TO BLOG ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ

 

Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν στο ίδιο δωμάτιο ο Édouard Louis, η Μαντόνα με έναν ορθόδοξο παπά, ένας οροθετικός gay porn star, ο Λάγκερφελντ και ένας τύπος που ντύνεται Big Bird και βγάζει τον κώλο του έξω στη Μασσαλία.

Ξέρω όμως ότι, αν τους αφήσεις λίγο μόνους, αρχίζουν να μιλάνε μεταξύ τους.

 

 

Για επιθυμία, ηλικία, εικόνες, νεκρούς, λεφτά, σώματα.

Και βλακείες.

Ευτυχώς.


Πες μου πού πουλάν' ψωλές

Ο Édouard Louis έχει γαμηθεί με δισεκατομμυριούχους, dealers και άντρες που φτιάχνουν tacos. Κάπου ανάμεσα στον Bourdieu και στον κώλο ανακαλύπτει ότι η τάξη δεν φεύγει ποτέ από το σώμα  αλλά, ευτυχώς, καμιά φορά μπερδεύεται.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Γυρνώντας με το καράβι από τη Σάμο, στο τέλος των διακοπών, διάβασα μια συνέντευξη του Édouard Louis στο BUTT. Την είχε πάρει ο Jordan Tannahill και κάπου στη μέση, ανάμεσα σε Bourdieu, cruising, sex work, γερασμένους bottoms, tacos και τσιμπούκια, σκέφτηκα πόσο τέλεια τα λένε όταν κάθονται απέναντι δύο έξυπνες, καυλιάρες queer φιλενάδες και δεν έχουν καμία διάθεση να χωρίσουν τη θεωρία από τον κώλο.

Το ωραίο ήταν ότι η συζήτηση δεν πήγαινε «χαμηλά» όταν μιλούσαν για σεξ και «ψηλά» όταν έμπαινε ο Foucault. Ήταν το ίδιο πράγμα. Η τάξη, η εξουσία, η ντροπή, η ηλικία και η επιθυμία περνούσαν συνεχώς από το μυαλό στο σώμα και πίσω. Και κάπου εκεί η κουβέντα έπαψε να είναι άλλη μία κομψή συζήτηση περί sex and politics και αρχίσε να μυρίζει ζωή. Και η ζωή, ως γνωστόν, έχει την κακή συνήθεια να αρχίζει από τα πιο πεζά. Ο Édouard Louis, ας πούμε, μισεί τη Νέα Υόρκη. Τον θόρυβο. Τα εστιατόρια όπου η μουσική παίζει τόσο δυνατά ώστε οι άνθρωποι ουρλιάζουν ο ένας στον άλλον. Τον κλιματισμό που δουλεύει ακόμα κι όταν έξω έχει οκτώ βαθμούς. Και κυρίως αυτή την τρομακτικά πλούσια πόλη χωρίς κοινωνικό κράτος, σύστημα υγείας, προστασία, Αριστερά, κομμουνιστές. Κανονική συμφορά, οικολογική και κοινωνική, αν τον ακούσεις.

«Δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον», λέει, «εκτός από μερικούς τρελούς σαν εσένα ή τη Nan Goldin». Κι όμως, για δύο εβδομάδες η Νέα Υόρκη έγινε πανέμορφη. Έφταιγε ένας άντρας που έφτιαχνε tacos, λέει. Ο Louis τον έβλεπε κάθε φορά που πήγαινε στο μαγαζί. Χαμογελούσαν. Ένα απόγευμα βρήκε το κουράγιο να του ζητήσει το Instagram και για τις επόμενες δύο εβδομάδες συναντιούνταν κάθε μέρα.

Ο ένας μιλούσε ισπανικά. Ο άλλος κάτι ανάμεσα σε κακά και μέτρια ισπανικά. Για τα εύκολα, εντάξει. Μόλις ήθελαν να πουν κάτι πιο περίπλοκο, έβαζαν ένα κινητό ανάμεσά τους: ο Louis μιλούσε γαλλικά, μια άσχημη συνθετική φωνή τα ξέρναγε στα ισπανικά και οι δυο τους γελούσαν. Μέσα σε αυτή τη μικρή γελοιότητα συνέβη κάτι αρκετά σοβαρό. Η Νέα Υόρκη εξαφανίστηκε.Δεν απέκτησε ξαφνικά κοινωνικό κράτος, τα κλιματιστικά δεν χαμήλωσαν, το αμερικανικό κεφάλαιο δεν παραδόθηκε στις λαϊκές μάζες. Απλώς εμφανίστηκε ένας γκόμενος.

Έτσι είναι η επιθυμία, παλιοπράγμα. Δεν χρειάζεται καν να διαψεύσει τις μεγάλες πολιτικές σου διαγνώσεις. Τις αφήνει εκεί, σωστές και σοβαρές, και για μερικές ώρες δεν σου καίγεται καρφί. Η πόλη, λέει ο Louis, έπαψε να είναι η ζωή του και έγινε σκηνικό. Άλλοι πάνε στα μουσεία, δοκιμάζουν τα εστιατόρια, αγοράζουν ένα βιβλίο για την ιστορία της πόλης. Αυτός γαμιέται. Και δεν νομίζω πως έμαθε λιγότερα έτσι. Έχει κοιμηθεί με δισεκατομμυριούχους, καλλιτέχνες, drug dealers, άντρες που έφτιαχναν tacos, μεγαλύτερους, μικρότερους. Άνθρωποι που σε ένα δείπνο ίσως να μην κάθονταν ποτέ στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν μαζί του γυμνοί. Κάτι μαθαίνεις έτσι για τον κόσμο. Ένα είδος κοινωνιολογίας με λιγότερα ερωτηματολόγια και περισσότερο ιδρώτα.

Και κάπου εδώ καταλαβαίνεις γιατί είχε σημασία ποιος καθόταν απέναντι του και συνομιλούσαν.Ο Tannahill είναι ο συγγραφέας του Prince Faggot, του έργου όπου queer και trans performers φαντάζονται έναν μελλοντικό κληρονόμο του βρετανικού θρόνου με μια ζωή που μοιάζει στη δική τους. Βάζει δηλαδή στο ίδιο κρεβάτι μοναρχία, προνόμιο, αποικιοκρατία, σεξουαλικότητα, σώματα που το Στέμμα κανονικά θα προτιμούσε ντυμένα και από μακριά.Και στην πανδημία, όταν εξαφανίστηκε η δουλειά του στο θέατρο και παρέμειναν κανονικότατα τα έξοδα του Λονδίνου να τον κυνηγάνε (τα έξοδα είναι πάντα πιο συνεπή από την Τέχνη) ο Tannahill στράφηκε στο fetish sex work ως dom.

Ε, μετά πώς να μη φτάσει η κουβέντα από το κρεβάτι στον Bourdieu, από το sex work στον Foucault και από την τάξη στον κώλο, μου λες;

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Tannahill δεν είχε κάνει research. Ξέρει το δωμάτιο. Ξέρει ότι ένας άντρας μπορεί να είναι CEO έξω από την πόρτα και μέσα σε αυτήν να πληρώνει ακριβώς για το δικαίωμα να παραδώσει την εξουσία του. Κι ο Louis, καυλιάρα κι αυτός, ξέρει το ίδιο δωμάτιο από άλλη πλευρά. Κι εκείνος έκανε sex work στα δεκαοκτώ, δεκαεννιά, είκοσι, είκοσι ένα του. Ήταν φοιτητής και έπρεπε να ζήσει. Μπορούσε, λέει, να δουλεύει για δέκα ευρώ την ώρα ή να βγάζει τετρακόσια μέσα σε μία. Ο άνθρωπος μπορεί να γράψει πολλά βιβλία περί τάξεως αγάπη μου, αλλά το τετρακόσια προς δέκα παραμένει ένα εξαιρετικά διαυγές θεωρητικό σχήμα.

Οι πελάτες του ήταν κυρίως πλούσιοι άντρες. Ωραία διαμερίσματα, χρήματα, ηλικία, θέση, τα γνωστά χαρτιά του καλού παιχνιδιού. Απέναντι ένας φοιτητής που έκανε σεξεργασία για να ζήσει. Ο Louis όμως είχε ένα καυλερό σώμα 19 ετών. Και να η ζημιά. Οι άλλοι ντρέπονταν. Αγχώνονταν. Προσπαθούσαν να τον κάνουν να νιώσει άνετα. Του έδιναν περισσότερα χρήματα από όσα είχαν συμφωνήσει. Άντρες που έξω πιθανόν δεν θα σου  ζητούσαν καν συγγνώμη ούτε όταν σου πατούσαν το πόδι, μέσα στο ωραίο τους διαμέρισμα έχαναν τη μιλιά τους μπροστά στη νεότητα. Η τάξη τους φυσικά δεν άλλαζε. Το σπίτι παρέμενε δικό τους. Τα λεφτά επίσης. Αλλά είχε μπει κι άλλο νόμισμα στο δωμάτιο.

