τα δυο σώματα αιωρήθηκαν στο κενό. Μικρός σπασμός ταλάνισε τα μέλη τους. Και μετά τίποτα.