Χρόνια αργότερα ο Louis βρέθηκε από την άλλη μεριά. Ένας εξαιρετικά ωραίος άντρας με λευκό καπέλο τον φλέρταρε στον δρόμο και ο Louis νόμισε ότι τον είχε ευνοήσει ξαφνικά ο Θεός της Καύλας. Ο άντρας έκανε όλη την ωραία τελετουργία, τον πήγε ως την άκρη της αποπλάνησης, κι ύστερα είπε: Εκατό ευρώ. Ο Louis πλήρωσε, ναι, ναι. Θα πουλούσε, λέει, το σπίτι του, τη μάνα του και ολόκληρη τη συλλογή του Proust για να μη σταματήσει η ιστορία εκεί. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να φτάσουμε στη μητέρα. Τα εκατό αρκούσαν. Και το ωραίο; Με τα λεφτά στη μέση ησύχασε.

Δεν χρειαζόταν να κάνει την παλιά ψυχοφθόρα αριθμητική: είμαι αρκετά όμορφος; είμαι αρκετά γυμνασμένος; μυρίζω καλά; βαριέται; Μετάνιωσε; Τον απογοητεύω; Κάθε ελεύθερη ερωτική συνάντηση έχει και κάτι από προφορικές εξετάσεις, ας μη γελιόμαστε. Η συναλλαγή τις είχε καταργήσει. Εκατό ευρώ. Μπορεί να μην είναι ποίηση, αλλά έχει μια σαφήνεια. Τη σκληρή σαφήνεια των economics της σάρκας.

Ύστερα η κουβέντα μπαίνει στα δύσκολα: τι γίνεται με την κοινωνική εξουσία όταν βγάλουμε τα ρούχα; Τα τελευταία χρόνια, λέει ο Louis, σωστά μιλάμε πολύ για abuse, βία, εξουσιαστικές ανισορροπίες, fetishization. Ο ίδιος έχει γράψει το History of Violence, δεν ήρθε από τον Άρη και δεν προτείνει να ξαναγυρίσουμε στην εποχή όπου κάθε μαλακία βαφτιζόταν «απελευθέρωση» επειδή συνέβαινε γυμνή. Μόνο που φοβάται κάτι άλλο. Μήπως τελικά μάθαμε να μιλάμε για την επιθυμία μόνο όταν πρόκειται να καταθέσουμε μήνυση εναντίον της.

Τη γλώσσα της βλάβης. Και το σεξ, όπως το έχει ζήσει εκείνος κι όπως το έχω ζήσει κι εγώ, κάνει κάτι πολύ πιο ακατάστατο. Ο taco maker είχε λιγότερα χρήματα, δεν μιλούσε αγγλικά και, όπως λέει ο Louis, πολύ λιγότερες πόρτες άνοιγαν μπροστά του. Απέναντι, ο λευκός Ευρωπαίος συγγραφέας με τα best sellers και τα σωστά τηλέφωνα. Ωραία. Αυτός ήταν ο κοινωνικός χάρτης. Μόλις όμως πήγαιναν στο κρεβάτι, ο Louis είχε χάσει τα αυγά και τα πασχάλια. Αυτός είχε την εμμονή. Αυτός φοβόταν μήπως δεν είναι αρκετά όμορφος. Αυτός έφερνε δώρα, σχεδόν για να ζητήσει συγγνώμη που δεν ήταν, κατά τη γνώμη του, αρκετά ποθητός. «Δεν νομίζω ότι με σκεφτόταν όσο τον σκεφτόμουν εγώ», λέει.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο έξω κόσμος δεν είχε αλλάξει. Ούτε έγινε αίφνης ο taco maker μεγαλοαστός επειδή ένας διάσημος συγγραφέας τον ποθούσε. Αλλά στο κρεβάτι τα χαρτιά είχαν ανακατευτεί. Και εδώ ο Louis γίνεται σχεδόν προκλητικά απλός. Το να επιθυμεί ένας μπουρζουά έναν εργάτη δεν είναι, από μόνο του, ταξική καταπίεση. Ταξική καταπίεση είναι να σπάει ο άλλος τη μέση του στη δουλειά. Να μην έχει περίθαλψη. Να τρώει φαγητό που τον αρρωσταίνει. Να του κόβεις το επίδομα. Να ψηφίζεις πολιτικές που τον κρατούν φτωχό. Κανείς δεν μένει στην εργατική τάξη επειδή του πήρε πίπα ένας μπουρζουά.

Κι επειδή οι δυο φιλενάδες έχουν διαβάσει και τα βιβλία τους, πέφτουν στο τραπέζι Foucault, Genet, Proust. Ο Foucault που πολεμούσε την πειθαρχική εξουσία και μετά έπαιζε μαζί της στο BDSM. Ο Genet που ήθελε μαύρους άντρες και βρέθηκε με τους Black Panthers. Ο Proust που καύλωνε με άντρες της εργατικής τάξης. Δεν αθωώνεται κανείς επειδή καυλώνει ωραία. Αλλά ούτε εξηγείται όλη η πολιτική ενός ανθρώπου από το ποιον ήθελε να του κατεβάσει το παντελόνι.

Η επιθυμία δεν είναι αθώα. Αλλά δεν είναι και κομματική νεολαία. Μπορεί να παίζει με πράγματα που στον δημόσιο κόσμο πολεμάς. Καλώς ή κακώς (μάλλον καλώς λολ) ο κώλος δεν διαβάζει πάντα το πολιτικό σου πρόγραμμα πριν αποφασίσει να σου στηθεί.

Και μετά, αναμέσα σε Foucault, τάξεις και εξουσίες, η κουβέντα κάνει πάλι αυτό που πρέπει: βυθίζεται σε μια ιδρωμένη ανδρική μασχάλη. Ο Louis δηλώνει σχεδόν απογοητευτικά «κλασικός» στο σεξ. Δεν έχει κάποιο μεγάλο fetish. Του αρέσει να αγοράζει μπίρες στον συντροφό του και να του κάνει μασάζ ενώ εκείνος παίζει videogames. «Lana Del Rey classicism», το ονομάζει. Μερικές φορές το kink είναι να κάνεις τον σύζυγο χωρίς να έχεις παντρευτεί, σκέφτομαι εγώ.

Ο Louis λοιπόν  έχει όμως αδυναμία στις ιδρωμένες ανδρικέςμασχάλες. Και στις μυρωδιές. Μια φορά δεν μπόρεσε να κάνει σεξ με κάποιον επειδή δεν άντεχε τη μυρωδιά της ενυδατικής του. Κράτα το αυτό, εσύ μετά από τόσο Foucault. Η Ιστορία μπορεί να γράφεται πάνω στα σώματα. Το ίδιο και μια κακή κρέμα.

Μετά οι δυο τους μιλάνε για ψωνιστήρι. Ο Louis αγαπά τους ανθρώπους που φαίνονται άβολα εκεί. Όχι τους connoisseurs, τους επαγγελματίες της φάσης, εκείνους που μπαίνουν στο πάρκο ξέροντας ακριβώς πού θα σταθούν, πού θα κοιτάξουν και τι θα ακολουθήσει. Τον ερεθίζει αυτός που μοιάζει να μην ξέρει καλά τι κάνει: ο λίγο φοβισμένος, ο αδέξιος, ο άνθρωπος που είναι για μία στιγμή εκτός τόπου.

Ίσως γι’ αυτό τον τραβά τόσο το cruising: εκεί κανείς δεν ξέρει ακριβώς ποιος είναι ο άλλος. Εκεί, λέει, σκάνε άνθρωποι από άλλες τάξεις, άλλες ηλικίες, άλλες ζωές, ακόμη και άντρες που δεν θεωρούν τον εαυτό τους μέρος καμίας gay κοινότητας και θέλουν απλώς ένα ανώνυμο γαμησάκι πριν επιστρέψουν στην κανονική τους Τρίτη. Ένα μικρό υπόγειο κοινοβούλιο σωμάτων χωρίς πρακτικά. Ένας άγνωστος σ’ ένα πάρκο. Δέκα λεπτά σεξ. Τέλος. Δεν ξαναβλέπεστε. Κι όμως για μέρες τον νιώθεις ακόμη πάνω στο δέρμα.

Μετά σε πιάνει μια μικρή λύπη. Όχι επειδή θέλεις να τον παντρευτείς. Επειδή ακριβώς ξέρεις ότι αυτό ήταν. Τόσο. Ο Louis λέει ότι έτσι γνώρισε σχεδόν πάντα την αγάπη: αποσπασματικά. Την άλλη δεν την ξέρει. Αυτή των μυθιστορημάτων. Να κοιτάς το κινητό επί μήνες, να κλαις, να μην τρως, να λιώνεις επειδή έφυγε ο άλλος. Δεν του συμβαίνει. «Το σώμα μου δεν μπόρεσε ποτέ να παράγει αυτό το είδος αγάπης», λέει. Πρόσεξε τη φράση. Όχι «εγώ δεν μπορώ». Το σώμα. Σαν ένα εργοστάσιο που για κάποιον ακατανόητο λόγο δεν βγάζει το συγκεκριμένο προϊόν. Βάζει και βγάζει όμως άλλα: δέκα λεπτά, έναν άγνωστο και μετά ένα ίχνος.

Έχει κάνει cruising στο Παρίσι, στην Αθήνα, στη Γενεύη, στο Parc des Bastions, όπου λέει ότι είχε διαβάσει στο ημερολόγιο του Pasolini πως πήγαινε κι εκείνος. Και φαντάζεται το άλλο άκρο, Νορβηγία, χειμώνας, μείον δεκαπέντε, διότι, όπως σωστά παρατηρεί, οι αδερφές δεν κουραζόμαστε ποτέ και θα βγούμε ακόμη και μέσα στον πάγο για έναν ακόμη πούτσο. Αυτό είναι queer πολιτισμός αν με ρωτάς. Ο άνθρωπος να αντιμετωπίζει τα στοιχεία της φύσης και να επιμένει στο τσιμπούκι.

Και μετά μιλάνε για το γήρας. Αχ! Ο Louis είναι μόλις τριάντα δύο και έχει ήδη αρχίσει να το κοιτάζει λίγο τρομοκρατημένος. Κάνει σεξ με έναν εικοσιτριάχρονο και πιάνει τη διαφορά στην υφή του δέρματος. Εννέα χρόνια, τίποτα. Βάλε όμως δύο γυμνούς άντρες δίπλα - δίπλα και ξαφνικά το τίποτα γίνεται αιωνιότητα. Είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα το ανθρώπινο σώμα μπορεί να μετατρέψει εννέα χρόνια σε queer μεταφυσική. Οι φίλοι του που είναι tops μεγαλώνουν και το σενάριο τους περιμένει έτοιμο: older top, daddy. Άσπρισες λίγο; Μπορεί να γίνεις και πιο ποθητός. Κύρος, ανδρισμός, εμπειρία, όλα τα καλά του εμπορίου. Οι νεότεροι εξακολουθούν να κοιτάζουν.

Και ο μεγαλύτερος bottom; Εδώ γελάει και η πενηντάρα αδερφή μέσα μου συμφωνεί απολύτως. «Οι aging bottoms , λέει, είναι πραγματικά καλή πρώτη ύλη για τραγωδία». Διότι οι φίλοι του φοβούνται πραγματικά. Θα υπάρχει σεξ για αυτούς; Θα τους θέλει κανείς; Βεβαίως υπάρχουν άντρες που θέλουν μεγαλύτερους bottoms, όλα υπάρχουν, δόξα τω Θεώ. Αλλά ο Louis λέει κάτι πολύ απλό και όχι ιδιαίτερα ευγενικό: οι περισσότεροι tops εξακολουθούν να φαντασιώνονται νεότερα σώματα.

Δεν είναι λοιπόν μόνο «φοβάμαι να γεράσω». Είναι και το τι θα γίνω εγώ μέσα στην επιθυμία όταν γεράσω; Ο daddy έχει ρόλο. Ο bottom που μεγαλώνει ψάχνει ακόμη το έργο.Να λοιπόν η κοινωνία ξανά στο κρεβάτι. Την πετάς από την πόρτα και ξαναμπαίνει από τον καθρέφτη.

Και μετά πάνε στο πορνό. «Αυτό που αγαπώ», λέει ο Louis, «είναι όταν το σεξ αφορά την εξαφάνιση». Εδώ, συγγνώμη, είναι όλο το πράγμα. Όχι απλώς ηδονή. Θέλι ωα πάψει για λίγο να είναι πρόσωπο. Χωρίς όνομα, ιστορία, οικογένεια, παρελθόν, μέλλον. Χωρίς το νοίκι. Χωρίς το τι θα γίνει σε είκοσι χρόνια. Χωρίς τους γονείς, τα βιβλία, τον Édouard Louis. Μόνο σώμα. Μια «πλατφόρμα ευτυχίας», λέει. Ένας αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος.

Και σκέφτεσαι τι παράξενη πολυτέλεια είναι αυτή για έναν άνθρωπο που έφτιαξε όλο του το έργο από το αντίθετο: από τη βιογραφία που δεν σε αφήνει ήσυχο. Ο Édouard Louis έγραψε από πού ήρθε, πώς μιλούσε, πώς κινούνταν, πώς η τάξη έγραψε πάνω στο σώμα του. Έγραψε πώς άλλαξε όνομα, δόντια, σώμα, γλώσσα, κοινωνικό κόσμο και τι χρειάστηκε να κρύψει, να σκοτώσει ή να μετασχηματίσει για να γίνει αυτός που έγινε. Έγραψε, δηλαδή, με μανία πώς παράγεται ένας εαυτός. Και όταν κάνει σεξ θέλει να τον ξεφορτωθεί. Όχι να βρει τον «αληθινό» εαυτό του. Αρκετά πια με τον αληθινό εαυτό. Θέλει να μην υπάρχει.

Γι’ αυτό τον ερεθίζουν εικόνες όπου πολλοί άντρες συγκεντρώνονται πάνω σε ένα σώμα, παρτούζες στη φύση, κάποιος που γαμιέται γρήγορα και σχεδόν πετιέται μετά στο πάτωμα. Δεν ζητά την ταπείνωση του Édouard Louis. Ζητά να εξαφανιστεί για λίγο ο Édouard Louis που θα μπορούσε να ταπεινωθεί. Σε μια σάουνα στη Βραζιλία, θυμάται, το πράγμα συνέβη κάποτε λίγο-πολύ μόνο του. Ένας άντρας τον πλησίασε, μετά ένας δεύτερος ρώτησε αν μπορεί να συμμετάσχει, μετά ένας τρίτος. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη συνεδρίαση. Ήταν, όπως λέει, αρκετά σαφές τι θα συμβεί. Δεν λέει ότι αυτό ήταν η μεγάλη πραγμάτωση του porn fantasy του, ούτε ότι κυνηγά συστηματικά τέτοιες καταστάσεις. Ίσα ίσα. Αλλά καταλαβαίνεις το πράγμα που τον καίει: να κάνει λίγο πίσω η persona. Να μείνει το σώμα και ό,τι του συμβαίνει.

Και κάποτε, λέει, ύστερα από τόσο γαμήσι, περπατάς μόνος νύχτα προς το ξενοδοχείο και σε πιάνει αυτή η μικρή παράξενη μελαγχολία. Όχι καταστροφή. Όχι δράμα. Απλώς ξέρεις ότι αυτό που έγινε δεν θα ξαναγίνει ποτέ ακριβώς έτσι. Και τότε θυμάσαι ποια είναι απέναντί τους με την κάμερα τόση ώρα. Η Nan Goldin. Δηλαδή ο Louis μιλά για την ηδονή τού να μην έχει όνομα, ιστορία, παρελθόν ή μέλλον, και απέναντί του κάθεται η γυναίκα που πέρασε τη ζωή της κάνοντας ακριβώς το αντίθετο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Κρατώντας εραστές, φίλους, drag queens, κρεβάτια, σώματα μετά το σεξ, πρόσωπα μέσα στην αρρώστια, ανθρώπους λίγο πριν λείψουν. Ό,τι θα περνούσε από ένα δωμάτιο και θα χανόταν, η Goldin το έκανε εικόνα. Η φωτογραφία της δεν σώζει κανέναν από τον χρόνο. Σιγά. Αρνείται όμως στον χρόνο την πλήρη εξαφάνιση.

Ο Louis θέλει για λίγο να μην υπάρχει.

Και ακριβώς τότε, απέναντί του, η Nan Goldin σηκώνει την κάμερα.


Μαντόνα, γιατί μιλάς με τον παπά;

 

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ανοίγω το Instagram της Μαντόνα και, ανάμεσα σε Μετέωρα, θάλασσες, μαντίλια και την απαραίτητη βαριά αυτομυθολογία μιας γυναίκας που εδώ και σαράντα χρόνια δεν πήγε ποτέ απλώς διακοπές αλλά πάντα κάπως επέστρεφε από την έρημο*, βλέπω τη φωτογραφία. Η Μαντόνα κάθεται απέναντι από έναν Έλληνα ορθόδοξο παπά και συζητάει.

Κορίτσι μου γιατί; Έχεις κάνει σεξ με σταυρούς, έχεις φιλήσει μαύρο Χριστό, έχεις κάψει εκκλησίες στο MTV, έχεις ντυθεί Μαγδαληνή, dominatrix, καμπαλιστική μαθήτρια, cyber-cowgirl, Madame X και ό,τι άλλο μπόρεσε να χωρέσει το ανθρώπινο merchandising του πνεύματος  και τώρα, στα εξήντα οκτώ σου, πήγες στα Μετέωρα να τα πεις με την ηγούμενο; Βεβαίως και πήγες.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter
Θοῦ, Μαντόνα, φυλακὴν τῷ στόματί μου!

Το ακόμη καλύτερο είναι ότι δεν κράτησε τη σκηνή ιδιωτική. Την έβαλε στο instagram carousel της. Δηλαδή από όλα όσα μπορούσε να διαλέξει για να πει «αυτή ήμουν στην Ελλάδα», ήθελε να ξέρουμε ότι κάποια στιγμή κάθισε απέναντι από έναν ορθόδοξο ιερωμένο και μίλησαν για πίστη και πνευματική ζωή. Αγάπη μου, είσαι η Μαντόνα. Δεν μπορείς απλώς να ρωτήσεις πού έχει καλό χταπόδι;

Και βέβαια έγραψε: «My sins are my savior». Εδώ πια δεν ξέρω αν μιλάμε για θεολογία, νέο era ή caption που περιμένει σαράντα χρόνια να το χρησιμοποιήσει.

Το ωραίο πάντως είναι ότι η φωτογραφία έχει κάτι εξόχως αστείο και τρυφερό. Ο παπάς μοιάζει να της εξηγεί κάτι σοβαρό. Η Μαντόνα μοιάζει να ακούει. Πράγμα ήδη κάπως εξωτικό για άνθρωπο που πέρασε μια ζωή έχοντας συνήθως απέναντί του κοινό. Δεν ξέρω αν βρήκε τον Θεό. Τον έχει βρει και χάσει τόσες φορές ώστε θα ήταν αγένεια να κρατάμε σκορ.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ξέρω μόνο ότι η Μαντόνα πήγε στην Ελλάδα, βρήκε έναν παπά, τον έβαλε στο Instagram της και μας άφησε πάλι με το γνωστό πρόβλημα: Μωρή Μαντόνα, τι ακριβώς κάνεις;

Και γιατί θέλω τόσο πολύ να μάθω είπαμε;


Ο Hans Berlin είδε το gay porn να αλλάζει μπροστά του  

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Όταν ο Hans Berlin θέλει σήμερα να γυρίσει πορνό, ανοίγει το X, χαζεύει λίγο, βρίσκει έναν creator που του αρέσει και του γράφει. Αν αρέσει κι εκείνος στον άλλον, κανονίζουν να βρεθούν, στήνουν δυο κινητά σε τρίποδα και κάνουν σεξ. Απλό, μέχρι να τελειώσει το σεξ και να αρχίσει η λάντζα.

Κοιτάς το υλικό, πετάς τις κακές γωνίες, μοντάρεις, κόβεις teaser, ανεβάζεις στο X, ταΐζεις το OnlyFans ή το JustForFans, απαντάς στους subscribers, ψάχνεις τον επόμενο άντρα και σκέφτεσαι τι θα ποστάρεις αύριο. Και πρέπει, βεβαίως, να παραμένεις τόσο ενδιαφέρων ώστε κάποιος άγνωστος, κάπου στην Αμερική, να συνεχίζει να βγάζει την πιστωτική του για να σε βλέπει να γαμιέσαι. Έχει πολλή γραφειοκρατία τελικά η σεξουαλική απελευθέρωση.

Ο Florian Klein, ο Γερμανός ηθοποιός, συγγραφέας και ακτιβιστής που στο gay porn λέγεται Hans Berlin, έδωσε στις 26 Αυγούστου μια συνέντευξη στο αυστραλιανό DNA. Δεν ανακαλύπτει την Αμερική. Λέει απλώς πώς έκανε αυτή τη δουλειά όταν ξεκίνησε, το 2012, και πώς την κάνει τώρα, κι εκεί, στις μικρές και πεζές διαφορές, φαίνεται όλη η αλλαγή.Τότε πήγαινες σε ένα studio. Κάποιος είχε βρει τον άντρα που θα έπαιζε μαζί σου, άλλος κρατούσε την κάμερα, άλλος είχε βρει το σπίτι, τον φωτισμό, το πρόγραμμα, μετά κάποιος θα μοντάριζε τη σκηνή και κάποιος θα την πουλούσε. Εσύ είχες να κάνεις κάτι πολύ πιο ξεκάθαρο: να ξεκωλιαστείς.

Ο Berlin δεν συγκινείται ιδιαίτερα με τα παλιά μεγαλεία, απλώς παραδέχεται ότι αυτή η συμφωνία τού άρεσε. Πήγαινες, έκανες τη δουλειά, πληρωνόσουν και έφευγες. Μετά μπορούσες να πας να φας, να κοιμηθείς, να ερωτευτείς, να βαρεθείς, ό,τι ήθελες τέλος πάντων. Δεν χρειαζόταν να επιστρέψεις σπίτι και να αναλάβεις την επικοινωνιακή στρατηγική του ίδιου σου του κώλου.Μετά ήρθε το OnlyFans. «OnlyFans changed everything», λέει ο Berlin, κι εμείς ξέρουμε ήδη το ωραίο στόρι: ο performer ξέφυγε από το studio, πήρε πίσω το σώμα του, την εικόνα του, τα χρήματά του. Αυτονομία, ναι, ναι. Πάρε τώρα και τα τιμολόγια.

Διότι μαζί με τον έλεγχο ήρθαν η παραγωγή, το casting, η κάμερα, το μοντάζ, η διανομή, η διαφήμιση, το customer service και τα social. Ο creator είναι πλέον performer, παραγωγός, μοντέρ, marketer και προσωπικό brand, όλα τα μαγαζιά μόνος του. Η ελευθερία ήρθε με λάντζα και το αφεντικό δεν εξαφανίστηκε απλώς μερικές φορές δεν έχει πρόσωπο, γραφείο και πούρο. Το λένε αλγόριθμο. Ήδη από το 2018 performers περιέγραφαν στο επαγγελματικό XBIZ αυτή τη νέα πραγματικότητα. Δεν περίμεναν πια να τους διαλέξει ο casting director, έφτιαχναν μόνοι τους το υλικό και το πουλούσαν μόνοι τους και μετά έπρεπε να μάθουν feed, engagement, posting, subscribers και όλες αυτές τις εξαιρετικά αντιερωτικές λέξεις που χρειάζονται για να πουλήσεις σήμερα μια ερωτική εικόνα.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Berlin δεν το φιλοσοφεί ιδιαίτερα: αν θέλεις να πετύχει το OnlyFans σου, λέει, πρέπει να το δεις σαν δουλειά. Sex work is real work. Το έχουμε ακούσει τόσο πολύ που κοντεύει να γίνει χαλκομανία, εδώ όμως είναι γελοία κυριολεκτικό: το σεξ τελειώνει κι εσύ έχεις ακόμη μοντάζ. Το παλιό gay porn φιλενάδα ,είχε αρχίσει βέβαια να ξηλώνεται πολύ πριν από το OnlyFans. Falcon, Raging Stallion, Hot House, NakedSword πέρασαν σταδιακά κάτω από μεγαλύτερες εταιρικές ομπρέλες, άλλα studios χάθηκαν και κυρίως το ίντερνετ γέμισε τσόντα. Μια μικρή ανθρώπινη ουτοπία, θα έλεγες: επιτέλους αρκετό porn για όλους. Κακό νέο αν το πουλάς, διότι το εμπόριο, δυστυχώς, αγαπά περισσότερο αυτό που δεν φτάνει για όλους.

Και μετά ήρθε η πειρατεία. Ο Berlin λέει ότι σχεδόν κάθε studio σκηνή που γύριζε εμφανιζόταν σύντομα δωρεάν κάπου αλλού: το μεγάλο δημοκρατικό όνειρο του ίντερνετ, σε όλη του τη δόξα, όλοι να έχουν τα πάντα και αυτός που τα έφτιαξε να ψάχνει πώς διάολο θα πληρώσει το νοίκι. Το OnlyFans δεν κατάργησε το δωρεάν porn. Σιγά. Porn υπάρχει τόσο πολύ που και να αφιερώσεις τη ζωή σου δεν προλαβαίνεις. Έκανε όμως μια πονηρή μετατόπιση: δεν πληρώνεις πια μόνο για porn, πληρώνεις για αυτόν. Κάποτε αγόραζες Falcon και η Falcon σου έδινε τους άντρες της. Τώρα αγοράζεις τον άντρα και ο άντρας έχει γίνει η Falcon. Μόνο που η Falcon είχε λογιστήριο.

Κι εδώ εμένα αρχίζει να με ενδιαφέρει περισσότερο το σώμα. Ο Hans Berlin έχει περάσει τα 50 και κάποτε, στο εμπορικό gay porn, αυτή η πληροφορία θα ακουγόταν σχεδόν σαν νεκρολογία καριέρας. Όχι επειδή οι gay άντρες μόλις έβλεπαν σαραντάρη σταματούσαν να καυλώνουν (η ζωή δεν υπάκουσε ποτέ τόσο πειθαρχημένα στους casting directors να τα λέμε κι αυτά). Τα studios όμως είχαν τις ιδέες τους. Νέος, γυμνασμένος, έτσι, αλλιώς. Ξέρουμε. Η αγορά είναι πολύ φιλελεύθερη με την επιθυμία αφού πρώτα αποφασίσει ποια επιθυμία εγκρίνεται προς πώληση.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Berlin το έμαθε, ο λογαριασμός πήγε καλά και σήμερα λέει ότι απολαμβάνει μέχρι και το γύρισμα και το μοντάζ. Μαζί έγινε ορατό κάτι που το κοινό ήξερε από πάντα και η βιομηχανία έκανε την ανήξερη: οι άνθρωποι θέλουν πολύ περισσότερα σώματα απ’ όσα χωρούσαν στα παλιά εξώφυλλα. Bears, daddies, μεγαλύτερους άντρες, πιο βαριά σώματα, πιο τριχωτά σώματα ό,τι περίσσευε από την παλιά muscled βιτρίνα βρήκε μόνο του τον πελάτη. Όχι φιλενάδα, το ίντερνετ δεν έγινε ξαφνικά ανθρωπιστής. Ανακάλυψε αγορά. Κι αυτό είναι συχνά αρκετό για να ανοίξει μια πόρτα που η ηθική κρατούσε κλειστή επί δεκαετίες. Ο Berlin έχει δουλέψει και για το Hot Older Male και λέει γελώντας ότι μπορεί να συνεχίσει να γυρίζει μέχρι να πεθάνει. Γιατί όχι; Η επιθυμία ήταν πάντα πολύ πιο ξετσίπωτα ακατάστατη από τη διαφήμισή της.

Μόνο που πάνω στο σώμα του Berlin υπάρχει γραμμένη και μια άλλη ιστορία. Ο Florian Klein ζει με τον  HIV από το 2001, έντεκα χρόνια πριν κάνει porn. Όταν εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά στην κάμερα το 2012, κουβαλούσε ήδη μέσα στο σώμα του έναν ιό που είχε καθορίσει για δεκαετίες το gay σεξ, τον φόβο του, τους νεκρούς του, τις απαγορεύσεις του και στη δική του περίπτωση είχε και μια πολύ πεζή συνέπεια: δουλειές που δεν μπορούσε να πάρει. Ο Klein μίλησε δημόσια για το HIV status του το 2014 και το 2017, στα Grabby Awards, μίλησε για τις διακρίσεις εναντίον των οροθετικών performers. Υπήρχαν studios που τον απέκλειαν επειδή είχε HIV. Τους ενδιέφερε αυτό, όχι αν βρισκόταν σε θεραπεία και είχε μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο. Πολλές μεγάλες λέξεις μπορούμε να πούμε για το στίγμα. Στο τέλος η μετάφραση ήταν απλή: αυτός δουλεύει, εσύ όχι.

Το 2012, τη χρονιά ακριβώς που ο Berlin μπήκε στο porn, η FDA ενέκρινε το Truvada ως PrEP για την πρόληψη της σεξουαλικής μετάδοσης του HIV. Στα χρόνια που ακολούθησαν εδραιώθηκε η γνώση γύρω από το Treatment as Prevention και το 2016 ξεκίνησε η διεθνής καμπάνια U=U — Undetectable = Untransmittable. Δηλαδή: ένας άνθρωπος με HIV που βρίσκεται σε αποτελεσματική θεραπεία και διατηρεί μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο δεν μεταδίδει τον HIV μέσω του σεξ.Το ξέρουμε, ή θα έπρεπε. Το γράφω πάντως, διότι η βλακεία έχει ένα συγκινητικό χάρισμα: ζει πολύ περισσότερο από τις πληροφορίες που την ακυρώνουν.

Για τον Berlin αυτό δεν ήταν κάποιο ωραίο ιατρικό milestone σε PowerPoint. Ήταν το σώμα του. Χθες ένα studio μπορούσε να το απορρίψει ως επικίνδυνο και λίγα χρόνια αργότερα ήξερες πια ότι, με αποτελεσματική θεραπεία και μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο, αυτό το σώμα δεν μεταδίδει τον HIV μέσω του σεξ. Δεν είναι μικρό πράγμα, ούτε μόνο ιατρικό. Διότι για χρόνια ο HIV δεν ήταν απλώς ένας ιός. Ήταν και μια εικόνα που προηγούνταν του ανθρώπου: έλεγες «είμαι θετικός» και μετά ερχόταν εκείνη η μικρή παύση, το βλέμμα, η ερώτηση που δεν είχε γίνει ακόμη, ενίοτε και το μάζεμα της επιθυμίας. Το U=U δεν εξαφάνισε τη βλακεία, της αφαίρεσε όμως το επιστημονικό άλλοθι. Ο Berlin θυμάται ότι στις πρώτες δουλειές του, το 2012, το προφυλακτικό ήταν ο κανόνας. Το 2015 γύρισε την πρώτη ακάποτη σκηνή του για τον Kristen Bjorn, όταν αισθανόταν πια ότι η PrEP έδινε στους οροαρνητικούς συνεργάτες του ένα ακόμη ισχυρό όπλο πρόληψης. Ο ίδιος συνδέει την εξάπλωση της PrEP και αργότερα την αποδοχή του U=U με τη μεγάλη στροφή του mainstream gay porn προς το bareback. Δική του ανάγνωση, όχι οι πλάκες του Μωυσή. Άλλο studio, άλλη χώρα, άλλος performer μπορεί να θυμάται τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Αλλά ο Berlin ήταν εκεί, γυμνός μάλιστα, κι αυτό μου φαίνεται κάπως καλύτερο παρατηρητήριο από ένα συνέδριο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Συνεργάστηκε με οργανώσεις HIV πρόληψης στη Γερμανία, μίλησε για U=U και Treatment as Prevention και δημιούργησε την καμπάνια HANS HELPS, που στη Γερμανία περιοδεύει ως HANS HILFT, με συζητήσεις για HIV, porn, PrEP, στίγμα και ασφαλέστερο σεξ. Μέσα στο 2026 γερμανικές Aidshilfe συνέχισαν να φιλοξενούν εκδηλώσεις του. Στο CSD Berlin το 2025 συστήθηκε περίπου έτσι: porn performer, HIV activist, άνθρωπος που ζει με HIV πάνω από είκοσι χρόνια και είναι undetectable.

Κοίτα τώρα πόσο άλλαξε αυτή η μικρή συστάδα λέξεων: HIV-positive, gay sex, porn. Πριν από μερικές δεκαετίες το μυαλό πήγαινε κατευθείαν στον κίνδυνο. Τώρα ένας άντρας μπορεί να τα πει όλα μαζί πάνω σε μια σκηνή και μετά να πάει για ποτό. Αν θέλουμε σώνει και καλά να λέμε κάτι πρόοδο, ας λέμε αυτό. όχι ότι παραγγέλνουμε ταξί, φαΐ και γκόμενο από το ίδιο τηλέφωνο.

Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, ο Klein είχε και άλλη λόξα: έγραφε. Το φθινόπωρο του 2012, ύστερα από ένα γύρισμα με τον performer και τραγουδιστή Jessy Ares, οι δυο τους άρχισαν να αστειεύονται πώς θα ήταν ένα porn musical. Κανονικοί άνθρωποι μετά από τέτοιες κουβέντες πάνε για ποτό. Ο Klein πήγε σπίτι και άρχισε να το γράφει.Το 2013 ανέπτυξε την ιδέα, το 2015 έγινε το πρώτο reading στο Βερολίνο και το 2019 το Shooting Star ανέβηκε στο Λος Άντζελες: ημι-αυτοβιογραφική ιστορία ενός νεαρού ηθοποιού που καταλήγει porn star και ανακαλύπτει εκείνο το φοβερό μυστικό που ο πολιτισμός ακόμη δυσκολεύεται λίγο να χωνέψει: οι άνθρωποι που γαμιούνται στην οθόνη συνεχίζουν να υπάρχουν όταν κλείνεις την οθόνη και σκουπίζεις τα χέρια σου από τα χύσια.Σύμφωνα με τη νέα συνέντευξη στο DNA, το έργο επέστρεψε στη Νέα Υόρκη μέσα στο 2026 και ο Klein με τους συνεργάτες του σχεδιάζουν Λονδίνο και Βερολίνο για το 2027. Παράλληλα έχει αναπτύξει τηλεοπτικό project γύρω από την ιστορία του HIV/AIDS στη Γερμανία και γράφει αυτοβιογραφία και one-man show. Δεν του αρκεί, φαίνεται, να του συμβεί κάτι. Πρέπει και να το κάνει υλικό.

Hans Berlin και Florian Klein κάποτε θα ήταν δύο πρόσωπα που ένα studio είχε κάθε λόγο να κρατά κάπως χωριστά: το studio ήθελε τον porn star, όνομα, φως, σώμα, εξώφυλλο και τα υπόλοιπα μπορούσαν να μείνουν σπίτι. Η πλατφόρμα θέλει και το σπίτι. Θέλει να ξέρει πού πήγες, με ποιον γύρισες, πότε θα ξαναγυρίσεις, τι σκέφτεσαι, πώς είσαι όταν δεν γαμιέσαι, πώς μεγαλώνεις, πώς γερνάς. Πολύ ωραία η αυτονομία, μόνο που η αγορά έκανε πάλι ένα από τα παλιά της κόλπα: σου έδωσε κάτι που ήθελες και μετά σου παρουσίασε τον λογαριασμό. Ο performer απέκτησε πολύ μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην εικόνα του και πρέπει να παραδίδει πολύ περισσότερη εικόνα.

Δεν αρκεί να γαμιέσαι. Πρέπει να είσαι και content. Δεν ξέρω αν αυτό είναι απελευθέρωση ή καινούργια συμφωνία. Μάλλον και τα δύο καταλήγω. Έτσι γίνεται συνήθως με την πρόοδο όταν κατεβαίνει από τα συνέδρια και μπαίνει στα σπίτια. Ο Hans Berlin είναι πάνω από 50, HIV-positive, undetectable και συνεχίζει να γυρίζει. Λέει ότι μπορεί να το κάνει μέχρι να πεθάνει, μακάρι. Για κάθε σώμα υπάρχει κάπου μια επιθυμία, κι αυτό ίσως είναι από τα λίγα πράγματα που το ίντερνετ απέδειξε χωρίς να χρειαστεί πολλή θεωρία.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Florian Klein όμως κάνει και κάτι ακόμη: θυμάται. Και οι βιομηχανίες δεν αγαπούν πολύ τη μνήμη, τους χαλάει το καινούργιο εμπόρευμα. Μόλις αλλάξει το μοντέλο κάνουν συνήθως σαν το προηγούμενο να μην υπήρξε ποτέ, και κάποτε τα παιδιά θα κοιτάζουν τα studios, τα DVDs, τα condom-only sets, τους casting directors, την εποχή πριν από την PrEP, όπως κοιτάμε εμείς κάτι παλιά έπιπλα σε οικογενειακή φωτογραφία.

Ο Klein ήταν μέσα στο δωμάτιο.

Είναι ακόμη.


Έμεινε το δέρμα: Ο Καρλ Λάγκερφελντ, ένας δολοφόνος και η queer σκηνή που το  AIDS έκοψε στη μέση

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ένας φόνος, δέκα χρόνια φυλακή, η leather σκηνή του Αμβούργου, ο Hubert Fichte, ο Jacques de Bascher και ένα BDSM κοστούμι του Καρλ Λάγκερφελντ. Στην έκθεση *The Leatherman*, που ανοίγει στην Κολωνία στις 4 Σεπτεμβρίου, ένα παλιό θεατρικό κοστούμι κουβαλά πάνω του έναν κόσμο που το AIDS διέλυσε πριν προλάβει καλά καλά να γίνει αρχείο.

Μαύρη κουκούλα, δερμάτινο τζάκετ, κόκκινο αμάνικο, σλιπ, chaps, περικάρπια, γάντια, αρβύλες. Το 1978 ο Καρλ Λάγκερφελντ σχεδίασε αυτή τη στολή για το The Leatherman, μια θεατρική παράσταση που λίγο έλειψε να χαθεί από τη μνήμη μαζί με τόσα άλλα πράγματα που τότε κανείς δεν φανταζόταν ότι μια μέρα θα ψάχναμε μανιωδώς σε καταλόγους, αρχεία και παλιές φωτογραφίες. Το κοστούμι όμως έμεινε και σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα βρίσκεται στο Kölnischer Kunstverein, φορτωμένο πια με πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε λόγο να ξέρει όταν φτιάχτηκε: λογοτεχνία, φόνο, gay BDSM, θέατρο, Lagerfeld, Jacques de Bascher, AIDS. Οι άνθρωποι τα έζησαν όλα αυτά. Το δέρμα απλώς περίμενε.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Πριν γίνει Leatherman, ο Hans Eppendorfer λεγόταν Hans-Peter Reichelt. Το 1959, στα δεκαεπτά του, καταδικάστηκε για τη δολοφονία μιας μεγαλύτερης γυναίκας, οικογενειακής φίλης, και πέρασε περίπου δέκα χρόνια σε φυλακή ανηλίκων. Εκεί άρχισε να γράφει, εκπαιδεύτηκε στη δημοσιογραφία, αλληλογραφούσε με συγγραφείς όπως ο Peter Rühmkorf και, όταν βγήκε το 1970, έκανε κάτι που πολλοί άνθρωποι κάνουν έχοντας περάσει πολύ λιγότερα: άλλαξε όνομα και ξανάφτιαξε τον εαυτό του. Μπήκε στη gay SM και leather σκηνή του Αμβούργου, έγινε συγγραφέας, δημοσιογράφος, leather dominator, άνθρωπος του St. Pauli και σιγά σιγά ο πρωταγωνιστής μιας ζωής που ο ίδιος διηγούνταν τόσο επίμονα ώστε στο τέλος δεν ήξερες αν θυμόταν ή σκηνοθετούσε.

Αυτό είναι άλλωστε το πρόβλημα με τον Eppendorfer. Η ζωή του ακούγεται σαν να έχει ήδη περάσει από επιμέλεια. Ακόμη και η εξήγηση που έδινε για τον φόνο ότι η γυναίκα τού θύμιζε τη μητέρα του ταξίδεψε από αφήγηση σε αφήγηση, ώσπου ο «πραγματικός» Hans και ο Leatherman έγιναν περίπου σιαμαίοι. Και τι ακριβώς περιμέναμε; Ένας άνθρωπος βγαίνει ύστερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού, αλλάζει όνομα, μπαίνει σε μια υποκουλτούρα όπου το σώμα, η στολή, η εξουσία και η φαντασίωση είναι ολόκληρη γλώσσα, και εμείς θέλουμε μετά τη βιογραφία του ίσια, καθαρή και σφραγισμένη σαν πιστοποιητικό γεννήσεως; Καλή τύχη.

Και τότε πέφτει πάνω του ο Hubert Fichte, που δεν είχε καμία ιδιαίτερη όρεξη να αφήσει μια ζωή ήσυχη. Συγγραφέας, εθνογράφος, μια από τις πιο λοξές μορφές της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας, έμπαινε στις υποκουλτούρες του Αμβούργου όχι για να μαζέψει λίγο ωραίο underground ντεκόρ αλλά επειδή πίστευε ότι εκεί υπήρχε κάτι που άξιζε να μάθει. Οι δυο τους έκαναν τρεις μεγάλες συνομιλίες, το 1970, το 1973 και το 1976, και από αυτές βγήκε το Der Ledermann spricht mit Hubert Fichte, που εξέδωσε ο Suhrkamp το 1977. Εκεί μιλάνε, θυμούνται, ξαναφτιάχνουν όσα θυμούνται, καμιά φορά προφανώς τα φουσκώνουν, κι ύστερα έρχεται ο άλλος και τα κάνει βιβλίο. Κάποια στιγμή παύεις να ρωτάς «τι έγινε ακριβώς;» και αρχίζεις να αναρωτιέσαι ποιος έχει τελικά το δικαίωμα να πει τι έγινε.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Διότι ο Fichte είχε ήδη πάρει υλικό από αυτές τις συνομιλίες και το είχε βάλει στο μυθιστόρημά του Versuch über die Pubertät  το 1974, πριν εκδοθεί καν το βιβλίο των συζητήσεων. Ο Eppendorfer έγινε έξαλλος. Πολύ λογικά ή πολύ παράλογα, ανάλογα με το ποιον ρωτάς: σου δίνω τη ζωή μου, εσύ τη βάζεις στη λογοτεχνία σου, εγώ όμως έχω ήδη κάνει τη ζωή μου performance. Ποιος έχει το copyright τώρα; Ωραίο μπέρδεμα, και πολύ σημερινό για δυο άντρες που μάλωναν μισό αιώνα πριν.Η ιστορία δεν έμεινε στο χαρτί. Το 1976 οι Wuppertaler Bühnen παρουσίασαν τη θεατρική εκδοχή του Der Ledermann spricht mit Hubert Fichte και τρία χρόνια αργότερα ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Peter Chatel πήρε το υλικό στο Παρίσι, στο Théâtre du Lucernaire, ως μονόλογο τριών πράξεων με τον Michel Albertini.

Ο Fassbinder λέγεται ότι το είχε σκεφτεί κι εκείνος. Φυσικά. Με τόση εξουσία, σεξ, αυτοκαταστροφή και γερμανική δυστυχία μαζεμένη, θα ήταν σχεδόν αγένεια να μην περάσει από εδώ ο Fassbinder.

Κάπου σ’ αυτή τη διαδρομή από το Αμβούργο στο Παρίσι μπλέκει και ο Λάγκερφελντ, όχι όμως σαν το Μεγάλο Όνομα της Μόδας που προσγειώθηκε αργότερα πάνω στην ιστορία για να την κάνει πιο ακριβή. Μαζί του είναι ο Jacques de Bascher, χωρίς τον οποίο η παρουσία της haute couture εδώ θα ήταν πράγματι λίγο celebrity cameo. Ο de Bascher, ο άνθρωπος με τον οποίο ο Λάγκερφελντ συνδέθηκε στενά επί σχεδόν δύο δεκαετίες, ήξερε πολύ καλά την ερωτική και νυχτερινή ζωή του Παρισιού. Στην παρουσίαση του κοστουμιού στην Kunsthalle Bern το 2020 καταγράφεται ότι εκείνος είχε φτιάξει το σκηνικό του Leatherman: μία καρέκλα και μία τηλεόραση. Τέλος. Ο Λάγκερφελντ έντυσε το σώμα και ο de Bascher του έδωσε ένα δωμάτιο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ούτε εδώ, βέβαια, μας κάνει τη χάρη η Ιστορία να είναι καθαρή. Ο Kölnischer Kunstverein αποδίδει σήμερα το κοστούμι στον Λάγκερφελντ και το χρονολογεί στο 1978, ενώ κατάλογος δημοπρασίας του 2020 το αποδίδει στον Λάγκερφελντ μαζί με τον de Bascher, το τοποθετεί χρονικά στο 1979 και το συνδέει με τον Michel Albertini στο Lucernaire. Εκτίμηση: 2.000–3.000 ευρώ. Δηλαδή, πριν από λίγα χρόνια μπορούσες θεωρητικά να αγοράσεις ένα χαμένο σχεδόν κομμάτι ευρωπαϊκής queer, θεατρικής και fashion ιστορίας φθηνότερα από μια σημερινή Chanel. Έχει και η αγορά τις ποιητικές της στιγμές, συνήθως κατά λάθος.

Το leather τότε, βέβαια, δεν ήταν μια γκαρνταρόμπα με μπότες και ωραίες αλυσίδες. Ήταν τρόπος να φτιάξεις έναν άντρα εκεί όπου η κοινωνία είχε ήδη αποφασίσει τι είδους άντρας είσαι. Στη μεταπολεμική gay ζωή, το δέρμα, η στρατιωτική αυστηρότητα, το ξυρισμένο ή πειθαρχημένο σώμα έδιναν σε πολλούς gay άντρες μια άλλη εικόνα του εαυτού τους, πιο σκληρή, επιθετική, υπερ-αρσενική ακριβώς απέναντι στο στερεότυπο του «μαλακού», θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου. Ο Eppendorfer το έλεγε με την ωμότητα της εποχής του: πίστευε ότι το leather μπορούσε να δώσει ακόμη και σ’ έναν θηλυπρεπή gay άντρα την ευκαιρία να «γίνει άντρας». Σήμερα η φράση μάς χτυπάει άσχημα. Πολύ καλά κάνει. Τότε, πάντως, δεν ήταν θεωρία σε πανεπιστημιακό πάνελ αλλά μέρος μιας μάχης για το ποιος δικαιούται να φορέσει την εικόνα του άντρα.

Και στη Δυτική Γερμανία οι μπότες, η πειθαρχία, τα στρατιωτικά σχήματα και η λατρεία της δύναμης δεν ήταν και τόσο αθώες εικόνες. Ο φασισμός δεν είχε προλάβει να γίνει κεφάλαιο σε σχολικό βιβλίο. Ήταν οι γονείς, τα σπίτια, οι σιωπές, οι άνθρωποι που ήξεραν και δεν μιλούσαν. Οπότε το leather μπορούσε να είναι απελευθέρωση και ταυτόχρονα παιχνίδι με σύμβολα φορτωμένα με πολύ χειρότερη Ιστορία. Επιθυμία, δύναμη, βία, χειραφέτηση, όλα μέσα. Ευτυχώς το παράλληλο πρόγραμμα της έκθεσης δεν προσπαθεί να τα απολυμάνει. Οι υποκουλτούρες δεν χρειάζεται να γίνουν καλές μαθήτριες για να μπουν στο μουσείο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και ο Eppendorfer δεν μένει μόνος του εκεί. Δίπλα στο κοστούμι υπάρχουν έργα των Leonore Mau, Reba Maybury, Herbert Tobias, Dean Sameshima και Wolfgang Tillmans, μαζί με αρχειακό υλικό διαφορετικών γενεών. Έτσι η υπόθεση ανοίγει και βγαίνει από το στενό βιογραφικό ενός δολοφόνου που έγινε leather celebrity: St. Pauli, μπαρ, κώδικες, βλέμματα, ρούχα, οι μικρές κινήσεις με τις οποίες καταλάβαινε ο ένας ότι ο άλλος είναι δικός του. Όλα αυτά τα κόλπα που φτιάχνεις για να βρεθείς με τους ανθρώπους σου όταν η κανονική κοινωνία δεν σε πολυθέλει.

Και μετά ήρθε το AIDS. Εδώ δεν πολυαντέχω τη φράση «ιστορικό πλαίσιο», λες και πρόκειται για μια ημερομηνία που βάζουμε στο πλάι για να καταλαβαίνει ο αναγνώστης την εποχή. Ο Herbert Tobias, του οποίου οι ανδρικές ερωτικές φωτογραφίες βρίσκονται στην έκθεση, πέθανε από AIDS στο Αμβούργο το 1982, στα 57 του. Το 1986 πέθανε από AIDS ο Peter Chatel, μόλις 42, ο άνθρωπος που είχε πάρει τον Leatherman στο παρισινό θέατρο και είχε παίξει σε επτά ταινίες του Fassbinder. Το 1989 πέθανε από AIDS και ο Jacques de Bascher. Ο Λάγκερφελντ στάθηκε δίπλα του στην αρρώστια και, τρία χρόνια αργότερα, ξέσπασε σε κλάματα όταν τον ανέφερε σε συνέντευξη.

Κοιτάς λοιπόν ξανά το κοστούμι: τη μαύρη κουκούλα, το τζάκετ, τα chaps, τα γάντια, τις μπότες. Όλοι αυτοί λείπουν. Το κοστούμι όχι. Δεν χρειάζεται μεγάλη ποίηση εδώ, σχεδόν ενοχλεί. Το δέρμα άντεξε περισσότερο από τα σώματα.

Η παράσταση σχεδόν χάθηκε, άνθρωποι πέθαναν, χώροι έκλεισαν, παρέες διαλύθηκαν και μαζί τους κόπηκαν πράγματα που δεν υπήρχαν σε κανένα βιβλίο: ποιος σε πήγαινε πρώτη φορά στο μπαρ, ποιος σου έδειχνε τον κώδικα, ποιος ήξερε ποιον, ποιος είχε προλάβει να ζήσει κάτι πριν από σένα και μπορούσε να σου πει δυο κουβέντες χωρίς να το κάνει διάλεξη. Λέμε συχνά ότι το AIDS αφάνισε μια γενιά και η φράση, από την πολλή χρήση, κινδυνεύει να γίνει στατιστική. Μαζί με τους ανθρώπους όμως χάθηκαν και βιβλιοθήκες που δεν είχαν γραφτεί ποτέ.

Γι’ αυτό εμένα το κοστούμι του Λάγκερφελντ με ενδιαφέρει πολύ λιγότερο ως «σπάνιο fashion artifact» ωραία, Λάγκερφελντ μπλα , μπλα , μπλα, πήραμε το μήνυμα  και πολύ περισσότερο ως ένα πράγμα που, για κάποιον λόγο, έμεινε. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε τη leather σκηνή των ’70s με εκείνο το μουσειακό καύλωμα του «πόσο άγρια ήταν τότε», ούτε να κατασκευάσουμε την άλλη γνωστή ευκολία: τότε σκοτάδι, μετά AIDS, σήμερα visibility, Pride, archives και καλές προθέσεις. Η Ιστορία δεν είχε ποτέ τόσο καλό art direction.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Με ενδιαφέρει περισσότερο τι μένει όταν έχουν πεθάνει οι άνθρωποι που θα σου έλεγαν πώς ήταν. Τι περνάει απέναντι; Καμιά φορά ένα βιβλίο, μια φωτογραφία, ένα όνομα που κάποιος θυμήθηκε να γράψει, μια καρέκλα και μια τηλεόραση που κάποτε ήταν ολόκληρο σκηνικό. Και καμιά φορά ένα δερμάτινο κοστούμι που κανείς το 1978 δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατέληγε να κουβαλάει πάνω του τόσους νεκρούς.

Οι άνθρωποι αυτής της ιστορίας σκότωσαν, μάλωσαν, ερωτεύτηκαν, γαμήθηκαν, έγραψαν, ξαναέγραψαν τη ζωή τους, αρρώστησαν και πέθαναν. Οι ημερομηνίες ακόμη τσακώνονται μεταξύ τους, οι εκδοχές επίσης.Νομίζουμε ότι κρατάμε τέτοια πράγματα επειδή έχουν ιστορία.

Μερικές φορές τα κρατάμε επειδή αυτοί που θα μας την έλεγαν δεν υπάρχουν πια.



Πρώτα γελάς. Μετά ο Σαμίρ Κένεντι ανοίγει την καταπακτή

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στο queer-trash καμπαρέ που συνίδρυσε στη Μασσαλία μπορεί να εμφανιστεί ως Διάβολος, να ζεστάνει ένα chicken burger στον φούρνο μικροκυμάτων και να παίξει φυσαρμόνικα. Ο Σαμίρ Κένεντι είναι πολύ αστείος  μέχρι τη στιγμή που παύει να είναι.

Κάποιο βράδυ στο Le Shitshow της Μασσαλίας ο Σαμίρ Κένεντι εμφανίστηκε ντυμένος Διάβολος, έβαλε ένα chicken burger στον φούρνο μικροκυμάτων και άρχισε να παίζει στη φυσαρμόνικα ένα τραγούδι από μιούζικαλ. Σε άλλη παράσταση έγινε Big Bird και κατέληξε να δέχεται rimming επί σκηνής. Δεν ξέρω πόσο περισσότερο πρέπει να προσπαθήσει ένας άνθρωπος για να κερδίσει την προσοχή σου. Το ίδιο το Le Shitshow αυτοσυστήνεται ως «facetious queer-trash cabaret», γίνεται περίπου μία φορά τον μήνα σ’ ένα karaoke bar της Μασσαλίας που λέγεται Sing or Die και βάζει σκατά στα flyers του με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Τίμιο μαγαζί.

Θα μπορούσες να μείνεις εκεί. Queer καμπαρέ, camp, βρωμιές, λίγο αηδιαστικό, πολύ αστείο, πάμε για ποτό. Ο Κένεντι όμως έχει μια ενοχλητική συνήθεια: αφήνει το αστείο να κρατήσει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Κι εκεί που έχεις καταλάβει τι παίζεται και περιμένεις ευγενικά το επόμενο gag, δεν έρχεται. Μένεις με το προηγούμενο μέχρι να αρχίσει να χαλάει στα χέρια σου.

Στο WhatsApp έχει γράψει το όνομά του «Smear Kennedy». Πολύ σωστά. Κάτι λερώνεται πάντα στη δουλειά του συνήθως την ώρα που είχες αρχίσει να αισθάνεσαι άνετα. Έχω αδυναμία σε ανθρώπους που δεν θεωρούν το χαμηλό αντίθετο του σοβαρού. Οι πολύ σοβαροί, ιδίως στην Τέχνη, έχουν συχνά αυτή την παράξενη ιδέα ότι πρέπει πρώτα να απολυμάνεις το δωμάτιο για να μπει μέσα κάτι αληθινό. Ενώ συνήθως συμβαίνει το ανάποδο. Κάποιος ρεύεται, κάποιος γελάει, κάποιος ντρέπεται και μετά ίσως ανοίξει η σωστή πόρτα.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στο It’s got legs!!!!!!, που έφτιαξε με τον Σον Μάρεϊ, παίρνει την παλιά φόρμα του καμπαρέ για δύο performers και της χαλάει τον ρυθμό. Κανονικά τέτοια πράγματα τρέχουν: ατάκα, κίνηση, αστείο, πάμε παρακάτω πριν προλάβει να κρυώσει το κοινό. Εκείνος σκέφτηκε να αφήσει τον θεατή να καταλάβει νωρίς το gag και μετά, κακόψυχα σχεδόν, να συνεχίσει. Ξέρεις ήδη το αστείο. Και λοιπόν; Θα μείνεις εδώ. Gag στα αγγλικά είναι και το αστείο και αυτό που κάνει ο λαιμός πριν ξεράσεις. Ωραία γλώσσα τα αγγλικά, όταν θέλουν. Το στόμα ανοίγει και στις δύο περιπτώσεις. Καμιά φορά η απόσταση είναι μικρή.

Δεν τον φοβίζει ούτε η «ψυχαγωγία». Υπάρχει ένας κόσμος της σύγχρονης performance που μόλις μάθει ότι πέρασες καλά παθαίνει ένα μικρό πένθος για την Τέχνη. Μήπως γέλασες πολύ; Μήπως κατάλαβες; Μήπως υπήρχε και τραγούδι; Χριστέ μου, jazz hands; Ο Κένεντι έχει παρατηρήσει ιδιαίτερα στη Γαλλία μια παράδοση που αφήνει πολλή δουλειά στον θεατή. Καλώς. Αλλά δεν βλέπει γιατί ο performer πρέπει προηγουμένως να σε τιμωρήσει για το εισιτήριό σου.

Στο It’s got legs!!!!!! χρησιμοποιεί χωρίς απολογία το «Two Little Girls from Little Rock», το τραγούδι που έλεγαν η Μέριλιν Μονρόε και η Τζέιν Ράσελ στο Gentlemen Prefer Blondes το 1953. Του αρέσουν αυτά τα πράγματα όταν έχουν παλιώσει λίγο στραβά: ένα τραγούδι που κάποτε ήταν καθαρή ποπ ψυχαγωγία, μετά έγινε «κλασικό», μετά camp, μετά υλικό για κάποιον άλλον που θα το φορέσει για λίγο πάνω του. Η κουλτούρα έχει γεμίσει τέτοια παλιά ρούχα. Καλό είναι καμιά φορά να τα ξαναβάζεις χωρίς να τα πας πρώτα καθαριστήριο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στο The Aching, πάλι, πετάει σχεδόν όλη τη σαβούρα έξω. Μένει απέναντι από το κοινό με παλιά folk songs και χρόνο, πολύ χρόνο, χωρίς να σου λέει από την αρχή τι συμβαίνει και χωρίς να έρχεται εκείνη η βολική στιγμή όπου όλοι καταλαβαίνουμε τι νιώσαμε και χειροκροτούμε ανακουφισμένοι. Κάτι περιμένεις να σκάσει και δεν σκάει. Ή, τέλος πάντων, όχι όταν το θέλεις εσύ.

Κάποια στιγμή σβήνουν τα φώτα και, βγαίνοντας, σου δίνουν ένα φυλλάδιο. Εκεί μαθαίνεις ότι πίσω από μεγάλο μέρος όσων μόλις πέρασαν από το δωμάτιο βρίσκεται η αυτοκτονία του αδελφού του. Το φυλλάδιο είναι κακία. Καλή κακία.

Ο Κένεντι είχε αναρωτηθεί αν έπρεπε να βάλει την προσωπική ιστορία μέσα στο έργο. Αν την έκρυβε εντελώς, κάτι θα ήταν ψεύτικο. Αν την έδινε από την αρχή, θα σου είχε παραδώσει μαζί και τις οδηγίες χρήσεως. «Παράσταση για την αυτοκτονία του αδελφού του καλλιτέχνη». Ωραία. Ξέρεις πλέον τι πρέπει να αισθανθείς, για ποιον και περίπου πόσο. Κάθεσαι διακριτικά μέσα στη συμπόνια σου, που είναι κι αυτή ένας πολύ ασφαλής τόπος. Το πένθος είναι δικό του. Εσύ ήρθες να το δεις.Μερικές φορές η εξομολόγηση είναι μεγάλη γενναιότητα. Άλλες φορές είναι και μια έξοδος κινδύνου, πολύ καλοφωτισμένη μάλιστα.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εσύ πάντως το μαθαίνεις αργά, όταν έχεις ήδη καθίσει με το τραγούδι, τη δυσφορία, τη διάρκεια και ό,τι δικό σου κουβάλησες εκείνο το βράδυ. Και μετά πρέπει να γυρίσεις πίσω και να ξαναδείς μέσα σου όσα μόλις είδες. Ενοχλητικό. Πολύ καλό.

Έχει πλάκα, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που χειρίζεται έτσι τον χρόνο παραδέχεται πως όταν κάνει πρόβες μόνος του βαριέται. Δεν εκτελεί, λέει, πάντα μια σκηνή στην κανονική της διάρκεια· χρειάζεται άλλους γύρω του για να καταλάβει πότε κάτι κρατά σωστά και πότε γίνεται απλώς μούχλα. Ρωτά τους συνεργάτες του, δοκιμάζει, ξαναμετρά. Ευτυχώς. Θα ήταν λίγο αντιπαθητικό να διαθέτει και κάποιο θεϊκό εσωτερικό χρονόμετρο.

Και στο τέλος, ύστερα από όλη αυτή τη φασαρία με τον χρόνο, λέει τι του αρέσει πραγματικά: «να κάνω το γαμημένο σόου». Μου αρέσει. Τόση performance theory και στο τέλος πρέπει πράγματι να βγεις να κάνεις το γαμημένο σόου. Κάποιος γελάει, ένας άλλος πλήττει, κάποιος μετακινείται στην καρέκλα του, κάποιος δεν καταλαβαίνει τίποτα· εκεί το πράγμα παύει επιτέλους να είναι αποκλειστικά δικό σου.

Πράγμα που με ξανακάνει να σκέφτομαι τον Big Bird με τον κώλο έξω. Τα σκατά στα flyers, ο Διάβολος με το chicken burger, το karaoke, το rimming δεν είναι η χαριτωμένη «ανάλαφρη» πλευρά μιας δουλειάς που γίνεται σοβαρή όταν πάει στα σωστά φεστιβάλ. Είναι ο τρόπος που φτιάχνει πρώτα λίγο χώρο γύρω σου. Εκεί μαθαίνεις να κάθεσαι μαζί του. Δεν μιλάω για safe space και τα συναφή ευγενή, ανιαρά πράγματα. Μιλάω για εκείνη τη λίγο κακοαναθρεμμένη οικειότητα που δημιουργείται όταν μια αίθουσα γελάει με μια βλακεία και για λίγα λεπτά όλοι κατεβάζουν τον πολιτιστικό τους γιακά. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι κατάλαβες. Γελάς. Και μετά μπορεί να γίνει κάτι χειρότερο.

Ποιος θα κάτσει μαζί σου τώρα;/ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Οι drag queens το ήξεραν πάντα αυτό, οι κωμικοί επίσης. Αν βγεις από την αρχή και ανακοινώσεις «τώρα θα μιλήσουμε για τον πόνο», ένα μέρος του κοινού αρχίζει ήδη να ψάχνει την αξιοπρεπή στάση σώματος του ανθρώπου που παρακολουθεί Πόνο. Δώσ’ του πρώτα ένα χαζό τραγούδι, ένα αστείο, λίγη σαβούρα, έναν φούρνο μικροκυμάτων. Άφησέ τον να κάτσει άτσαλα.

Η καταπακτή μού ήρθε αργότερα. Ίσως γιατί αυτό κάνει διαρκώς ο Κένεντι: σε αφήνει να πατήσεις κάπου με όλο σου το βάρος και μετά, τσακ, δεν είναι πια εκεί.


Το σκοτάδι από κάτω δεν είναι καν το σπουδαίο. Σκοτάδι βρίσκεις με το κιλό στη σύγχρονη τέχνη, σε πολύ καλό φωτισμό.

Το κακό είναι ότι μέχρι να πέσεις μέσα έχεις ήδη γελάσει μαζί του.



*Y.Γ./

 

Η μυρωδιά του σού έκαψε τα ρουθούνια αυτό το καλοκαίρι. Έμεινε πάνω σου, στα ρούχα, στα σεντόνια, στα δάχτυλα, ένα ζώο μικρό και επίμονο. Τώρα δεν τη θυμάσαι καν. Σου είχε πει και πώς τον λένε. Κάποιο όνομα. Τι σημασία έχει;

ΟΑΣΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